Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2015

Η Ελληνική Λαογραφία στα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση (1830-1850)


Η ελεύθερη Ελλάδα στα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση, περιοριζόταν στην Πελοπόννησο και στην Στερεά, με την Εύβοια, τις Β. Σποράδες και τις Κυκλάδες μόνο. Ο Ελληνισμός όμως ήταν μεγάλος κι είχε ελευθερία κινήσεων και επαφών. Γι’ αυτό και η σύνθεση του πληθυσμού στις νέες πρωτεύουσες (Ναύπλιο & Αθήνα) ήταν λαογραφικά ενδιαφέρουσα, με τις εκδηλώσεις της. Χαρακτηριστικό είναι το θεατρικό έργο του Δ. Κ. Βυζαντίου, Η Βαβυλωνία (Ναύπλιο, 1839), που δίνει παραστατικά τους ποικίλους επαρχιακούς τύπους, με την γλώσσα, το τοπικό ήθος και το ένδυμα της εποχής.
Πολλά και πολύτιμα γραπτά λαογραφικά στοιχεία των ετών αυτών μας έδωσαν οι Απομνημονευματογράφοι αγωνιστές, που συνέχισαν να γράφουν και ύστερα από την απελευθέρωση, για την ζωή και την πολεμική δράση τους. Αποτελούν μια ωραιότατη σειρά ζωντανών νεοελληνικών κειμένων (κι αξιοπρόσεχτη φιλολογία), με αποκορύφωμα της τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη και του Κασομούλη. Αλλά και αυτά όλα προσφέρουν το λαογραφικό στοιχείο τους «ευκαιριακά».


Ακολούθησε όμως αμέσως και η περίοδος της επιστημονικής μελέτης των εθίμων και της γλώσσας του ελληνικού λαού, που την επιτάχυνε ένα εξωτερικό εθνοκριτικό γεγονός, η λεγόμενη «Θεωρία του Φαλλμεράγερ». 
Ο Γερμανός Ιάκωβος – Φίλιππος Fallmerayer (1790-1861) ήταν καθηγητής της Ιστορίας στο Μόναχο και δημοσίευσε βιβλίο με τίτλο
«Ἱστορία τῆς Χερσονήσου τοῦ Μορέως στὸν Μεσαίωνα» (Α', Στουττγάρδη 1830 και Β', Τυβίγγη 1836).
Στον πρόλογο του βιβλίου του ο Φαλλμεράγερ ισχυρίστηκε ότι, με τις διάφορες επιδρομές και την κάθοδο των Σλάβων ως την Πελοπόννησο, αλλοιώθηκε η σύσταση του πληθυσμού της Ελλάδος, έτσι ώστε το αίμα των κατοίκων του τόπου αυτού να μη ρέει «ούτε σταγόνα» από το αρχαίο ελληνικό αίμα, και ότι το σημερινό όνομα Έλληνες σημαίνει απλώς τους ορθοδόξους εδώ Χριστιανούς που μιλούν τα ελληνικά.
Επέμενε σ΄ αυτό και με νέα μελέτη του, το 1835: Περὶ τῆς καταγωγῆς τῶν σημερινν Ἑλλήνων. (σημ. Το 1857 έγραψε και: Τὸ ἀλβανικὸν στοιχεῖον ἐν Ἑλλάδι.)


Οι Έλληνες λόγιοι ζήτησαν αμέσως ν’ αντικρούσουν την θεωρία και να δείξουν την συνέχεια του τοπικού ελληνισμού. Άρχισαν από την ιστορική έρευνα. Ο Κωνστ. Παπαρρηγόπουλος (1814-1891) έγραψε το 1843 Περὶ ἐποικήσεως σλαβικῶν τινῶν φυλῶν εἰς τὴν Πελοπόννησον, όπου δέχεται μεν ότι έγιναν ειρηνικές εποικήσεις (όχι επιδρομές) Σλάβων, από τον ς' αιώνα και τον Ζ' αιώνα, στην βυζαντινή Ελλάδα, αλλά ήταν φυσιολογικές και αφομοιώθηκαν, «καθὼς τὰ ὕδατα τοῦ ποταμοῦ, τὰ ὁποῖα συγχωνεύονται εἰς τὴν ἀχανῆ θάλασσαν». Δεν έχουμε, γράφει, ονόματα από σλαβικές πολιτείες και οικογένειες. Μόνο τοπωνύμια, στους ποιμενικούς χώρους.


Και Γερμανοί ιστορικοί ( Tafel, Horf, Zinkeisen, Thiersch) αντέκρουσαν τότε την θεωρία του Φαλλμεράγερ, ο Θείρσιος δε και με ανθρωπολογικά επιχειρήματα, σημειώνοντας επίσης, ότι τα απόμερα διαμερίσματα της χώρας και τα νησιά (που είχαν κοινό λαϊκό πολιτισμό) δεν γνώριζαν Σλάβους επιδρομείς.
Όσο για την παλαιότερη βυζαντινή φράση του Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου στην Περὶ θεμάτων πραγματεία του, όπου μιλώντας για τον Η' αιώνα έγραψε ότι ἐσθλαβώθη πᾶσα ἡ χώρα (δηλ. η Πελοπόννησος) καὶ γέγονε βάρβαρος, αυτό μπορεί να σημαίνει γενικά «ὑπεδουλώθη» ή να είναι σχήμα υπερβολής.
Άλλοι Έλληνες ιστορικοί έγραψαν αργότερα, οι Σπ. Λάμπρος, Π. Καρολίδης, Α. Διομήδης και κυριότατα οι Κ. Άμαντος, Δ. Ζακυθηνός και Στ. Κυριακίδης.
Ακολούθησαν και γλωσσολογικές αντικρούσεις από Έλληνες και ξένους στην θεωρία του Φαλλμεράγερ, ιδιαίτερα ύστερα από νεώτερη ενίσχυση της από τους G. Weigand (1928), M. Vasmer (1941) και G. Stadtmüller (1944), που έδειξαν για τις συζητούμενες επιδράσεις ότι οι σλαβικές λέξεις περιορίζονται κυρίως σε κτηνοτροφικά τοπωνύμια και όρους, που κι αυτά μπορεί να πολλαπλασιάστηκαν από ελληνική τοπομορφική επανάληψη.


Κι ήρθαν από κοντά τα λαογραφικά επιχειρήματα, που έκαναν να αναπτυχθεί περισσότερο και ν’ ανδρωθεί η σχετική έρευνα και μελέτη. Στην αρχή η επιχειρηματολογία ήταν φανατική μιας και τα ήθελε όλα όμοια προς τα αρχεία •επί παραδείγματι να σημειώσουμε τα βιβλία: του Εμμανουήλ Βυβιλάκη, Ἡ νεοελληνικὴ ζωὴ σὲ σύγκριση πρὸς τὴν ἀρχαία (Βερολίνο 1840), όπου δίνονται λαϊκά έθιμα από την νεώτερη Ελλάδα ενισχυτικά της παραδοσιακής μας συνέχειας καθώς και του Κυριάκου Πιττάκη, Ὕλη, ἵνα χρησιμεύση πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι οἱ νῦν κατοικοῦντες ἐν Ἑλλάδι εἰσὶν ἀπόγονοι τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων (Αθήνα, 1852).


Τα ίδια χρόνια, όλοι οι Έλληνες του εξωτερικού προσπαθούσαν να λάβουν μέρος στην λαογραφική άμυνα, για την απόδειξη της παραδοσιακής συνέχειας. Διαφώτιζαν τους ξένους συγγραφείς για τα κληρονομικά δικαιώματα των Νεοελλήνων, πράγμα που οδήγησε σε πολύτιμες εργασίες για την συγκριτική λαογραφία μας. Το 1864 ο Γερμανός C. Wachsmuth έγραψε Ἡ ἀρχαία Ἑλλὰς ἐν τῆ νέα (μεταφρ. Ε. Γαλανού, Αθήνα, 1868), και το 1871 (Λιψία) ο B. Schmidt έγραψε Das Volksleben der Neugriechen und das hellenische Altertum (ο λαϊκός βίος των Νεοελλήνων και η ελληνική αρχαιότητα). 

Οι ίδιοι οι Έλληνες λόγιοι δημοσίευαν παροιμίες, που τις παρουσίαζαν και σαν συνέχεια των αρχαίων ρητών. Από την Βιέννη ο Ηπειρώτης Ιωάννης Ζαφείρης – Μανιάρης δημοσίευσε, το 1832 (Τεργέστη), συλλογή από 1130 παροιμίες, μάλλον Ηπειρώτικες, σε γλώσσα λογιότερη. Από το Λονδίνο ο Αλέξανδρος Νέγρης δημοσίευσε το 1834 Λεξικὸ νεοελληνικῶν παροιμιῶν ( A Dictionary of Modern Greek Proverbs), όπου δίνει 950 παροιμίες και αναζητεί τις αντίστοιχες αρχαίες. Και στην Ελλάδα πάλι ο λόγιος δικηγόρος Ι. Βενιζέλος δημοσίευσε το 1846 την πρώτη συλλογή του Παροιμίαι δημώδεις (β’ έκδ., 1867), όπου συχνά δίνει και αντίστοιχα αρχαία κείμενα. 

Την ίδια περίοδο, και με το ίδιο συγκριτικό πνεύμα, δημοσιεύονται στο εξωτερικό, και μετά τον Φωριέλ, ελληνικά δημοτικά τραγούδια. Ο Γερμανός Theodor Kind δημοσίευσε στην Λιψία το 1833 Τραγούδια τῆς Νέας Ἑλλὰδος (Neugriechische Poesien), αφού πρωτύτερα, σε άλλο δημοσίευμα του το 1831 είχε αντικρούσει την θεωρία του συμπατριώτη του Φαλλμεράγερ, στηριζόμενος στα έθιμα, στην γλώσσα και στην σωματική διάπλαση των Νεοελλήνων · αξιοσημείωτο είναι ότι ο ίδιος ο Fallmerayer, για τους δικούς του αποδεικτικούς σκοπούς, είχε προτείνει το 1830 να μελετηθεί εθνολογικά και λαογραφικά «ο λαός του ελληνικού χώρου», κι αυτό ενθάρρυνε επίσης την έρευνα, με άριστο αποτέλεσμα.


Το 1842 ο Ιταλός Θωμαζαίος (N. Tommaseo) δημοσίευσε στην Βενετία Ἑλληνικὰ λαϊκὰ τραγούδια (Canti Popolari…Greci), το 1843 στην Πετρούπολη ο Γ. Ευλάμπιος δημοσίευσε τον Ἀμάραντον, δημοτικά ποιήματα που τα μετέφρασε και στα ρώσικα, και το 1844 ο D. Sanders στην Γερμανία: Τὰ τραγούδια τῶν Ἑλλήνων (Die Volkslieder der Neugriechen). Τέλος, το 1850 στην Κέρκυρα, ο Αντώνιος Μανούσος τύπωσε την πρώτη συστηματική συλλογή δημοτικών τραγουδιών, με τίτλο Τραγούδια ἐθνικά.

 Διαβάστε τη συλλογή δημοτικών τραγουδιών με τίτλο 
 Τραγούδια εθνικά / Συνταγμένα και διασαφηνισμένα υπό Αντωνίου Μανούσου
 


Σημείωση: Ομοίως, διαβάστε όλα τα προαναφερθέντα παλαιά βιβλία τα οποία φέρουν διαφορετικό χρωματισμό από αυτόν του υπολοίπου κειμένου πατώντας τον τίτλο τους. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου