Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2015

Αντικύθηρα




Ιστορία & Αρχαιότητες 

Στο κείμενο που ακολουθεί παρουσιάζονται οι αρχαιότητες οι οποίες έχουν εντοπιστεί στα Αντικύθηρα τα τελευταία χρόνια. Η ανάλυσή τους, σε συνδυασμό με τα φιλολογικά και τα επιγραφικά δεδομένα, για πρώτη φορά, οδηγεί στην συναγωγή ιστορικών συμπερασμάτων για το σχετικά άγνωστο (σημ. 1) έως σήμερα μικρό νησί. Φαίνεται ότι έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο στην ιστορία του ελλαδικού χώρου τα Ελληνιστικά χρόνια, από την έναρξη της εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου, στα τέλη του 4ου αι. π.Χ., έως την καταστολή της «Κρητικής Επανάστασης», με την οποία ολοκληρώθηκε η κατάκτηση των ελληνικών εδαφών από την Ρώμη το 69-67 π.Χ.

Τα Αντικύθηρα, μικρό νησί με έκταση περίπου 20 τετρ. χλμ., βρίσκονται στον επικίνδυνο θαλάσσιο χώρο ανάμεσα στα Κύθηρα και την Κρήτη. Παρά την στρατηγική θέση του νησιού, που ελέγχει το πέρασμα από το Αιγαίο και τον Εύξεινο Πόντο προς την Δυτική Μεσόγειο, η δυσκολία επιβίωσης μεγάλης ομάδας κατοίκων στο νησί, το άφησε σε σχετική αφάνεια καθ’ όλη σχεδόν την διάρκεια της αρχαιότητας. Ελάχιστες είναι οι αναφορές των αρχαίων συγγραφέων στα Αντικύθηρα. 

Στον Πλούταρχο (Πλουτ. Κλεομ. 31 και 32) αναφέρονται ως Αἰγιλιά, Αἰγιαλίαν και Αἰγιαλῶν, στον Στέφανο τον Βυζάντιο ως Αἰγιλιά, στα διάφορα χειρόγραφα (κώδικες) του Κλαύδιου Πτολεμαίου (Πτολ. Γεωγρ. ΙΙΙ 14, 45) ως Αἴγιλα, Αἴγυλα, Ἔπλα (από την γραφή ΑΙΓΙΛΑ με κεφαλαία, με την (προφορική!) γραφή του αι ως ε, όπως συμβαίνει συχνά τα ύστερα χρόνια της αρχαιότητος, και την εκ παραδρομής ανάγνωση του Γ και του Ι ως Π) και στον Πλίνιο (Plin. IV, 57) ως Aigila, Aigilia και Aeglia. Στις επιγραφές στις οποίες θα αναφερθούμε παρακάτω σημειώνεται ως Αἰγιλία, ενώ το επίθετο Αἴγιλιεῦς παραπέμπει επίσης στο Αἰγιλία. Οι ονομασίες που επιβίωσαν έως τις μέρες μας είναι Λιοί στα Κύθηρα και στην Πελοπόννησο και Σιγκιλιό ή Σιγκλιό στην Κρήτη, ονομασίες που προέρχονται από την αρχαία ονομασία.



Κατά την διάρκεια της Βενετοκρατίας, και μετά την κατάκτηση της Κρήτης από τους Οθωμανούς, το επίσημο όνομα του νησιού είναι Cerigotto ή Cecerigo από το ιταλικό όνομα των Κυθήρων που είναι Cerigo (Τσιρίγο). Η σημερινή ονομασία «Αντικύθηρα» καθιερώθηκε με την εύρεση του ναυαγίου το 1901. Το νησί που εκείνη την εποχή ήταν το πιο απομακρυσμένο σημείο του αγγλοκρατούμενου Ιονικού Κράτους ενσωματώθηκε στην Ελλάδα το 1864 μαζί με τα άλλα νησιά του Ιονίου μετά από τον επίμονο αγώνα των Eπτανησίων. Από τότε έως την ενσωμάτωση της Κρήτης στον εθνικό κορμό (1912-13), το νησί ήταν το νοτιότερο και πιο απομακρυσμένο σημείο της ελληνικής επικράτειας. Οι αρχαιότητες του νησιού είναι γνωστές από τον 19ο αιώνα, ενώ δημοσιεύονται για πρώτη φορά στην Αρχαιολογική Εφημερίδα του 1862 από τον Αθανάσιο Ρουσόπουλο (σημ. 2).



Οι εμφανείς σήμερα αρχαιότητες στο νησί είναι η ελληνιστική οχυρωμένη πόλη στον παλαιό οικισμό «Κάστρο», πάνω από τον όρμο του Ξηροποτάμου, και οι τάφοι και ορισμένες άλλες παραγωγικές εγκαταστάσεις της ύστερης αρχαιότητας στους οικισμούς Ποταμός, Χαρχαλιανά και Μπαντουδιανά. Κινητά επιφανειακά ευρήματα των Ελληνιστικών, των Πρώιμων και, μετά από διακοπή, των Μέσων Βυζαντινών χρόνων και τέλος, των ύστερων χρόνων της Βενετοκρατίας έχουν εντοπισθεί στο νησί με την επιφανειακή έρευνα που διενεργήθηκε από το Καναδικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο και την ΚΣΤ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.


Ο καλύτερα διατηρημένος πύργος της οχύρωσης

Η παραλία στον όρμο του Ξηροποτάμου, το αρχαίο λιμάνι & το Ιερό του Απόλλωνος.

Στις εκβολές του ρέματος του Ξηροποτάμου, στον ομώνυμο κολπίσκο στα βόρεια του νησιού, λειτουργούσε, από το δεύτερο μισό του 4ου αι. π.Χ., ένα παραλιμένιο ιερό του Απόλλωνος και της Αρτέμιδος. Τα αρχαία χρόνια η θάλασσα εισχωρούσε πολύ βαθύτερα εντός του κόλπου δημιουργώντας ένα προστατευμένο από τους ισχυρούς βόρειους ανέμους, «κρυφό» λιμάνι.


Το ιερό του Απόλλωνος & της Αρτέμιδος

Με τον ισχυρό σεισμό του 365 μ.Χ. το νησί «ανυψώθηκε» κατά 2,80 μ. μετατοπίζοντας την ακτογραμμή στην σημερινή της θέση. Το 1888 αγροτικές εργασίες στο χώρο έφεραν στο φως ένα ακέφαλο άγαλμα στον τύπο του «Κιθαρωδού Απόλλωνος» (βλ. εικ.) και η έρευνα που διενήργησε ο Βαλέριος Στάης (Β. Στάης ΑΔ 5 (1889), σ. 232 αρ. 42-44 και σ. 237-242) αποκάλυψε μια ενεπίγραφη βάση αναθηματικού μνημείου (πιθανότατα αγάλματος) που ανέφερε την προσφορά στον «Αἰγιλιέα» Ἀπόλλωνα από τον Ἀριστομένη Ἀριστομήδους, Θετταλό ἐκ Φερῶν και από τον Νίκων(α) Κηφισοδώρου, Ἀθηναῖο.




Από τα δύο αυτά μνημεία και από τα ευρήματα της ανασκαφής, φάνηκε ότι στο χώρο λειτουργούσε, καθ’ όλη την διάρκεια των Ελληνιστικών χρόνων, ιερό Απόλλωνος και Αρτέμιδος (σημ. 3).


Ενεπίγραφη βάση αναθηματικού μνημείου

Η ανασκαφική έρευνα αποκάλυψε, τα έτη 2004 και 2005, το θεμέλιο του αρχαίου ναού που είχε την μορφή οἴκου, καθώς και την βάση του βωμού του. Ο άξονας του ναού έχει κατεύθυνση Ν-ΝΔ προς Β-ΒΑ με κλίση 450 από την παράλληλο, στην ευθεία της Δήλου. Ο περίβολος του ιερού είναι πολύ ισχυρός και φαίνεται ότι βρισκόταν σε επαφή με το λιμάνι.


Το θεμέλιο του βωμού του ιερού (παραλία Ξηροποτάμου)

Από τα κινητά ευρήματα που βρέθηκαν με τις ανασκαφές, εκτός από το άγαλμα και την ενεπίγραφη βάση, ξεχωρίζουν σπαράγματα μαρμάρινων αγαλμάτων και αγγείων (περιρραντήριο), πολλές αιχμές από βέλη, αφού είναι γνωστό ότι ο Απόλλων είχε διδάξει στους Κρητικούς την τέχνη του τοξεύειν, καθώς και πλήθος νομισμάτων με παράσταση του Απόλλωνος και της Αρτέμιδος, αλλά και κοσμημάτων, δακτυλιόλιθων και ενωτίων ·το νόμισμα της εικόνας είχε αφιερωθεί στο ιερό του Απόλλωνος και της Αρτέμιδος και φέρει στην εικονιζόμενη όψη μικρή λύρα (πάνω), σύμβολο του Απόλλωνος.

Ασημένιο νόμισμα Αχαϊκής Συμπολιτείας (175-160 π.Χ)

Μια άλλη, πολύ σημαντικότερη πληροφορία που παρείχε η ανάγνωση της επιγραφής ήταν η καταγωγή των δύο αναθετών, ο ένας ήταν Θεσσαλός και ο άλλος Αθηναίος. Ο Στάης, ο οποίος δημοσίευσε την επιγραφή υπέθεσε ότι πρόκειται για ναυαγούς που σώθηκαν στο νησί  και αισθάνθηκαν την ανάγκη να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους στο θεό-προστάτη του νησιού για την σωτηρία τους.

Το «Κάστρο» (η οχυρωμένη πόλη)

Στην ανατολική όχθη του ρέματος του Ξηροποτάμου δυο μονοπάτια οδηγούν στον οχυρωμένο οικισμό του «Κάστρου». Το δυτικό μονοπάτι πολύ κοντά στην παραλία, το οποίο έχει υποστεί σοβαρές αλλοιώσεις με το πέρασμα του χρόνου, ήταν στενό και δεν επέτρεπε την διέλευση τροχοφόρων. Σε πολλά σημεία διακρίνεται ακόμα το προστατευτικό ανάλημμα, καθώς και λαξευμένα ή διαμορφωμένα με λίθους σκαλοπάτια. Δέκα περίπου μέτρα νοτίως της πύλης που οδηγεί στην πόλη, στον βράχο στον οποίο έχει διαμορφωθεί το μονοπάτι διασώζεται ένα «βραχώδες» ιερό με δύο κόγχες και ένα θρανίο.

Πρόκειται για ένα ιερό, εξωτερικά της πύλης που οδηγούσε μόνο στην δεξιά (ανατολική) όχθη του λιμανιού, προορισμένο για όσους θα έφευγαν ή επέστρεφαν από θαλασσινό ταξίδι. Η πύλη του οχυρού στο τέλος του μονοπατιού, η «Νοτιοδυτική Πύλη», είχε μια σχετικά επιμελημένη και διακοσμημένη μορφή αν κρίνουμε από μερικά αρχιτεκτονικά μέλη που βρέθηκαν στον χώρο.

Η νοτιοδυτική πύλη

Η αρχαία πόλη ήταν κτισμένη στην δυτική πλαγιά της χερσονήσου του «Κάστρου». Στο νότιο τμήμα του τείχους που ήταν στραμμένο προς την ενδοχώρα του νησιού και ήταν προσβάσιμο από το εσωτερικό του νησιού άνοιγε μια δεύτερη πύλη, η «Νότια» στην οποία κατέληγε ένα πιο βατό μονοπάτι ανατολικά του λιμανιού. Το τείχος κάλυπτε όλη την δυτική πλαγιά της χερσονήσου, από την βραχώδη παραλία στα δυτικά και βόρεια έως την κορυφογραμμή προς τα ανατολικά.

Η Νότια Πύλη

Στο υψηλότερο σημείο μια δεύτερη γραμμή οχύρωσης περιόριζε το διοικητικό κέντρο της πόλης, την «Ακρόπολη». Στην Ακρόπολη βρισκόταν και η οικία του «ηγέτη» της πόλης προστατευμένη από τον ισχυρό βράχο που υψωνόταν στα ανατολικά της, ενώ η πύλη της «Ακρόπολης» προς την πόλη ήταν και αυτή μνημειώδης, αλλά φαίνεται ότι από την αρχή της λειτουργίας της είχε καταστραφεί από εξωτερική επίθεση και η αποκατάστασή της έγινε με διαφορετικό σχέδιο.

Το κατεστραμμένο προπύλαιο της Ακρόπολης 

Το οχυρωματικό τείχος της πόλης είναι ορατό σχεδόν σε όλο του το μήκος και ήταν κατασκευασμένο με διαφορετικούς τρόπους που καθορίζονταν από το τοπικό υλικό. Στα τμήματα στα οποία ήταν προσιτός ο μαλακός ασβεστόλιθος, το τείχος αποτελούνταν από επιμελημένα κομμένους λιθόπλινθους, τοποθετημένους ισοδομικά. Στα τμήματα στα οποία το υλικό ήταν σκληρός και δύσκολος στην επεξεργασία ασβεστόλιθος προτιμήθηκε η ακατάστατη πολυγωνική δόμηση που χρησιμοποιήθηκε τα Ελληνιστικά χρόνια σε πολλές οχυρώσεις της Κρήτης.


Τμήμα του ανατολικού τείχους της πόλης

Όπως φαίνεται, οι αρχικοί κατασκευαστές πρόσεξαν στην εμφάνιση και τη στατικότητα μόνο την εξωτερική όψη του οχυρού, ενώ στο εσωτερικό, το τείχος που χώριζε την Ακρόπολη από την πόλη, αρχικά κατασκευάστηκε με ακατάστατη πολυγωνική δόμηση, ενώ αργότερα (άγνωστο πότε, αλλά όχι πολύ μετά την αρχική κατασκευή του) επικαλύφθηκε με μια ψευδοϊσόδομη σειρά λίθων. Από το τείχος εξέχουν, σε όλο του το μήκος, ορθογώνιοι οχυρωματικοί πύργοι.

Το τείχος της Ακρόπολης προς το εσωτερικό της πόλης

Στο βόρειο τμήμα του οχυρού είχε αφεθεί ένα σημαντικό τμήμα χωρίς οικίες ή άλλες κατασκευές, όπως συμβαίνει σε τόπους που δέχονται συχνά επιθέσεις, και «φιλοξενούν» είτε τους κατοίκους που καταφεύγουν εκεί για προστασία είτε στράτευμα που έρχεται για ενίσχυση της άμυνας.


Βόρεια πλευρά του πύργου

Δύο άλλα μνημεία που σώζονται σχεδόν ακέραια στο εσωτερικό της πόλης είναι ένας νεώσοικος και ένα υπόσκαφο ιερό – η «Φυλακή» όπως αποκαλείται από τους σημερινούς κατοίκους. Ο νεώσοικος, μήκους περίπου 30 μ., είναι ορατός σήμερα σε όλο του το μήκος λόγω της ανύψωσης του νησιού που αναφέρθηκε πιο πάνω. Είναι σήμερα ορατά και τα τμήματα τα οποία είχαν λαξευτεί κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Το ωφέλιμο μήκος του νεώσοικου, το τμήμα δηλαδή που θα φιλοξενούσε το πλοίο στην στεριά, είναι 18 μ. Στον βράχο σώζεται το αυλάκι στο οποίο θα τοποθετούσαν την ισχυρή θαλασσινή πύλη που θα δεχόταν μεγάλες πιέσεις από τους βόρειους ανέμους, οι οποίοι το χειμώνα χτυπούν το νησί με ιδιαιτέρως μεγάλη ένταση.
 
Ο νεώσοικος όπως φαίνεται σήμερα

Η λεγόμενη «Φυλακή» βρίσκεται σε μικρή σχετικά απόσταση από το νεώσοικο στο μέσο του μεγάλου λατομείου πωρολίθου. Πρόκειται για έναν υπόσκαφο ορθογώνιο χώρο με άξονα προσανατολισμού Β-Ν και με δυο μικρούς πλευρικούς θαλάμους, ο ένας στα ανατολικά, απέναντι από την είσοδο, και ο άλλος νότια. Στην δυτική πλευρά, νότια της εισόδου, υπάρχει ένα κτιστό θρανίο και μπροστά του έχει σκαφτεί ένα πηγάδι «προσφορών». Πάνω από το πηγάδι έχει λαξευτεί στον υπερκείμενο βράχο ένας «φεγγίτης», από τον οποίο πιθανότατα προσφέρονταν τα αναθήματα στην θεότητα. Δεν έχει σωθεί το όνομα της λατρευόμενης χθόνιας θεότητας.


Το εσωτερικό του υπόσκαφου ιερού - «Φυλακή»

Όλος ο οχυρωμένος χώρος, εκτός από το βόρειο τμήμα που αναφέρθηκε παραπάνω, καλυπτόταν από οικίες. Η κατασκευή αναλημμάτων καλλιέργειας από τους νεότερους κατοίκους έχει καλύψει τις αρχαίες κατασκευές, αλλά σε πολλά σημεία παρατηρούνται λείψανα των οικιών, τοίχοι και τμήματα δαπέδων. Στο δυτικό τμήμα της πόλης, το οποίο είναι επίπεδο και βραχώδες, σώζονται θεμέλια οικιών, πολλές από τις οποίες έχουν κατασκευαστεί σε άμεση επαφή με το δυτικό τμήμα του τείχους.

Θεμέλια οικίας στο δυτικό παραθαλάσσιο τείχος

Από τα κινητά ευρήματα προκύπτει ότι η διάρκεια χρήσης του οχυρωμένου πολίσματος περιορίζεται στα Ελληνιστικά χρόνια και πιο συγκεκριμένα χρονολογείται από τα τέλη του 4ου αι. π.Χ. έως το πρώτο μισό του 1ου αι. π.Χ. Στο «Κάστρο», εκτός από ένα μικρό τμήμα λίθινου μινωικού αγγείου και μερικές λεπίδες και αιχμές από οψιανό και τοπικό πυριτόλιθο (σημ. 4), κανένα κινητό εύρημα δεν χρονολογείται σε περιόδους πριν από τα τέλη του 4ου αι. π.Χ., ενώ δεν υπάρχουν ούτε ευρήματα νεότερα του δεύτερου τέταρτου του 1ου αι. π.Χ. Πρόκειται δηλαδή για ένα «κλειστό» σύνολο που περιορίζεται χρονολογικά στα Ελληνιστικά χρόνια, το οποίο θέτει προβλήματα ιστορικής ερμηνείας δεδομένης της μνημειακότητας της κατασκευής και της στρατηγικής θέσης του νησιού.

Πριν όμως από την ιστορική συζήτηση για τις αιτίες και τις σκοπιμότητες που οδήγησαν στην κατασκευή ενός τόσο φιλόδοξου και εντυπωσιακού φρουρίου η οποία κατά τον Στάη «εἰς νησίδριον ἄσημον καὶ ὑπὸ τῶν ἀρχαίων συγγραφέων μόλις μνείας τυχόν, φαίνεταί μοι λίαν παράδοξος», ας σημειώσουμε ότι ανάμεσα στα κινητά ευρήματα βρίσκονται πολεμικά αντικείμενα, αιχμές από βέλη και βλήματα βαλλίστρας, μολυβδίδες, καθώς και διαφόρων μεγεθών βλήματα από καταπέλτη, ευρήματα που παρουσιάζουν μια κοινωνία σε συνεχή πολεμική δραστηριότητα.


Μολυβδίδα του πρώτου μισού του 3ου αι. π.Χ.

Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, βάσει των νομισμάτων που έχουν βρεθεί (βλ. εικ.), αλλά και μερικών άλλων κεραμικών ευρημάτων και μολυβδίδων, το νησί, το μεγαλύτερο διάστημα της «ζωής» του, αποτελούσε τμήμα της κρητικής πόλης Φαλάσαρνας.

Νομίσματα Φαλάσαρνας


Ιστορικά συμπεράσματα 

 Την ιστορική ερμηνεία του χώρου προσπάθησε για πρώτη φορά να την κάνει ο Βαλέριος Στάης, μετά την πρόχειρη ανασκαφή που διενήργησε στην παραλία του Ξηροποτάμου. Ο Στάης υπέθεσε ότι το οχυρό κατασκευάστηκε από τους Αθηναίους κατά την διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, στα τέλη δηλαδή του 5ου αι. π.Χ.: «Φαίνεται ὄμως ὄτι ἔνεκα τῆς γεωγραφικῆς αὐτοῦ θέσεως ἐγένετο χρήσιμον κατὰ τόν Πελοποννησιακόν πόλεμον, ὄτε θὰ ὑπέστη τάς τύχας τῶν Κυθήρων ἄτινα ὔπετάγησαν ὑπό τῶν Ἀθηναίων . . . . . Πιθανώς λοιπὸν κατὰ τὸν Πελοποννησιακὸν πόλεμον ὠχυρώθη ἡ πόλις περιτειχισθείσα, ὤς καί ἐν Κυθήροις ἐγένετο».

Το 1961, οι Helen Waterhouse και Richard Hope-Simpson, με κριτήριο την ύπαρξη μερικών τμημάτων του τείχους «πολυγωνικής» δόμησης, χωρίς να προχωρήσουν σε ιστορική ερμηνεία, χρονολόγησαν την κατασκευή του οχυρού σε δύο φάσεις, μια πρώτη, κατά την οποία κατασκευάστηκε μόνο η «Ακρόπολη» στις αρχές του 5ου αι. π.Χ., και μια δεύτερη, κατά την οποία επενδύθηκε με ισοδομικό τρόπο το δυτικό τείχος της και, την ίδια εποχή, οχυρώθηκε όλος ο οικισμός. Όπως αναφέρεται παραπάνω, τα αρχαιολογικά-ανασκαφικά δεδομένα δεν επιβεβαιώνουν τις δύο αυτές υποθέσεις.

Ο πολυγωνικός τρόπος δόμησης είναι «ακατάστατος», όπως συνηθίζεται συχνά τα ύστερα κλασικά και τα πρώιμα Ελληνιστικά χρόνια και επιβάλλεται από το υλικό του χώρου, ενώ από τα κινητά ευρήματα δεν προκύπτει καμιά ένδειξη κατοίκησης πριν από το τρίτο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ. Παραμένει βέβαια το ερώτημα «ποιος, πότε και γιατί» προχώρησε στην κατασκευή ενός τόσο πολυδάπανου έργου. Ποια ήταν η πηγή εσόδων του πληθυσμού σε ένα νησί που δεν έχει αρκετές καλλιεργήσιμες εκτάσεις για να μπορέσει να θρέψει τους κατοίκους και να δημιουργήσει ικανό πλεόνασμα, ώστε να επιτρέψει μια τόσο δαπανηρή οχύρωση;

Η πρώτη, λογική, απάντηση είναι ότι κάποια ξένη δύναμη η οποία θα είχε ενδιαφέρον να ελέγχει το νότιο Αιγαίο θα συμμετείχε είτε άμεσα είτε χρηματοδοτώντας τους κυρίαρχους του νησιού. Ασφαλώς στο δεύτερο μισό του 4ου αι. π.Χ., όταν η ελληνική αλλά και η παγκόσμια ιστορία άλλαζαν πορεία, η στρατηγική θέση του μικρού νησιού θα ενδιέφερε κάποιες δυνάμεις να το ελέγχουν. Αλλά όταν ακόμα ήταν «ελεύθερες» οι μεγάλες ελληνικές πόλεις, πριν από τη μάχη της Χαιρώνειας και την καταστροφή των Θηβών το 335 π.Χ., το ενδιαφέρον τους ήταν στραμμένο προς τον Βορρά και στα μεγαλεπήβολα σχέδια του Φιλίππου και του Αλέξανδρου. Το ενδιαφέρον επίσης της ανερχόμενης δύναμης των Μακεδόνων ήταν στραμμένο προς τα ανατολικά και όχι προς το Αιγαίο. Ως μεγάλη δύναμη που θα μπορούσε να ενδιαφερθεί να ελέγξει το νησί παραμένει η Περσία, η οποία λίγο πριν είχε ανακαταλάβει την Αίγυπτο και είχε επίσης αντιληφθεί τα αντιπερσικά σχέδια των Μακεδόνων.

Την απάντηση δίνει η ανάγνωση της επιγραφής που βρέθηκε στον Ξηροπόταμο. Ο πρώτος αναθέτης που αναγράφεται είναι ο Ἀριστομένης Ἀριστομήδους, Θεσσαλός εκ Φερῶν ο οποίος φαίνεται γνωστός από τις φιλολογικές πηγές. Ένας Αριστομένης αναφέρεται ως «ναύαρχος» του περσικού στόλου στο Αιγαίο μετά την είσοδο των Μακεδόνων στην Μικρά Ασία. Ένας Αριστομήδης, Θεσσαλός από τις Φερές, συμμετείχε, ηγούμενος είκοσι χιλιάδων βαρβάρων, στον περσικό στρατό στην μάχη της Ισσού. Όπως είναι γνωστό, μετά την κατάληψη της Θεσσαλίας από τον Φίλιππο, πολλοί Θεσσαλοί, οι ανήκοντες στην ηγετική ομάδα που εκδιώχθηκε από τους Μακεδόνες, κατέφυγαν στον Μεγάλο Βασιλέα ως μισθοφόροι με την ελπίδα της επιστροφής στην πατρίδα τους. Γνωρίζουμε επίσης ότι μετά την ήττα στον Γρανικό οι Πέρσες κατέλαβαν την Χίο και προσπάθησαν να προσεταιριστούν, με την μεσολάβηση των Σπαρτιατών και την διάθεση μεγάλων ποσοτήτων χρυσού, ελληνικές πόλεις που δεν συμμετείχαν στην εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου (σημ. 5).

Οι κρητικές πόλεις ανήκαν στην κατηγορία αυτή και φαίνεται ότι η προσπάθεια του Άγιδος Γ΄, που ήταν φορτωμένος με πολλά τάλαντα από τους Πέρσες, προσανατολίστηκε προς τα εκεί. Η εμφάνιση, στο δεύτερο μισό του 4ου αι. π.Χ., πλήθους ισχυρών και πολυδάπανων οχυρώσεων στην Μεγαλόνησο μπορεί να εξηγηθεί με την εισροή περσικού χρυσού στην προσπάθεια της αυτοκρατορίας να οργανώσει την αντεπίθεσή της. Η εκπληκτική προέλαση του Αλέξανδρου, ο οποίος έδρασε επιπλέον σοφά αποκόπτοντας έγκαιρα την πρόσβαση των Περσών στην Μεσόγειο, ακύρωσε όλα τα σχέδια αντεπίθεσης. Γνωρίζουμε ότι μετά την μάχη της Ισσού ο Αλέξανδρος ασχολήθηκε με την τύχη της Χίου επιβάλλοντας την επιστροφή των εκδιωχθέντων στο νησί (σημ. 6).

Για την πιο απομακρυσμένη Κρήτη από τον κυρίως ελλαδικό κορμό, στις πόλεις της οποίας ασφαλώς θα είχαν διαμειφθεί παρόμοιες πολιτικές διεργασίες (σημ. 7), δεν υπάρχουν ενδείξεις αλεξανδρινής παρέμβασης, αλλά ο πρόωρος θάνατος του Μακεδόνα ηγέτη και οι διαμάχες των επιγόνων μάλλον απάλλαξαν τις κρητικές πόλεις από την τιμωρία τους για την προσπάθεια «μηδισμού». Αμέσως μετά, με την εξαφάνιση του περσικού κράτους, η εξοπλισμένη και οχυρωμένη Φαλάσαρνα, χωρίς πολλά εισοδήματα και εκμεταλλευόμενη την στρατηγική θέση του νησιού, άρχισε να επιδίδεται στην πειρατεία (σημ. 8) και από νωρίς ενόχλησε την αναπτυσσόμενη εμπορική δραστηριότητα των Ροδίων, αλλά και των άλλων ασθενέστερων νησιών τα οποία προστάτευε η Ρόδος με ανάλογα ανταλλάγματα. Δυο επιγραφές από την Ρόδο αποδεικνύουν ακριβώς την δραστηριότητα αυτή.

Η πρώτη είναι τιμητικό ψήφισμα του δήμου των Ροδίων για κάποιους πολίτες του που διακρίθηκαν στην εκστρατεία των Ροδίων κατά της Αιγιλίας. Η χρονολόγησή τους στο πρώτο μισό του 3ου αιώνα π.Χ. ταιριάζει με την χρονολόγηση που διαπιστώνεται στο εκτεταμένο, σε πολλά σημεία του Κάστρου, στρώμα καταστροφής. Στο ίδιο στρώμα βρέθηκαν και μερικές μπάλες από καταπέλτη, για την ρίψη των οποίων πολύ πιθανό να ήταν υπεύθυνος ο αναφερόμενος στις επιγραφές ειδικός στους καταπέλτες (= καταπαλταφέτης), Πολέμαρχος, γιος του Τιμακράτεως, Κασαρεύς.


Βλήματα από καταπέλτη

Ο ίδιος ο Πολέμαρχος γιος του Τιμακράτεως, ο οποίος αργότερα προήχθη σε συνταγματάρχη αναφέρεται και σε μια δεύτερη, επιτύμβια επιγραφή μαζί με τα αδέλφια του και φαίνεται ότι και οι τρεις σκοτώθηκαν σε εκστρατείες κατά των πειρατών σε διάφορα μέρη της Μεσογείου. Ο μεγάλος αδελφός του, που ήταν κυβερνήτης πλοίου, πρωιρατεύων, σύμφωνα με μια πρόταση συμπλήρωσης της επιγραφής, σκοτώθηκε στην Αιγιλία στην εκστρατεία για την οποία τιμήθηκε ο Πολέμαρχος, αν βέβαια δεχθούμε ότι οι Ρόδιοι επιτέθηκαν μόνο μία φορά στην Αιγιλία. Τα Αντικύθηρα αναφέρονται ως ο τόπος στον οποίο κατέφυγε ο «επαναστάτης» βασιλιάς της Σπάρτης, ο Κλεομένης Γ΄, μετά την ήττα του στη Σελλασία το 223 π.Χ., στο δρόμο του προς την Αίγυπτο (Πλούτ., Κλεομ. 31. ), ο βασιλιάς της οποίας, ο Πτολεμαίος ο Ευεργέτης, θα του έδινε ενισχύσεις για να επιστρέψει στην Σπάρτη.

Στα Αντικύθηρα ο Θηρυκίων, ακόλουθος του Κλεομένη, διαφώνησε μαζί του, επειδή θεωρούσε απαράδεκτο ως Σπαρτιάτες να εγκαταλείψουν την Σπάρτη αντί να επιστρέψουν και να πέσουν στην μάχη. Μετά την απάντηση του Κλεομένη, ότι ο στόχος του ήταν να επιστρέψει για να αλλάξει την κοινωνική δομή της Σπάρτης, ο Θηρυκίων αυτοκτόνησε στο νησί. Λίγα χρόνια μετά το πέρασμα του Κλεομένη, τα Αντικύθηρα βρίσκονται στη δίνη των συγκρούσεων των κρητικών πόλεων, αλλά και της προσπάθειας των δυνάμεων που επιθυμούσαν να ελέγξουν τον χώρο του νότιου Αιγαίου και τα περάσματα προς την Δύση, όπου είχε ήδη εμφανιστεί η δύναμη της Ρώμης. Δύο διεκδικητές φαίνονται αναμεμιγμένοι στις κρητικές υποθέσεις εκείνη την περίοδο, ο Φίλιππος Ε΄ της Μακεδονίας και ο Νάβις της Σπάρτης.

Και οι δυο ασφαλώς θα προσπάθησαν να ελέγξουν το μικρό νησί, ο πρώτος γιατί είχε βρει ως αφορμή την «πρόσκληση» στην Μεγαλόνησο από τους Πολυρρηνίους (Πολύβιος, Ιστορ. 4.55.1-5.), τους εχθρούς της Φαλάσαρνας, και ο δεύτερος επειδή είχε έμπρακτη εμπλοκή στις υποθέσεις της δυτικής Κρήτης. Υλικό κατάλοιπο της «επίσκεψης» του Νάβιδος αποτελούν πολλές ενεπίγραφες μολυβδίδες λακωνικού τύπου, που βρέθηκαν στο χώρο του «Κάστρου», με τον τίτλο «Βασιλέως», τίτλο τον οποίο έδωσε στον εαυτό του ο Νάβις τα τελευταία χρόνια της εξουσίας του. Ο 2ος αιώνας φαίνεται ότι ήταν αιώνας ανάπτυξης του οικισμού.

Η πρώτη ένδειξη είναι η κατασκευή (ή επανακατασκευή) του παραλιμένιου ιερού του Απόλλωνος και της Αρτέμιδος. Ο χώρος τον οποίο καταλαμβάνει ο ναός έχει «προσχωθεί» τον 2ο αι. π.Χ. με την διαμόρφωση του ισχυρού περιβόλου του ιερού που περιόριζε το κανάλι που οδηγούσε στο «κρυφό λιμάνι». Η δεύτερη ένδειξη της σχετικής ανάκαμψης του οικισμού της Αιγιλίας, βρίσκεται στην στρωματογραφία της ανασκαφής στο χώρο του «Κάστρου». Το ανώτερο στρώμα των οικιών στο χώρο, και όπως φαίνεται το τελευταίο, χρονολογείται στον 2ο αι. π.Χ. Σε τι οφείλεται η σχετική ευμάρεια που παρατηρείται; Ασφαλώς η εξήγηση βρίσκεται στα εισοδήματα της πειρατικής δραστηριότητας της Φαλάσαρνας. Η Ρώμη έχει μπει δυναμικά στην ιστορία του αιγαιακού χώρου και οι εμπορικές συναλλαγές μεταξύ της ανατολικής και της κεντρικής Μεσογείου παρουσιάζουν εξαιρετική ανάπτυξη.

Τμήμα του περιβόλου του ιερού

Η εμπλοκή του νησιού στις ενδοκρητικές διαμάχες είναι επίσης εμφανής από τα δεδομένα της ανασκαφής. Μια σειρά από ενσφράγιστες μολυβδίδες που έχουν βρεθεί στην Αιγιλία φέρουν ονόματα κρητικών αξιωματούχων από πόλεις που είχαν συμμαχικές σχέσεις με την Φαλάσαρνα (βλ. εικ.) ·η μολυβδίδα της εικόνας είναι αχρησιμοποίητη και βρέθηκε εντός της οχύρωσης, είναι δε σφραγισμένη με το όνομα Ποδαίθου και ένα κηρύκειο. Ο Πόδαιθος έζησε τον 2ο αι. π.Χ. και ήταν αξιωματούχος της Λατούς, πόλη της ανατολικής Κρήτης.


Μολυβδίδα (βλήμα σφεντόνας)

Η Αἰγιλία φαίνεται ότι υπέστη την εκδικητική μανία του Ρωμαίου στρατηγού Μέτελλου που κατέπνιξε με αγριότητα την «Κρητική Επανάσταση» το 69-67 π.Χ. Η ζωή στο «Κάστρο» σταμάτησε ακριβώς εκείνα τα χρόνια. Την ίδια χρονική στιγμή καταστράφηκε και η Φαλάσαρνα. Ανθρώπινη παρουσία διαπιστώνεται πάλι στο νησί μετά τον 5ο αι. μ.Χ., όταν η ζωή στο Αιγαίο ομαλοποιήθηκε με την ισχύ του βυζαντινού στόλου έως περίπου τις αρχές του 8ου αι., όταν άρχισαν οι αραβικές επιθέσεις και φαίνεται ότι τα Αντικύθηρα έχασαν πάλι τον πληθυσμό τους. Οι κάτοικοι επανήλθαν στα μεσοβυζαντινά χρόνια, λίγο μετά την εκδίωξη των Αράβων από την Κρήτη, και μετά την 4η Σταυροφορία έως και τους Ναπολεόντειους πολέμους ανήκαν, μαζί με τα υπόλοιπα Επτάνησα, στις κτήσεις της Βενετίας.

Ασημένιο νόμισμα του Λέοντος Δ΄ - Χάζαρου (775-780 μ.Χ)

Πρόταση της αρχαιολογικής ομάδος

Σήμερα το νησί περνάει μια νέα περίοδο ερήμωσης, η οποία φαίνεται να είναι μη αναστρέψιμη, εκτός εάν γίνει «χρήση» των αρχαιοτήτων με προγράμματα εναλλακτικού τουρισμού τα οποία θα αποτελέσουν στοιχείο προσέλκυσης επισκεπτών και θα επιμηκύνουν την τουριστική περίοδο. Ήδη έχει προταθεί ένα πρόγραμμα αρχαιολογικού τουρισμού, του οποίου ο στόχος δεν θα είναι να μετατρέψει το «Κάστρο» σε έναν οργανωμένο και καλαίσθητο αρχαιολογικό χώρο στον οποίο όμως ο επισκέπτης θα μένει απλός περαστικός θεατής. Η πρόταση του προγράμματος συνίσταται στην δημιουργία ενός ζωντανού Αρχαιολογικού Πάρκου, στο οποίο οι επισκέπτες θα έχουν την δυνατότητα να δραστηριοποιούνται και από απλοί θεατές θα μετατρέπονται σε δρώντα υποκείμενα.

Στην Ελλάδα, ιδιαίτερα στη νότια, οι μέρες ηλιοφάνειας που επιτρέπουν υπαίθρια εργασία αρχίζουν από τα μέσα Μαρτίου και τελειώνουν αργά τον Νοέμβριο. Αυτό δίνει την δυνατότητα να προγραμματίζεται αρχαιολογική δραστηριότητα όλη αυτή την περίοδο. Η δραστηριότητα αυτή εντάσσεται στο γενικό πλαίσιο ενός προγράμματος εναλλακτικού τουρισμού. Οι ενδιαφερόμενοι επισκέπτες-τουρίστες θα έρχονται όχι για απλή επίσκεψη αλλά για να συμμετάσχουν στην διαδικασία της αποκάλυψης και της δημιουργίας του αρχαιολογικού χώρου. Θα εργάζονται δηλαδή ως «εργατικό» προσωπικό και θα διδάσκονται ταυτόχρονα την ανασκαφική διαδικασία, αλλά και όλες τις άλλες δραστηριότητες που απαιτούνται για την δημιουργία και την λειτουργία ενός Αρχαιολογικού Πάρκου, όπως είναι η αποκάλυψη των αρχαιοτήτων και η αποκατάστασή τους, η δημιουργία μονοπατιών προς τους χώρους ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, η ξενάγηση στο χώρο, ενώ ταυτόχρονα, τα απογεύματα, θα τους παραδίδονται μαθήματα (α) ιστορίας του αρχαιολογικού χώρου, (β) του τρόπου με τον οποίο εξάγονται τα ιστορικά συμπεράσματα από τα ανασκαφικά δεδομένα, αλλά και (γ) μαθήματα για τους στόχους της αρχαιολογικής έρευνας, (δ) μαθήματα άμεσης συντήρησης και σχεδίου, κινητών και ακίνητων ευρημάτων, καθώς και (ε) των τρόπων προβολής του «αρχαίου» στο ευρύτερο κοινό.

Το κείμενο καθώς και η πρόταση βασίζεται στην μελέτη του αρχαιολόγου κου Άρη Τσαραβόπουλου.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

1. Τα Αντικύθηρα έχουν γίνει παγκοσμίως γνωστά από την εύρεση στην θαλάσσια περιοχή τους του περίφημου «Ναυαγίου», αλλά η ιστορία τους κατά την διάρκεια της αρχαιότητας (προϊστορικής και «ιστορικής») και των μεσαιωνικών χρόνων ήταν άγνωστη. 

2. Ἀρχαιολογικὴ Ἐφημερίς 1862, 314 αρ. 398, 400, 401, και 402, πίν. ΜΒ΄.

3. Αντίθετα με όσα έγραψε ο Στάης (και αναγράφεται και στο Ν. Καλτσάς, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Τα Γλυπτά, Αθήνα 2001, σ. 271 αρ. 567) πρόκειται για δύο διαφορετικά μνημεία που διαφέρουν χρονικώς περίπου 150 με 200 χρόνια μεταξύ τους (Martin Flashar, Apollon Kitharodos, Statuarische Typen des musischen Apollon, Wien 1992, σ. 85). Η επιγραφή χρονολογείται στα τέλη του 4ου αι. π.Χ., όπως σωστά γράφει ο Στάης, αλλά το άγαλμα έχει φιλοτεχνηθεί τον 2ο αι. π.Χ. 

4. Στην περιοχή των Χαρχαλιανών, στο βορειοδυτικό τμήμα του νησιού, έχουν εντοπιστεί φλέβες λευκού πυριτόλιθου. 

5. Σχετικά με την πολιτική της Περσικής Αυτοκρατορίας να οργανώσει «αντεπίθεση» κατά του Αλέξανδρου δες: Sekunda N., The date and Circumstances of the Construction of the Fortifications at Phalasarna, HOΡΟΣ 17-21 (2004-2009), σ. 597-600 και Τσαραβόπουλος, A., Η επιγραφή IG V 1, 948 και οι ενεπίγραφες μολυβδίδες του Κάστρου των Αντικυθήρων, HOΡΟΣ 17-21 (2004-2009), σ. 327-348. 

6. Στο μουσείο της Χίου φυλάσσεται επιγραφή που αποδίδει την επιστολή του Μ. Αλέξανδρου προς τους Χίους, μετά τη μάχη της Ισσού, με την οποία επιβάλλει την επιστροφή των εκδιωχθέντων από τους ολιγαρχικούς. 

7. Εξετάζοντας τις οχυρώσεις του δεύτερου μισού του 4ου αι. π.Χ. παρατηρείται μια διαφοροποίηση στην ποιότητα και στο κόστος της κατασκευής. Συγκρίνοντας τα τείχη της Φαλάσαρνας και της Αιγιλίας, της Λησσού και της Απτέρας, για να μιλήσουμε μόνο για τη βορειοδυτική Κρήτη, με αυτά της Πολυρρήνειας, η οποία δεν διέθετε ναυτική δύναμη και συνεπώς δεν ενδιέφερε τους Πέρσες, ενώ βρισκόταν σε συνεχή διαμάχη με τις γειτονικές της πόλεις, διαφαίνεται ότι στις πρώτες η οχύρωση ήταν πολύ δαπανηρή, ενώ στην τελευταία έγινε με οικονομική δυσκολία όπως φαίνεται από το αποτέλεσμα. 

8. Για την πειρατική δραστηριότητα των κρητικών πόλεων τα Ελληνιστικά χρόνια δες: Brulé P., La Piraterie crétoise hellénistique, Annales Littéraires de l’ Université de Besançon 223, Paris 1978. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου