Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2015

Ναναρίσματα




Από την συλλογή του Claude Fauriel 
«Τα Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια», (1824),
μετάφραση Απ.Δ.Χατζηεμμανουήλ. 

Στην εισαγωγή του βιβλίου έγινε λόγος στα τραγούδια των μητέρων και των ελληνίδων τροφών. Έκτοτε συνέλεξα πολλά και από την ηπειρωτική Ελλάδα και από τις νήσους • και αμέσως κατωτέρω δημοσιεύω τρία εξ’ αυτών, τα οποία μου φάνηκαν ότι παρουσιάζουν χάρη και ποικιλία. Αρκούν, νομίζω, για να δώσουν μια γενική ιδέα όλων των τραγουδιών και είδους αυτού, και της χαριτωμένης εξάρσεως φαντασίας και τρυφερότητος, η οποία κυρίως τα χαρακτηρίζει. 

Κάθε ένα εξ’ αυτών μπορεί να θεωρηθεί πρότυπο πλήθους άλλων παρόμοιων τραγουδιών. Το πρώτο και το τρίτο είναι από την νήσος Χίο ενώ το δεύτερο από την Κύπρο. Το τρίτο μάλιστα, είναι το πρωτοτυπώτερο όλων και παρουσιάζει την μεγαλύτερη ποιητική φαντασία και τις περισσότερες ειδωλολατρικές ιδέες. Όλες οι προσωποποιήσεις του ύπνου και του ανέμου, του ήλιου και των άστρων είναι απολύτως σύμφωνοι με το πνεύμα της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας. Παρέλειψα να αναφέρω ότι οι Έλληνες ονομάζουν τα τραγούδια του είδους αυτού ναναρίσματα. Ναναρίζω σημαίνει τραγουδώ για να αποκοιμήσω ένα παιδί. Από αυτό οι Ιταλοί ονόμασαν nane τα τραγούδια των τροφών. 

I. Ναννάρισμα 

Νάννι! Θα’ έρθ’ η μάννα σου αφ’ το δαφνοπόταμο, 
Κ’ απαί το γλυκό νερό, να σου φέρη πούλουδα, 
Πούλουδα τραντάφυλλα, και μοσκογαρούφαλλα. 

II. Ναννάρισμα 

Ναννά, ναννά το υιούδι μου 
Και το παλληκαρούδι μου. 
Κοιμήσου, υιούδι μ’ ακριβό 
Κ’ έχω να σου χαρίσω• 
Την Αλεξάνδρεια ζάχαρι, 
Και το Μισίρι ρύζι, 
Και την Κωνσταντινούπολιν, 
Τρεις χρόνους να ορίζης• 
Κ’ ακόμη άλλα τρία χωριά, 
Τρία μοναστήράκια• 
'Σ ταις χώραις σου κ’ εις τα χωριά, 
Να πας να σεργιανίσης, 
'Σ τα τρία μοναστήρια σου 
Να πας να προσκυνήσης. 

III. Ναννάρισμα 

Να μου το πάρης, ύπνε μου •τρεις βίγλαις θα του βάλω•
Τρεις βίγλαις, τρεις βιγλάτοραις κ’ οι τρεις ανδρειωμένοι 
Βάλλω τον ήλιον 'σ τα βουνά, τον αετόν 'σ τους κάμπους 
Τον κυρ- Βορέα , τον δροσερόν ανάμεσα πελάγου. 
Ο ήλιος εβασίλεψεν, αετός απεκοιμήθη, 
Κ’ ο κυρ- Βορέας, ο δροσερός , 'στης μάνας του υπάγει. 
Υιέ μου, που ήσουν χθες, προχθές; μήνα με το φεγγάρι; 
Μήνα με τον αυγερινόν, που είμεστ’ αγαπημένοι; 
Μήτε με τα’ άστρη μάλονες; Μήτε με το φεγγάρι; 
Μήτε με τον αυγερινόν, που ειστ’ αγαπημένοι• 
Χρυσόν υιόν εβίγλιζα ‘σ την αργυρή του κούνια. 


George Goodwin Kilburn - The lullaby




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου