Σάββατο, 9 Απριλίου 2016

Τοῦ Ὀλύμπου



                       
Τό τραγοῦδι τοῦ Ὀλύμπου εἶναι ἀναμφισβητήτως ἕνα ἐκ τῶν ὡραιοτέρων τῆς ποιήσεως. Ἴσως μάλιστα, ἐξ ὅλων τῶν κλέφτικων τραγουδιῶν, εἶναι ἐκεῖνο, εἰς τοῦ ὁποίου τήν σύνθεσιν καί τάς λεπτομερείας εὑρίσκομεν εἰς μεγαλύτερον βαθμόν τήν πρωτόγονον τόλμην τῆς επινοήσεως, τήν τραχεῖαν ὁρμήν τῆς φαντασίας καί τήν αποτελεσματικήν ἁπλότητα τῆς ἐκφράσεως, τά ὁποῖα κυρίως χαρακτηρίζουν ὅλα τά δημοτικά τραγούδια. 

Ἡ πραγματική ὑπόθεσις τοῦ τραγουδιοῦ εἶναι ὁ ἐπικείδιος ἔπαινος κάποιου Κλέφτη, ἀγνώστου σήμερον μεταξύ τῶν Κλεφτῶν τῆς Θεσσαλίας. Τό μάλωμα τοῦ Ὀλύμπου καί τοῦ Κισσάβου (ἡ Ὄσσα τῶν ἀρχαίων) ὅσον λαμπρόν καί ἄν εἶναι ἐξεταζόμενον ὠς ὑπόθεσις, ἐν τούτοις πρέπει νά θεωρηθή ὠς δευτερεῦον στοιχεῖον, ὠς πλαίσιο τῆς εικόνος, ἐκ τοῦ βάθους τῆς ὁποίας ἡ ἱστορία καί ὁ ἔπαινος τοῦ νεκροῦ πολεμιστοῦ ἀναδύεται λαμπρῶς καί κατά τόν πλέον ἐντυπωσιακόν τρόπον. Θά ἠθέλομεν νά γνωρίσωμεν, ποιος εἶναι ὁ γενναῖος αὐτός Ἕλλην, τοῦ ὁποίου τά κατορθώματα ἦσαν ἡ ἀφορμή μιᾶς τόσον ζωηρᾶς ἐμπνεύσεως· ἀλλά τό όνομά του δεν ἀνεφέρθη· παρέμεινε εἰς τήν σκέψιν, σχεδόν θα ἔλεγα εἰς τήν ἔκστασιν τοῦ ποιητοῦ καί τίποτε δέν μᾶς βοηθεῖ νά τό ὑποθέσωμεν. 

Τό τραγοῦδι τοῦ Ὁλύμπου, κατά τήν γνώμην μου, πρέπει νά συμπεριληφθῆ μεταξύ τῶν πλέον ἀρχαίων τοῦ εἴδους του· καί σχεδόν δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι συνετέθη εἰς τήν Θεσσαλίαν, ἀλλά τραγουδεῖται εἰς ὅλην τήν Ἑλλάδα καί δέν εἶναι ἄγνωστον ἀκόμη καί εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν. Εἶναι ἀνωφελές νά προσθέσω ὅτι τά ληφθέντα ἀντίγραφα εἰς διαφόρους τόπους διαφέρουν ἀρκετά μεταξύ των· ἐχρησιμοποίησα δύο ή τρία διά νά συνθέσω τό κείμενον τό ὁποίον ἀκολουθεῖ. 


  ΤΟΥ ὈΛΥΜΠΟΥ


«Ὁ Ὄλυμπος κ' ὁ Κίσσαβος, τά δυό βουνά μαλώνουν· 
Γυρίζει τότ' ὁ Ὄλυμπος, καί λέγει τοῦ Κισσάβου· 
Μή με μαλώνεις, Κίσσαβε, κονιαροπατημένε! 
Ἐγώ είμ' ὁ γέρος Ὄλυμπος, 'σ τόν κόσμον ξακουσμένος. 
Ἔχω σαράντα δυό κορφαῖς, ἑξήντα δυό βρυσούλαις· 
Πᾶσα βρυσή καί φλάμπουρον, παντοῦ κλαδί καί κλέφτης· 
Καί 'σ τήν ψηλήν μου κορυφήν ἀετός εἶν' καθισμένος, 
Καί εἰς τά νύχια του κρατεῖ κεφάλ' ἀνδρειωμένου· 
»Κεφάλι μου, τί ἔκαμες, κ' εἶσαι κριματισμένον;
- »Φάγε, πουλί, τά νεάτα μου, φάγε καί τήν ανδρείαν μου,
»Νά κάμης πήχην τό φτερόν, και πιθαμήν τό νύχι. 
»'Σ τόν Λοῦρον, 'σ τό Ξερόμερον ἁρματωλός ἐστάθην, 
»'Σ τά Χάσια καί 'σ τόν Όλυμπον δώδεκα χρόνους κλέφτης· 
»Ἑξῆντ' ἀγάδαις σκότωσα, κ' ἔκαψα τά χωριά τους· 
»Κ' ὅσους 'σ τόν τόπον ἄφησα καί Τούρκους κ' Ἀρβανίταις, 
»Εἶναι πολλοί, πουλάκι μου, καί μετρημόν δέν ἔχουν. .
»Πλήν ἦρθε κ' ἡ ἀράδα μου 'σ τόν πόλεμον νά πέσω».


Από την συλλογή του Claude Fauriel  
«Τα Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια», (1824),
μετάφραση Απ.Δ.Χατζηεμμανουήλ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου