Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ




Ο δεύτερος μήνας του έτους κατά το Γρηγοριανό Ημερολόγιο είναι ο Φεβρουάριος. Στο αρχικό Ρωμαϊκό ημερολόγιο του Νούμα Πομπίλιου (Numa Pompilius ) κατείχε την τελευταία θέση, ωστόσο αργότερα, περί το 153 π.Χ μεταφέρθηκε στη θέση πoυ βρίσκεται και στις ημέρες μας. Είναι μήνας διαβατήριος και αποκαθαρτικός· εξάλλου ο Φεβρουάριος πήρε το όνομά του από το λατινικό ρήμα februum που σημαίνει «εξαγνίζω», καθώς κατά τη διάρκειά του τελούνταν θρησκευτικές εορτές εξαγνισμού και καθαρμού (Februa ή Februatio), προκειμένου να εξαγνιστεί ο χώρος από το μίασμα του παλιού χρόνου. 

Σύμφωνα με αναφορές ο Φέβρουος ήταν ο θεός των νεκρών και η Φεβρούα ήταν η θεά - επόπτης των καθαρμών και των εξαγνισμών. Όμως ο Φεβρουάριος ήταν αφιερωμένος και στον Ποσειδώνα λόγω των πολλών βροχών που σημειώνονται κατά τη διάρκειά του. 

Είναι ο μόνος μήνας διάρκειας 28 ημερών στα κοινά έτη και 29 ημερών στα δίσεκτα έτη. Αρχικά, ο Φεβρουάριος είχε 29 ημέρες στα κοινά και 30 στα δίσεκτα, όμως το 4 π.Χ. ο αυτοκράτορας Οκταβιανός Αύγουστος αφαίρεσε μία ημέρα, την οποία πρόσθεσε στον μήνα Αύγουστο που έφερε το όνομά του. Η προσθήκη μιας επιπλέον ημέρας των δίσεκτων ετών ξεκίνησε το 46 π.Χ. με την καθιέρωση του Ιουλιανού ημερολογίου, όταν ο Ιούλιος Καίσαρ άλλαξε το ρωμαϊκό ημερολόγιο με τη βοήθεια του Έλληνα αστρονόμου Σωσιγένη. Bασισμένος στους υπολογισμούς του πατέρα της αστρονομίας Ίππαρχου (ο οποίος έναν αιώνα νωρίτερα είχε προσδιορίσει ότι το ηλιακό έτος έχει διάρκεια ίση με 365,242 ημέρες), θέσπισε ένα ημερολόγιο του οποίου τα έτη είχαν 365 ημέρες, ενώ σε κάθε τέταρτο έτος πρόσθεταν ακόμη μία ημέρα, μετά την «έκτη προ των καλενδών του Μαρτίου», που ονομαζόταν «bis sextus»· έτσι η ημέρα αυτή, επειδή μετριόταν δύο φορές, ονομάζεται ακόμη και σήμερα «δις έκτη» και το έτος που την περιέχει «δίσεκτο». 

Κατά το Αττικό ημερολόγιο ο Φεβρουάριος ονομαζόταν Ανθεστηριώνας, όνομα προερχόμενο από τις εορτές των Ανθεστηρίων, οι οποίες τελούνταν στην Αρχαία Αθήνα την 11η έως και την 13η ημέρα του μηνός. Η πρώτη ημέρα των Ανθεστηρίων ονομαζόταν «πιθοίγια» διότι ανοίγονταν και δοκιμάζονταν για πρώτη φορά οι πίθοι με τον οίνο της χρονιάς. Η δεύτερη ημέρα λεγόταν «Χόες», από το ομώνυμο οινοδοχείο και η τρίτη ημέρα ονομάζονταν «Χύτροι», και ήταν η ημέρα των ψυχών. Προσφέρονταν δε αγγεία με άνθη, μαγειρεμένα λαχανικά και πανσπερμία σιτηρών και γίνονταν σπονδές από νερό πάνω στους τάφους. 

Απεικόνιση πομπής η οποία μεταφέρει υδρίες

Επίσης, αυτή την ημέρα εορτάζονταν τα Υδροφόρια προς τιμήν όσων χάθηκαν στον Κατακλυσμό του Δευκαλίωνα.Τελούνταν όμως και μυστήρια όπως τα μυστήρια εν Άγραις προς τιμήν της θεάς Δήμητρος. Πρόκειται για εορτή στις Αθηναϊκές Άγρες περί την εικοστή ημέρα του μηνός, η οποία διαρκούσε επτά ημέρες και συνιστούσε προετοιμασία για τους μυημένους στα μεγάλα Ελευσίνια μυστηρία, είχε δε το όνομα «μικρά μυστήρια». Όσοι είχαν σκοπό να μυηθούν στα Ελευσίνια Μυστήρια έπρεπε πρώτα να υποβληθούν στην μύηση της Άγρας η οποία γινόταν επτά μήνες νωρίτερα. 

Στην Ελλάδα ο Φεβρουάριος καλείται και Φλεβάρης, ονομασία η οποία προέρχεται από τις «φλέβες», δηλαδή τα υπόγεια νερά που αναβλύζουν στην διάρκειά του από τις πολλές βροχές. Στη Θράκη μάλιστα υπάρχει το ρήμα φλεβαρίζω που σημαίνει πλημμυρίζω, επειδή τα χωράφια «φλεβαρίζουν» από τα πολλά νερά. «Σου 'πανε Φλεβάρη βρέξε κι αλησμόνησες να πάψεις»... Υπάρχει όμως και το ρήμα φλεβίζω, που σημαίνει κάνω δυνατό κρύο. 

Στα ορεινά μέρη της Ελλάδος προσάρμοσαν το όνομα στις καιρικές συνθήκες του ψύχους και των θανάτων που προκαλούνται εξαιτίας αυτού : «Ο Φλεβάρης φλέβες ανοίγει και πόρτες σφαλνά». 




Επίσης, έχει πάρει διάφορες άλλες ονομασίες σχετικές με την μικρή του διάρκεια : Κουτσοφλέβαρος, Μικρός, Κουτσός, Φλιάρης, Μισερός και Γκουζούκης. Στον Πόντο λέγεται και Κούντουρος γιατί έχει κοντή ουρά καθώς και Κούτσουρος διότι είναι κουτσουρεμένος. 

Στον αγροτικό βίο ονομάζεται κλαδευτής, γιατί η πρώτη ημέρα του Φεβρουαρίου σηματοδοτεί την αρχή του κλαδέματος ,του τσαπίσματος των χωραφιών και άλλων αμπελουργικών φροντίδων. «Ας έρθ’ τ’ Αϊ Τρύφου η μέρα πρώτα, κι απέει πιάν’ς του σβανά στου χέρι σ’». Η γιορτή του Αγίου Τρύφωνα, προστάτη των αμπελιών, την 1η του μηνός του έδωσε και το όνομα «Αϊ-Τρύφωνας». Στην Στενήμαρο της Ανατολικής Ρωμηλίας την ημέρα εκείνη οι αμπελουργοί θυσίαζαν έναν ταύρο και μετά το φαγοπότι διοργάνωναν αγώνες πάλης. 

Ο καιρός τον Φεβρουάριο είναι άστατος, γι' αυτό τον λόγο καλείται και Μεθυσμένος γιατί δεν ξέρει τι κάνει. «Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει καλοκαίρι θα μυρίσει κι άμα πει και θυμώσει μέσ' τα χιόνια θα μας χώσει». Παρ’ όλα αυτά ο Φεβρουάριος είναι ο τελευταίος μήνας του χειμώνα και προπομπός της ανοίξεως. Χαρακτηριστικό του είναι οι ανθισμένες αμυγδαλιές οι οποίες πιστές πάντα στο ετήσιο άνθισμα τους στέλνουν τα υπέροχα μηνύματα αναγεννήσεως της φύσης. 


Γεώργιος Ιακωβίδης - Αμυγδαλιές

Ο Φεβρουάριος είναι πλούσιος σε παροιμίες και γνωμικά: 

- Ο μήνας Φλεβάρης ή τις φλέβες (του νερού) ανοίγει ή τις φλέβες κλείνει. 
- Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει καλοκαίρι θα μυρίσει, μ' αν τις φλέβες του ανοίξει ξεροπήγαδα γιομίζει. - Ο Φλεβάρης με νερό, κουτσός μπαίνει στο χορό. 
- Χιόνια του Φλεβαριού, χρυσάφι του καλοκαιριού. 
- Φλεβάρης κουτσοφλέβαρος, και του τσαπιού ο μήνας. 
- Φλεβάρη κουτσοφλέβαρε καταραμένε μήνα, μας χιόνισες, μας απόπειρες, μας έλιωσες στην πείνα. - Φλεβάρη μήνα κοίταγε ήλιο και φεγγάρι, πάρε και γνώμη από αστρί και κάνε ό,τι βγάλει. 
- Ό,τι ημέρα κάμει της Παπαντής, θα την κάνει σαράντα μέρες. 
- Χιόνι Φλεβαριάτικο, αλώνι αβερτιάτικο. 


ΕΘΙΜΑ ΣΤΟΝ ΕΛΛΑΔΙΚΟ ΧΩΡΟ 

Δύο είναι τα σπουδαιότερα έθιμα που τηρούνται μέχρι τις μέρες μας είναι το ψυχοσάββατο και οι Απόκριες. 

Στο Ψυχοσάββατο, όσοι έχουν αγαπημένους νεκρούς, βράζουν στάρι και το προσφέρουν για ανάπαυση των ψυχών. Αυτή τη μέρα, σύμφωνα με μια δοξασία οι ψυχές βγαίνουν και κάθονται πάνω στα δέντρα και στα βλαστάρια του αμπελιού, γι αυτό δεν κόβουν τα βλαστάρια, μήπως πέσουν οι ψυχές που είναι καθισμένες πάνω σε αυτά και κλάψουν. 

Οι Απόκριες πάλι αρχίζουν με το τριώδιο, την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου, συνεχίζουν με την Κυριακή της Κρεατινής και κορυφώνονται με την Κυριακή της Τυρινής που λέγεται και Τρανή Αποκριά. Η πανάρχαια αυτή γιορτή έχει σκοπό να ξυπνήσει τη φύση από τη χειμερία νάρκη της και να εξασφαλίσει τη βλάστηση και την καρποφορία των χωραφιών. Οι μεταμφιεσμένοι πανηγυρίζουν στους δρόμους και στα σπίτια. Χτυπούν τύμπανα και κρατούν φαλλικά σύμβολα, λένε τολμηρά αστεία και εύχονται καλή σοδειά και ευγονία. Οι γιορτές της Αποκριάς τελειώνουν την Κυριακή της Τυρινής και επειδή εκείνη την ημέρα τρώνε συνήθως μακαρόνια με τυρί, τη λένε και Μακαρονού. 

Κούλουμα στην Αθήνα

Την επόμενη μέρα είναι η καθαρά Δευτέρα και παραδοσιακά οι Αθηναίοι τη γιόρταζαν στο Ναό του Ολυμπίου Διός, γι αυτό και τα κούλουμα ετυμολογούνται από το λατινικό columna, που σημαίνει κολώνα. Στου Φιλοπάππου πάλι γίνεται το παραδοσιακό πέταγμα του χαρταετού, που έχει μαγικοθρησκευτικό χαρακτήρα, ο αετός να πάει μακριά το κακό και να φέρει από τον ουρανό το καλό. 

Στη Σκύρο - Ο «γέρος & η κορέλα»

Ο «γέρος»
Με την αρχή του Τριωδίου και κάθε Σαββατοκύριακο των ημερών της Αποκριάς, το έθιμο της Σκύρου θέλει το γέρο και την κορέλα να βγαίνουν στους δρόμους και να δίνουν μία ξεχωριστή εικόνα των ημερών. Ο «γέρος» φοράει μία χοντρή μαύρη κάπα, άσπρη υφαντή βράκα και έχει στη μέση του 2-3 σειρές κουδούνια, το βάρος των οποίων μπορεί να φτάσει και τα 50 κιλά. Το πρόσωπό του καλύπτεται από προβιά μικρού κατσικιού και περπατώντας με χορευτικό ρυθμό, καταφέρνει να ηχούν μελωδικά τα κουδούνια που φοράει. 

Η «κορέλα» η ντάμα του γέρου είναι ντυμένη με παραδοσιακά σκυριανά ρούχα με κυρίαρχο χρώμα το άσπρο σε πλήρη αντίθεση με το μαύρο χρώμα του «γέρου», έχοντας και αυτή καλυμμένο το πρόσωπό της. Χορεύει γύρω από τον γέρο, καθώς αυτός βαδίζει ανοίγοντάς του δρόμο ή προσπαθώντας να τον βοηθήσει και να τον ξεκουράσει. Οι ικανότεροι από τους γέρους μάλιστα, αφήνουν για λίγο τους δρόμους της αγοράς, όπου συγκεντρώνεται ο κόσμος και ανεβαίνουν στο Κάστρο του νησιού. Εκεί θα χτυπήσουν τις καμπάνες στο Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου. Τότε, η «κορέλα» την ώρα που ο «γέρος» θα σταματήσει να πάρει μία ανάσα, θα του τραγουδήσει σκυριανό τραγούδι, παινεύοντάς τον για τις αξίες και τις χαρές του. Το δίδυμο αυτής της σκυριανής αποκριάς συνοδεύει πολλές φορές και ο «φράγκος». Αυτός ο μασκαράς, ντυμένος με παραδοσιακά ρούχα του νησιού αλλά και παντελόνι, σατιρίζει τους σκυριανούς εκείνους που έβγαλαν τις βράκες και φόρεσαν παντελόνια (φράγκικα). 


Στη Νάουσα - «Μπούλες»

Την περίοδο της Αποκριάς, διαφορετικής από τις άλλες μέρες του χρόνου, κυριαρχούν το κέφι, οι αστεϊσμοί, τα πειράγματα αλλά κυρίως οι μεταμφιέσεις. Στη Νάουσα, η Αποκριά χαρακτηρίζεται από το έθιμο «Μπούλες» ή κατ' άλλους «Γενίτσαροι & Μπούλες»

«Γενίτσαροι και Μπούλες» - Νάουσα

Ένα έθιμο με βαθιές ρίζες, που στο πέρασμα της μακραίωνης ιστορίας του ενσωμάτωσε στοιχεία της τοπικής παράδοσης και των ηρωικών αγώνων. Την μεγαλύτερη ακμή του γνώρισε στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα και φθάνει αναλλοίωτο μέχρι τις μέρες μας. Σε αντίθεση με την «αταξία» που επικρατεί τις μέρες της αποκριάς, το έθιμο της Νάουσας χαρακτηρίζει η πειθαρχημένη, τυποποιημένη και εξαιρετικής αισθητικής εμφάνισης των συμμετεχόντων. Το ντύσιμο, το μάζεμα, το προσκύνημα, το δρομολόγιο, το μουσικό ρεπερτόριο, οι χοροί, τα όργανα και οι συμμετέχοντες κρατούν εδώ και αιώνες τους ίδιους κανόνες. 

Μπούλες ντύνονται οι λεπτοκαμωμένοι, ενώ Γενίτσαροι οι γεροδεμένοι. Η Μπούλα φορεί την τοπική γυναικεία νυφική φορεσιά και στολίζει το κεφάλι της με λευκό πέπλο, χρωματιστές κορδέλες και πολλά χάρτινα λουλούδια. Ο Γενίτσαρος φορεί φουστανέλα, τσαρούχια, μάλλινες μακριές κάλτσες και γιλέκο. Στολίζει το στήθος και την πλάτη του με πολλά νομίσματα και τη φουστανέλα του με πολλές αλυσίδες. Όταν περπατά, κουνάει το σώμα του και χοροπηδάει, για να κουδουνίζουν όσα φορεί. Στο κεφάλι, στη μέση και στο χέρι του δένει από ένα μαντίλι, ενώ στο λαιμό κρεμά σταυρό και αλυσίδα με φυλακτό. Η Μπούλα κι ο Γενίτσαρος φορούν στο πρόσωπο κέρινες μάσκες. Μαζεύονται παρέες-παρέες και κατεβαίνουν στην πλατεία της πόλης χορεύοντας. 

Οι κάτοικοι της Νάουσας λένε, ότι στα χρόνια της τουρκοκρατίας, οι αρματολοί έβρισκαν στις Απόκριες την ευκαιρία να έλθουν στην πόλη μασκαρεμένοι και να γλεντήσουν με τους συγγενείς και τους φίλους τους, χωρίς να φοβούνται ότι θα τους αναγνωρίσουν οι Τούρκοι.


Στη Χίο - «Μόστρα»

Η Μόστρα είναι η πιο γνωστή καρναβαλική γιορτή της Χίου και γίνεται στα Θυμιανά, παραδοσιακό χωριό πετροκόπων και κτιστάδων. Το έθιμο έχει τις ρίζες του στο Μεσαίωνα, όταν πειρατές και κουρσάροι λεηλατούσαν τα παράλια των νησιών και άρπαζαν τις σοδειές των κατοίκων. Κάποτε στην περίοδο της Αποκριάς, την Παρασκευή της Τυρινής, καθώς όλο το χωριό γλεντούσε, οι φύλακες από τις βίγλες (κυκλικοί πύργοι - παρατηρητήρια της θάλασσας) ειδοποίησαν ότι έρχονταν πειρατές. Οι Θυμιανούσοι, φουντωμένοι όπως ήταν από το γλέντι, κίνησαν προς την παραλία και τους έστησαν ενέδρα. Στη σκληρή μάχη που ακολούθησε, οι πειρατές κατατροπώθηκαν και οι χωριανοί, μεθυσμένοι από τη χαρά της νίκης, μετέφεραν τους αιχμαλώτους στην πλατεία του χωριού και τους «μόστραραν» (τους επεδείκνυαν), συνεχίζοντας το γλέντι τους, μέχρι την Τυρινή Κυριακή. 


Το έθιμο της Μόστρας - Χίος

Σε ανάμνηση λοιπόν αυτής της νίκης, το έθιμο επαναλαμβάνεται από τότε ανελλιπώς κάθε χρόνο.. Την Τυρινή Παρασκευή το βράδυ, οι Θυμιανούσοι ντυμένοι «κουδουνάτοι» (μεταμφιεσμένοι) ανεβάζουν τη Μόστρα, δηλαδή τα σατυρικά καρναβαλικά άρματα, στο χωριό, κάνοντας διάφορα κωμικά νούμερα και φορώντας αυτοσχέδιες προσωπίδες (μουτσουναριές). Την Τυρινή Κυριακή γίνεται η παρέλαση των σατυρικών αρμάτων, που πλαισιώνονται από μασκαράδες, με πρώτο και καλύτερο τον Καρνάβαλο. 


Στην Κοζάνη - Το έθιμο των «φανών»

Το 1938 ο Δήμος Κοζάνης επισημοποίησε τις αποκριάτικες εκδηλώσεις, που διακόπηκαν με τον πόλεμο και ξανάρχισαν το 1950. Το μεσημέρι της μεγάλης αποκριάς γίνεται παρέλαση αρμάτων και μεταμφιεσμένων ομάδων που εκπροσωπούν την κάθε γειτονιά. Το βράδυ της μεγάλης αποκριάς σε κάθε γειτονιά ανάβουν οι «φανοί», μεγάλες φωτιές γύρω από τις οποίες χορεύουν και τραγουδούν μικροί και μεγάλοι. 

Οι «φανοί» της Κοζάνης

Ο φανός ανάβει κατά τις 8 το βράδυ της μεγάλης Αποκριάς, κι αμέσως ξεκινάει το τραγούδι και ο χορός γύρω του. Κάθε γειτονιά πασχίζει να παρουσιάσει τον καλύτερο και πιο φανταχτερό Φανό, με τους πιο καλλίφωνους τραγουδιστάδες και τους πιο νόστιμους μεζέδες. Εκεί ο αρχηγός (ο πρώτος) του Φανού κερνάει όλους κρασί με την κολοκύθα, που γέμιζε από τα βαένια και μεζέδες στο πινάκι. Κατόπιν τους τραβάει με ιδιαίτερο ζήλο στο χορό. Τα τραγούδια διαδέχονται το ένα το άλλο. Τα πιο φημισμένα όμως είναι τα «ξεδιάντροπα», κατ' ευφημισμόν «νοικοκυρίσια», ή «μασκαραλίτικα». Άλλα είναι υπαινικτικά και άλλα τα λένε στα ίσια, χωρίς ντροπές και πολλές περιστροφές, αφού εκείνη τη νύχτα όλα επιτρέπονται. Όταν σβήνουν τον φανό πολλοί μαζεύουν στάχτη και την σκορπούν στο βιό (χωράφια, αμπέλια, καλλιέργειες) για να αυγατίσει η σοδειά. 


Θράκη – «Καλόγερος» 

Ο «Καλόγερος» αποτελεί θρακικό δρώμενο (στη Βιζύη) που τελείται τη Δευτέρα της «Τυρινής». Αποτελείται από τρεις διαδοχικές σκηνές: α) την μπάμπω με το εφταμηνίτικο, β) το φόνο του καλόγερου και γ) την ψευδοαροτροίωση. Οι δὐο πρώτες σκηνές είναι σατυρικές, η τελευταία σοβαρή. 

Έπαιρναν μέρος τα εξής πρόσωπα: οι δύο καλόγεροι (εκλέγονταν από τους προεστούς κάθε τέσσερα χρόνια κι έπρεπε να ‘ναι παντρεμένοι), δύο κορίτσια ή Νύφες (δύο ανύπαντροι νέοι που έπρεπε να μην παντρευτούν αυτά τα τέσσερα χρόνια), η Μπάμπω (δηλαδή η μαμή) με το εφταμηνίτικο παιδί της, δύο κατσίβελοι (γύφτοι) και δύο Ζαπτιέδες (χωροφύλακες).

Οι καλόγεροι φορούσαν δέρματα ζώων, στο κεφάλι τους περικεφαλαία από τομάρι λύκου ή αλεπούς και μάσκα στο πρόσωπό τους πάλι από δέρμα. Γύρω από τη μέση τους κρεμούσαν κουδούνια. Ο Αρχικαλόγερος κρατούσε στο χέρι του ένα τόξο που μ’ αυτό πετούσε στάχτη αντί για βέλη ενώ ο άλλος καλόγερος κρατούσε ένα ραβδί. 


Ο «Καλόγερος» και οι οργανοπαίκτες

Η Μπάμπω φορούσε κουρέλια, ήταν καμπούρα κι είχε «κροκιδένια μαλλιά». Το εφταμηνίτικο παιδί της (ομοίωμα) το είχε μέσα σε ένα καλάθι. Οι κατσίβελοι ήταν ντυμένοι με ρούχα φτωχικά, με πρόσωπα μουντζουρωμένα κι έλεγαν πειράγματα κι αστεία. Τέλος οι Ζαπτιέδες βαστούσαν όπλα κι ακολουθούσαν τους καλόγερους. 

Η πομπή ξεκινούσε με τύμπανα και γκάιντες. Περνούσε από τα σπίτια του χωριού κάνοντας έλεγχο σε κάθε σπιτικό, αν τα γεωργικά του εργαλεία ήταν στη θέση τους. Αφού επισκέπτονταν και το τελευταίο σπίτι κατέληγαν στην πλατεία του χωριού. Έτσι άρχιζε το δράμα με τις 3 σκηνές που προαναφέραμε. Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά από την τρίτη σκηνή της «ψευδοαροτροίωσης», οι θεατές συμμετείχαν ενεργά. Έπιαναν διπλό και τριπλό χορό-μπροστά οι καλόγεροι- και χόρευαν ως αργά το βράδυ.



Ο ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ 


«Η μορφή της μοίρας», Γεωργίου Σεφέρη 

Η μορφή της μοίρας πάνω από την γέννηση ενός παιδιού, 
γύροι των άστρων κι ο άνεμος μια σκοτεινή βραδιά του Φλεβάρη,
γερόντισσες με γιατροσόφια ανεβαίνοντας τις σκάλες που τρίζουν 
και τα ξερά κλωνάρια της κληματαριάς ολόγυμνα στην αυλή. 
Η μορφή πάνω απ'την κούνια ενός παιδιού μιας μοίρας 
μαυρομαντιλούσας 
χαμόγελο ανεξήγητο και βλέφαρα χαμηλωμένα 
και στήθος άσπρο σαν το γάλα 
κι η πόρτα που άνοιξε κι ο καραβοκύρης 
θαλασσοδαρμένος πετώντας σε μια μαύρη κασέλα το βρεμένο σκουφί του. 
Αυτά τα πρόσωπα κι αυτά τα περιστατικά σ' ακολουθούσαν 
καθώς ξετύλιγες το νήμα στην ακρογιαλιά για τα δίχτυα 
κι όταν ακόμα αρμενίζοντας δευτερόπριμα κοίταζες 
το λάκκο των κυμάτων, 
σ' όλες τις θάλασσες, σ' όλους τους κόρφους 
ήταν μαζί σου, κι ήταν η δύσκολη ζωή κι ήταν η χαρά. 
Τώρα δεν ξέρω να διαβάσω παρακάτω, 
γιατί σε δέσαν με τις αλυσίδες, 
γιατί σε τρύπησαν με την λόγχη, 
γιατί σε χώρισαν μια νύχτα μέσα στο δάσος, από την γυναίκα 
που κοίταζε στυλώνοντας με τα μάτια και δεν ήξερε καθόλου 
να μιλήσει, γιατί σου στέρησαν το φως το πέλαγο το ψωμί. 
Πως πέσαμε, σύντροφε, μέσα στο λαγούμι του φόβου; 
Δεν ήταν της δικής σου μοίρας, μήτε της δικής μου τα γραμμένα, 
ποτές μας δεν πουλήσαμε μήτε αγοράσαμε τέτοια πραμάτεια, 
ποιός είναι εκείνος που προστάζει και σκοτώνει πίσω από μας; 
Άφησε μη ρωτάς, τρία κόκκινα άλογα στ' αλώνι 
γυρίζουν πάνω σ'ανθρώπινα κόκαλα κι έχουν τα μάτια 
δεμένα, άφησε μη ρωτάς, περίμενε...το αίμα, 
το αίμα ένα πρωί θα σηκωθεί σαν τον Άη-Γιώργη τον καβαλάρη 
για να καρφώσει με το κοντάρι πάνω στο χώμα τον δράκοντα. 


Χιονοθύελλα - Φρανθίσκο Γκόγια


 «Η ανθισμένη μυγδαλιά», Γεωργίου Δροσίνη 

Ἐκoύνησε τὴν ἀνθισμένη μυγδαλιὰ 
μὲ τὰ χεράκια της 
κι ἐγέμισε ἀπὸ ἄνθη ἡ πλάτη, 
ἡ ἀγκαλιὰ καὶ τὰ μαλλάκια της. 

Ἄχ! χιονισμένη σὰν τὴν εἶδα τὴν τρελλὴ 
γλυκὰ τὴ φίλησα, 
τῆς τίναξα τὰ ἄνθη ἀπ᾿ τὴν κεφαλὴ 
κι ἔτσι τῆς μίλησα: 

-Τρελλὴ νὰ φέρεις στὰ μαλλιά σου τὴ χιονιὰ
 τὶ τόσο βιάζεσαι; 
Μόνη της θὲ νὰ ῾ρθεῖ ἡ βαρυχειμωνιά, 
δὲν τὸ στοχάζεσαι; 

Τοῦ κάκου τότε θὰ θυμᾶσαι τὰ παλιὰ 
τὰ παιχνιδάκια σου, 
κοντὴ γριούλα μὲ τὰ κάτασπρα μαλλιά 
και τα γυαλάκια σου. 


Henry Ryland - Almond blossom

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου