Τρίτη, 12 Μαΐου 2015

ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ ΤΟΥ ΒΑΛΤΕΤΣΙΟΥ



Η μάχη του Βαλτετσίου (24 Απριλίου και 12-13 Μαΐου) υπήρξε μία από τις κρισιμότερες μάχες κατά την Ελληνική επανάσταση. Η νίκη της 12-13 Μαΐου 1821 άνοιξε τον δρόμο για την Άλωση της Τριπολιτσάς, και αποτέλεσε την αναβίωση της Αρχαίας Δωρικής πολεμικότητος. Θεμελίωσε δε, την ελπίδα της νίκης και έδωσε το όραμα της λευτεριάς στους επαναστατημένους Έλληνες. 

Μανιάτες, Μεσσήνιοι και Αρκάδες οχυρωμένοι στα ταμπούρια του Βαλτετσίου, αμύνθηκαν με επιτυχία στις επιθέσεις των Τούρκων της Τριπολιτσάς, οι οποίοι ανέρχονταν περίπου σε 10-12.000 άνδρες υπό την ηγεσία του πολέμαρχου Κεχαγιάμπεη Μουσταφά. Πολλά επαναστατικά σώματα Ελλήνων οπλαρχηγών από διάφορα μέρη της Πελοποννήσου, που πολιορκούσαν την Τριπολιτσά, έσπευσαν να βοηθήσουν τους αμυνόμενους. Μετά από σκληρό αγώνα, βλέποντας οι Τούρκοι το ακατάβλητο των Ελλήνων και την συνεχή αύξηση των επιτιθεμένων επαναστατών αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν και μάλιστα υπό άτακτη φυγή να αναζητούν καταφύγιο πίσω από τα τείχη της Τριπολιτσάς. 

Στην μάχη αυτή συμμετείχαν γνωστοί αλλά και λιγότερο αναγνωρισμένοι από την ιστορική συνείδηση οπλαρχηγοί, όπως οι Μητροπέτροβας, Ηλ. Μαυρομιχάλης, Κεφάλας, Ν. Φλέσσας, Αναγνωσταράς, Μούρτζινος, Γιατράκος, Νικηταράς, Πατσαντώνης, Κατριβάνος, Δαγρές και άλλοι. 


ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ 

Ενώ οι Έλληνες πολιορκούσαν την Ακροκόρινθο και την Τρίπολη, ο Χουρσίτ πασάς στέλνει ισχυρό στράτευμα με σκοπό να καταπνίξει το επαναστατικό κίνημα. Ο Κεχαγιάμπεης Μουσταφά (ή Μουσταφά Μπέη) με 3.500 Αλβανούς αναλαμβάνει την Δυτική Ελλάδα και, ξεκινά για τον Μοριά για να ενισχύσει την πολιορκημένη Τρίπολη. Ξεκίνησε από τα Γιάννενα, χωρίς να βρει πουθενά ιδιαίτερη αντίσταση. Έλυσε την πολιορκία της Ακροκορίνθου και του Άργους. Ο Γέρος του Μοριά, βάσει του στρατηγικού του σχεδίου, τον αφήνει σκόπιμα να περάσει. Ο Κεχαγιάμπεης προσπαθεί να ελκύσει προδότες μέσω αμοιβών, ο μόνος που ενέδωσε όμως ήταν ο ταχυδρόμος που παρέδιδε την αλληλογραφία μεταξύ της Μπουμπουλίνας και του Κολοκοτρώνη. Μικρό όφελος είχαν τα γράμματα τους μιας και περιείχαν ανακριβή στοιχεία περί των στρατευμάτων. Σύντομα ανακαλύφθηκε ο προδότης και εκτελέστηκε.


Ο Κολοκοτρώνης στήνει στρατόπεδο στο Βαλτέτσι, λόγω της στρατηγικής του θέσεως. Διατάζει να οχυρωθούν τα τέσσερα στρατηγικά σημεία του με ισχυρά ταμπούρια και να εγκατασταθεί φρουρά. Στις 24 Απριλίου ο Κεχαγιάμπεης εξαπολύει αιφνιδιαστική επίθεση με 4000 άνδρες, οι λιγοστοί Έλληνες αμύνονται ηρωικά ωστόσο καταφέρνει να καταλάβει, έστω και προσωρινώς, το στρατόπεδο. Στο μεταξύ καταφθάνουν ο Πλαπούτας με τον Κολοκοτρώνη και κυνηγούν τους Τούρκους μέχρι την Μάκρη Μαντινείας. Το στρατόπεδο αμέσως αναδιοργανώνεται και ενισχύεται, στήνονται μηχανισμοί ειδοποιήσεως με φωτιές και τοποθετούνται οπλαρχηγοί σε στρατηγικά σημεία.

Tην εκ νέου εγκατάσταση Ελλήνων στο Βαλτέτσι, όπως αναφέρεται, συνέστησε και ο Θ. Κολοκοτρώνης με επιστολή του. Ο ίδιος κατείχε το Χρυσοβίτσι, ενώ στη θέση της Πιάνας είχε στρατοπεδεύσει ο Κανέλλος Δεληγιάννης, ο Δημήτριος Πλαπούτας κ.ά. Οι τρεις αυτές θέσεις μπορούσαν να αλληλοβοηθούνται εύκολα σε περίπτωση τουρκικής προσβολής, γιατί το στρατόπεδο των Βερβαίνων ήταν κάπως απομακρυσμένο. Φθάνοντας στο Βαλτέτσι ο Ηλίας Μαυρομιχάλης έδωσε το παράδειγμα, βάζοντας το πρώτο λιθάρι, για να χτιστεί κλειστό ταμπούρι, το οποίο θα ήταν ασφαλέστερο και ακολούθησαν όλοι με ενθουσιασμό, ώστε την ίδια ημέρα είχε τελειώσει η κατασκευή του. Σε αυτό το ταμπούρι, εικάζεται ότι πρέπει να ήταν το ανατολικό, κλείστηκε ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης με 120 Μανιάτες, ανάμεσα στους οποίους ήταν ο Πρωτοσύγκελλος Μελέτιος Φραγκίσκος από την Αρεόπολη και η Μανιάτισσα χήρα Σταυριάνα Σάββαινα, η οποία στη διάρκεια της μάχης μετεκινείτο από ταμπούρι σε ταμπούρι και μοίραζε φυσέκια στους στρατιώτες. Αναφέρεται επίσης σε πιστοποιητικό που της χορήγησε ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης ότι: «...καθώς δεν έλλειψε και εις του Βαλτετσίου τον πόλεμον μαχομένη γενναιότατα δια την πατρίδα, σκοτώνοντας με το χέρι της δύο εχθρούς...». Στο επόμενο ταμπούρι οχυρώθηκαν ο Ηλίας Μαυρομιχάλης με τον Ηλία και το Νικήτα Φλέσσα από την Πολιανή, αδελφούς του Παπαφλέσσα, με 250 άνδρες. Σε ένα βορεινό ταμπούρι κλείστηκε ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης με τον Αναγνώστη Οικονομόπουλο από το Κουρτσαούση (Σπερχογεία), τον Παναγιώτη Κεφάλα από το Δυρράχη, τον παλαιό κλέφτη Γερο-Μήτρο Πέτροβα από τη Γαράντζα - που χαρακτηρίζεται ως το καλύτερο τουφέκι της Μεσσηνίας - το Δημήτριο Παπατσώνη από το Ναζίρι της Μεσηνίας και τον Αθανάσιο Σιώρη με τους Κατριβάνους από το Ίσαρι της Αρκαδίας με 330 άνδρες. Στην εκκλησία οχυρώθηκε ο Ιωάννης Κατσανός με Μανιάτες και οι Μπουραίοι από τους Κωνσταντίνους με 70 άνδρες. Στο πιο απομακρυσμένο ταμπούρι, πιθανώς το δυτικό, κλείστηκε ο Ηλίας Τσαλαφατίνος με Μανιάτες και 75 Λεονταρίτες, που τότε η πατρίδα τους υπαγόταν στη Μεσσηνία. 

Ο Κανέλλος Δεληγιάννης αναφέρει στα Απομνημονεύματά του: «Ό Κιαχαγιάμπεης, Κιαμίλμπεης και Δευτέρ Κιαχαγιάς έξεστράτευσαν επίτηδες διά τό Βαλτέτζι, γνωρίζοντες οί αυτόχθονες Τούρκοι ότι, άν δυνηθούν και διαλύσουν αυτό, τότε άποδειλιούν τά άλλα και ευκόλως δύνανται να προχωρήσουν συσσωματωμένοι είς άπασαν την Πελοπόννησον, να την υποτάξουν». 

Στις 12 Μαΐου, ο Κεχαγιάμπεης μαζί με 12000 Τουρκαλβανούς ξεκινά για να ξαναχτυπήσει το Βαλτέτσι. Αυτή είναι η δεύτερη φάση της ιστορικής μάχης. Σήμανε συναγερμός και ευθύς ο Κολοκοτρώνης με άλλους οπλαρχηγούς κατευθύνονται προς το Βαλτέτσι. Οι Τούρκοι υπό τις διαταγές του Ρουμπή ζητούν την παράδοση των Ελλήνων, αυτοί όμως αρνούνται και η μάχη αρχίζει. Ο Ρουμπής καταφέρνει να κυκλώσει τις θέσεις των Ελλήνων αποκόπτοντας τόσο την μεταξύ τους επικοινωνία όσο και την πρόσβαση τους στις πηγές νερού. Παρόλα αυτά δεν καταφέρνει να νικήσει και ζητά ενισχύσεις από τον Κεχαγιάμπεη. Την στιγμή εκείνη φθάνει ο Κολοκοτρώνης από το Χρυσοβίτσι με 700 άνδρες και πλαγιοκοπεί με επιτυχία τους Τούρκους. Ο Ρουμπής, ενώ ήταν έτοιμος να υποχωρήσει δέχεται την ενίσχυση του Κεχαγιάμπεη, και έτσι η μάχη αποκτά δύο μέτωπα. Αλλά και από την μεριά των Ελλήνων φθάνει δεύτερο κύμα ενισχύσεων από τον Πλαπούτα και η μάχη συνεχίζεται πεισματικά και από τα δύο μέρη, χωρίς κανείς να αφήνει τις θέσεις του ούτε καν κατά την διάρκεια της νυκτός, απεναντίας συνεχίσθη και την επομένη. 

Χαρακτηριστική είναι η σύσσωμη υποστήριξη του λαού καθώς περιγράφει ο Γέρος του Μοριά: 

«Οι Έλληνες μόνοι των άλεθαν, εζύμωναν, έψηναν το ψωμί και το έφερναν με τα ζώα των εις το Στρατόπεδο. Είχαμε φούρνο εθνικόν εις την Πιάνα, Αλωνίσταινα, Βυτίνα, Μαγούλιανα, Δημητσάνα, Στεμνίτσα. Πρόβατα μας έφερναν πότε από τα 30, πότε από τα 40 και τα έδιδαν με ευχαρίστησι τους. Μπαρούτι μας έδινε η Δημητσάνα, του μπαρουτιού την υπόθεσι την είχαν πάρει επάνω τους τα αδέλφια Σπηλιωτόπουλοι, οι Σπετσιώτες και οι Υδραίοι μας έστελναν και πολεμοφόδια και πετζιά για τζαρούχια». 


Τα χαράματα η μάχη ξαναρχίζει. Το σφυροκόπημα κράτησε ένα εικοσιτετράωρο. Τελικά ο Ρουμπής, βλέποντας ότι κινδυνεύει να περικυκλωθεί διατάζει υποχώρηση ενώ ο Κολοκοτρώνης προτρέπει τους Έλληνες να τους καταδιώξουν. «Έλληνες, οι Τούρκοι θα φύγουν, ριχτείτε επάνω τους». Οι τουρκικές δυνάμεις πετάνε μέχρι και τα όπλα τους για να τους καθυστερήσουν. Ο Κολοκοτρώνης παρακολουθώντας το κυνηγητό των Τούρκων, βλέπει ότι πλησιάζουν στον κάμπο όπου κινδυνεύουν από το εχθρικό ιππικό, και φωνάζει δυνατά: «Έλληνες, γυρίστε πίσω, αφήστε Τούρκους για να 'χουμε να σκοτώσουμε κι άλλη μέρα». 

Μετά από 23 ώρες μάχης η νίκη των Ελλήνων ήταν συντριπτική. Οι Τούρκοι υπέστησαν βαρύτατες απώλειες ενώ οι Έλληνες ελάχιστες. 

Από τον Κανέλλο Δεληγιάννη μαθαίνουμε για την βαρύτατη αυτή ήττα: 

«Επήραν δε oι έσωθεν και έξωθεν στρατιώται λάφυρα, τουφέκια, πιστόλας, σπαθιά υπέρ τάς τρεις χιλιάδας και ώπλίσθηκαν καλώς υπέρ τάς τρεις χιλιάδας στρατιώται με αργυρά όπλα και λαμπρά ενδύματα. Έπήραμεν δεκαοκτώ σημαίας, τέσσαρα κανόνια του κάμπου, τρείς σκηνάς (τζατήρια), άπειρα πολεμοεφόδια και όλας τάς άποσκευάς τού τούρκικου στρατοπέδου. Αύτάς τάς αδιαφιλονίκητους αληθείας του περιστατικού τούτου, άφού τάς γνωρίζω ό ίδιος ώς αυτόπτης, αυτουργός και ενεργός αυτών, τάς έβεβαιώθην μετά την πτώσιν τής Τριπολιτσάς έτι μάλλον άπό τον Μουσταφάμπεην, Δευτέρ Κιαχαγιάν, Σιακήρμπεην, Τρασιταίους και άπό άλλους επισήμους Τούρκους. Και αύτη ή ένδοξος νίκη ήτον ή κρίσις τής Ελληνικής Επαναστάσεως και εις αυτήν χρεωστείται ή ανεξαρτησία τής πατρίδος, καθότι ενεθάρρυνε και ένεψύχωσε τους Έλληνας• άφού ήρπασαν τόσα όπλα και τόσα λάφυρα άπό τους τυράννους των, έπολεμούσαν έπειτα άτρομήτως». 

Όταν και ο τελευταίος Τούρκος χάθηκε στον ορίζοντα τα παλικάρια φορτωμένα άρματα κύκλωσαν τον αρχηγό της νίκης. Εκείνος ανέβηκε σε μία πέτρα ξεσκούφωτος και είπε με βροντερή φωνή :  

«Έλληνες! Τούτες οι μέρες, δώδεκα – δεκατρείς του Μάη, θα δοξάζονται στους αιώνες αιώνων, ως ότου το γένος μας στέκει γιατί ήτον η ελευθερία της πατρίδος. Είναι δόξα δική σας και του γένους, όπου με 23 ώρες αδιάκοπο πόλεμο βαστάξατε την Τουρκιά και πατήσατε τον περήφανο αγά για πάντα. Γιατί πάει αυτός και πουθενά. Δεν θα σταθεί πια. Μα πρώτα είναι δόξα του Θεού μεγάλη αυτό που γίνηκε γιατί οργίστει τον μουρτάτη για την πολλή την ανομία, το άδικο, το αίμα και την τυραννία του ραγιά. Και σήκωσε τον αδύνατο, εμάς, για να τον ταπεινώσει και να κάμει την δικαιοσύνη του. Ζήτω το Γένος!». 



Η νίκη του Βαλτετσίου τραγουδήθηκε, με την γνωστή καλαισθησία και γάργαρη ροή του Ελληνικού λόγου: 

«Βαλτέτσι μου περήφανο και χιλιοδοξασμένο 
πού είναι οι λεβέντες σου που όλο τους περιμένω 
ναρθούνε να χορέψουνε στης Παναγιάς τη χάρη 
στου Βαλτετσίου τον πλάτανο να ρήξουν το λιθάρι
 ν' αναδειχτούνε στο σπαθί και στο καλό σημάδι,
 ν'αναδειχτούν και στο χορό, ποιός είναι παληκάρι.
Εδώ που μαζευτήκανε όλοι οι καπεταναίοι
 της Μάνης ο Πετρόμπεης και Κολοκοτρωναίοι
 κι' όλοι λεβέντες του Μοριά που ήτανε γενναίοι.
 Κολοκοτρώνης φώναξε ψηλά απ'το Ρεζενίκο
 γειά σου Κολοκοτρώνη μου πώς να σαλησμονίκω
 κράτα ρε Μήτρο Πέτροβα του κούκου το ταμπούρι
 σας φέρνουμε ζεστό ψωμί κρασί να πιείτε ούλοι.
 Σας φέρνω και αρνιά ψητά βαρώντας το νταούλι
 ετάξανε στην Παναγιά στην Παναγιά Παρθένα
 από τα παλικάρια τους μη σκοτωθεί κανένα.
Τότε στη μάχη ρίχτηκαν μες το Βαλτέτσι ούλοι
 και πήρανε τη λευτεριά για να μη ζούνε δούλοι
 μας χάρισαν τη λευτεριά και μεις δεν ζούμε δούλοι.
 Έφτασε κι ο Νικηταράς με το σπαθί στο χέρι
 πέντε πιστόλες κράταγε κι αστρακτερό μαχαίρι
 στην ρεματιά του Βαλτετσίου τους έκανε καρτέρι.
 γεια σου μωρέ Νικηταρά άλλον δεν είχες ταίρι
 είχες στα πόδια σου φτερά κι όλη η τουρκιά το ξέρει.
 Έτσι παιδιά μου τέλειωσε η μάχη στο Βαλτέτσι
 τους Τούρκους τους εκλείσανε σαν κότες στο κοτέτσι
 τους κλείσαν στην Τριπολιτσά προτού ο ήλιος πέσει.
 Εσείς που δοξαστήκατε στις δώδεκα του Μάη
 εμείς θα σας γιορτάζουμε αιώνια κάθε Μάη
 στεφάνια θα σας φέρνουμε με λουλούδια του Μάη
 δάφνες, σγουρό βασιλικό πανθήζουνε το Μάη». 


ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΜΕΡΙΚΟΥΣ 
ΕΚ ΤΩΝ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΩΝ ΗΡΩΩΝ 


Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς (1782-1849) 

Εξέχουσα και ηρωική φυσιογνωμία του Επαναστατικού Αγώνα του 1821. Γεννήθηκε, κατά μία εκδοχή, στο χωριό Τουρκολέκα της Μεγαλόπολης το 1782. Κατά μία άλλη εκδοχή, ο Νικηταράς γεννήθηκε το 1784 στο χωριό Νέδουσα Μεσσηνίας, ένα μικρό χωριό στους πρόποδες του Ταΰγετου, προς την μεριά του Μυστρά. Πατέρας του ήταν ο κλέφτης Σταματέλος Τουρκολέκας (εξού το επώνυμο Σταματελόπουλος από το βαπτιστικό όνομα του πατέρα του), μητέρα του η Σοφία Καρούτσου, αδελφή της γυναίκας του Θ.Κολοκοτρώνη. Ο Νικηταράς ήταν ανιψιός του Γέρου του Μωριά. Σε ηλικία ένδεκα χρονών ακολούθησε τον πατέρα του στο κλέφτικο. Αργότερα εντάχθηκε στο «μπουλούκι» του περίφημου κλέφτη Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη, κοντά στον οποίο έμαθε τα μυστικά της πολεμικής τέχνης. Παντρεύτηκε την κόρη του, Αγγελίνα και απέκτησαν έναν υιό και δύο θυγατέρες. Το 1805, κατά τον ανηλεή διωγμό των κλεφταρματολών της Πελοποννήσου, ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους και ο Νικηταράς ακολούθησε τον θείο του Κολοκοτρώνη στα Επτάνησα, όπου εντάχθηκε στα Ρωσικά τάγματα και μετέβη στην Ιταλία για να πολεμήσει κατά του στρατού του Ναπολέοντα. Στη συνέχεια επέστρεψε στα Επτάνησα και υπηρέτησε τους Γάλλους ενώ στις 18 Οκτωβρίου 1818 μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία από τον Η.Χρυσοσπάθη. Έπειτα, συμμετείχε στην εκστρατεία για την προετοιμασία του λαού για τον Αγώνα, περιοδεύοντας μαζί με τον Δ.Πλαπούτα και τον Αναγνωσταρά στην Πελοπόννησο.

Με την έκρηξη της Επαναστάσεως, στην πρώτη μάχη που δόθηκε στο Βαλτέτσι της Αρκαδίας στις 12 – 13 Μαΐου 1821, ο Νικηταράς ο οποίος κρατούσε με 200 άντρες τα Άνω Δολιανά, κατάφερε να αποκρούσει 6.000 Τούρκους που επιτίθεντο με πυροβολικό. Μετά την μάχη αυτή προήχθη σε στρατηγός και ονομάστηκε Τουρκοφάγος. Διακρίθηκε και στις μάχες που ακολούθησαν, όπου συνεργάστηκε με τνο θείο του, κυρίως δε στην πολιορκία και την άλωση της Τριπόλεως αλλά και στην μάχη των Δολιανών (18 Μαΐου 1821) καθώς και στην μάχη των Δερβενακίων (26 Ιουλίου 1822), όπου κατάφερε να εξολοθρεύσει μεγάλο μέρος του στρατού του Δράμαλη. Κατά τις εμφύλιες διαμάχες τάχθηκε υπέρ του Θ.Κολοκοτρώνη, ωστόσο επέδειξε συνετή στάση κάνοντας πολλές συμφιλιωτικές παρεμβάσεις. Η πορεία και η δράση του χαρακτηρίζεται από τόλμη, μετριοφροσύνη, γενναιότητα και ανιδιοτέλεια. Η αφιλοκέρδεια του Νικηταρά ήταν παροιμιώδης. Ποτέ δεν ζήτησε και ποτέ δεν πήρε.· «εις τους κινδύνους πρώτος, την διανομήν των λάφυρων φεύγων». Φυλακίστηκε αρχικά στο Παλαμήδι και στην συνέχεια στις φυλακές της Αίγινας, εξαιτίας ανυπόστατων κατηγοριών περί συνωμοσίας εναντίων του βασιλιά Όθωνα, ενώ το 1841 αμνηστεύτηκε και αφέθη ελεύθερος. Εξαιτίας της ταλαιπωρίας των φυλακίσεων κλονίστηκε σοβαρά η υγεία του και αποφυλακίστηκε σχεδόν τυφλός. Πέθανε το 1849 στον Πειραιά. 


Μητρο-Πέτροβας, ο αρχηγός των Μεσσηνίων (1745-1838) 

Ο Μητροπέτροβας, από την Γαράντζα (σημ. Άνω Μέλπεια) της επαρχίας Ανδρούσης, έδρασε στα Ορλοφικά (1770) και στην συνέχεια αγωνίστηκε εναντίον των Τούρκων και των Τουρκαλβανών, μαζί με τον Κωνσταντίνο Κολοκοτρώνη, πατέρα του αρχιστράτηγου Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία από τον Καμαρηνό. Όπως και όλη η οικογένειά του, συνδεόταν από τα παλιά χρόνια με τους Κολοκοτρωναίους και υπήρξε ο πρώτος δάσκαλος του νεαρού Θεόδωρου στα πολεμικά. Όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση, ο Μητροπέτροβας, ηλικίας τότε 76 ετών, ήταν ανάμεσα στους πρώτους που επαναστάτησαν στην Καλαμάτα. Ακολούθησε τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και επικεφαλής δικού του στρατιωτικού σώματος πήρε μέρος στις μάχες της Αρκαδίας, καθώς και στη μάχη του Βαλτετσίου όπου διακρίθηκε για τον ηρωισμό του, αντιμετωπίζοντας το μεγαλύτερο βάρος της ορμής των Τούρκων χωρίς να υποχωρήσει και προκαλώντας τον θαυμασμό των ίδιων των εχθρών.  

Στους «Βίους Πελοποννησίων ανδρών»   ο Φωτάκης γράφει: 

«Μητροπέτροβας : κατήγετο από το χωρίον Γαράντζα. Ούτος με τα παιδιά του και τους συγγενείς του και όλον το χωρίον Γαράντζα είχον όλοι όνομα επίσημον εις οιονδήποτε μάχην και αν ευρέθησαν διακρίθηκαν. Ιδίως δε διεκρίθησαν και ηδραγάθησαν εις την ένδοξον μάχην του Βαλτετσίου ένθα αφήκαν μνημεία αιώνια και μέχρι της σήμερον λέγονται και μαρτυρούνται τα ταμπούρια του Μητροπέτροβα και των Γαραντζαίων, διότι ίσα ίσα ταύτα εβάστασαν τας ορμάς των Τούρκων κείμενα εις το κάτω μέρος του χωρίου Βαλτέτσι όπου ήτο ολίγος κάμπος και το τουρκικόν ιππικόν τα εκτύπα, τα δε κανόνια δεν ηδύναντο να τα κτυπήσουν. Ο Μητροπέτροβας υπηρέτησε εν γένει καθ’ όλον τον αγώνα. Εφυλακίσθη δε και αυτός εις Ύδραν μετά των λοιπών».

Ο Μητροπέτροβας δεν διακρίθηκε όμως μόνο για τη γενναιότητά του αλλά και για τη σύνεσή του, ενώ ο Κολοκοτρώνης τον τιμούσε και τον αποκαλούσε πάντοτε «μπάρμπα» σε ένδειξη σεβασμού και ζητούσε τη γνώμη και τις συμβουλές του σε όλες τις κρίσιμες περιστάσεις. Πήρε μέρος και σε όλους τους εμφυλίους και το 1825, όταν νικήθηκε η παράταξή του, φυλακίστηκε στην Ύδρα μαζί με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον Δεληγιάννη, τον Θ. Γρίβα κ.ά. Μετά την αποβίβαση του Ιμπραήμ πασά, η ελληνική επαναστατική κυβέρνηση αναγκάστηκε να αποφυλακίσει τους αντικυβερνητικούς, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Μητροπέτροβας, ο οποίος συνέχισε τον Αγώνα με την ορμητικότητα και τον ενθουσιασμό που διέθετε κατά την περίοδο της νιότης του. Στην διάρκεια της διακυβερνήσεως του Καποδίστρια ήταν με το μέρος των κυβερνητικών. Όταν όμως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης καταδικάστηκε από την αντιβασιλεία (1834) ως στασιαστής, ο Μητροπέτροβας, σε ένδειξη διαμαρτυρίας, κήρυξε επανάσταση στη νοτιοδυτική Πελοπόννησο. Τελικά αιχμαλωτίστηκε και φυλακίστηκε στο Νεόκαστρο. Αν και ήταν αρχηγός και πρωταίτιος της στάσης, καταδικάστηκε σε φυλάκιση μόνο 15 ετών. Εξαιτίας μάλιστα της προχωρημένης ηλικίας του και της λαμπρής διαγωγής του σε όλη την διάρκεια του Αγώνα, του απονεμήθηκε χάρη και αποφυλακίστηκε το 1836. Πέθανε πλήρης ημερών στη Γαράντσα. 

Σταυριάνα Σάββαινα (1772 – 1868) 

Η Σταυριάνα Σάββαινα γεννήθηκε στο Παρόρι της Σπάρτης το 1772. Παντρεύτηκε τον Γιωργάκη Σάββα τον οποίον απαγχόνισαν οι Τούρκοι στον Μυστρά κατά τις πρώτες μέρες της Επαναστάσεως. Η Σταυριάνα οπλίστηκε και κατατάχθηκε στο σώμα του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη και τον ακολούθησε σε όλες τις μάχες. Ελαβε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, στις μάχες του Βαλτετσίου και των Τρικόρφων.

Η Καλλιρρόη Παρρέν γράφει στην «Εφημερίδα των Κυριών» της 25-3-1890 :  

«Η Σταυριάνα ήτο τεσσαρακοντούτις, μελαχροινή, ευειδής, με ύφος αρρενωπόν, με φωνή βροντώδη, με παράστημα στρατιώτου. Ετέθη υπό τας διαταγάς του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη και πήγε στο Βαλτέτσι όπου επολιορκούντο οι Έλληνες. Η Σταυριάνα μόνη μεταξύ των ανδρών αψηφούσε τις σφαίρες και μετέφερε τις πυριτιδοβολές από προμαχώνος εις προμαχώνα. Οι περί τον Κολοκοτρώνη Μαυρομιχάλης και Πλαπούτας δυσκολεύονταν να πιστέψουν ότι γυναίκα είχε τόσο θάρρος». Επί Καποδίστρια παρουσιάστηκε στην Συνέλευση · στην αναφορά της μεταξύ των άλλων έγραφε: «Το στάδιον της πολεμικής δόξας είναι βέβαια δια τους άνδρας, όταν όμως είναι λόγος περί σωτηρίας της πατρίδος, όταν όλη σχεδόν η φύσις συντρέχει προς υπεράσπισίν της, αι γυναίκες της Ελλάδος έδειξαν πάντοτε ότι έχουν καρδίαν να κινδυνεύσουν συναγωνιζόμεναι ως οι άνδρες, ημπορούν να ωφελήσουν μεγάλως εις τας πλέον δεινάς περιστάσεις…» Πέθανε πάμφτωχη και ξεχασμένη το 1868 στο Ναύπλιο.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου