Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2015

Η Ελληνική Λαογραφία από το 1850 ως το 1890


Ως το 1850 είχαμε την άμεση περίοδο της πνευματικής ανασυγκρότησης του ελευθερωμένου τμήματος του ελληνικού έθνους, που παρουσιάζεται με δύο απασχολήσεις: Από το ένα μέρος οι αγωνιστές γράφουν απομνημονεύματα, για να δείξουν πως έγινε η απελευθέρωση (με ποιες αρετές και ποια ελαττώματα), κι από το άλλο μέρος οι λόγιοι αναζητούν τις ομοιότητές μας με τους αρχαίους Έλληνες, για να τις δείξουν στους ξένους. Αυτή η αναζήτηση ενίσχυσε και το γλωσσικό λογιοτατισμό, που έγινε φανατικότερος, εξ αιτίας του Φαλλμεράγερ. Αλλά η ίδια τάση οδήγησε και στην λαογραφική αναζήτηση, που, όσο κι αν έγινε με λόγιο και αρχαιολογικό τρόπο, έδωσε αφορμή να προσεχτούν αμεσότερα τα ζωντανά βιώματα του σύγχρονου λαού. Με την ευκαιρία αναφέρω και τις γεωγραφικές περιγραφές των λογιών της εποχής, που έδιναν στοιχεία και από την λαογραφική ζωή ·παράδειγμα στην Ήπειρο ἡ Γεωγραφία Ἀλβανίας καὶ Ἠπείρου του Κοσμά Θεσπρωτού & Αθανασίου Ψαλλίδα, του 1833.


Από το 1850 και έπειτα, έχουμε μια περίοδο ωριμότερης σκέψης και εργασίας για την γλωσσική και την λαογραφική έρευνα. Οι επιστήμονες δεν ζητούν πια ν’ αρχαιοποιήσουν τα λαϊκά κείμενα, τους τρόπους ζωής και τις δοξασίες, αλλά παραδέχονται την παραδοσιακή τους εξέλιξη, διαπιστώνοντας ότι μέσα σ’ αυτά τα εξελιγμένα στοιχεία της γλώσσας και των εθίμων διακρίνονται οι αρχικές πηγές. Ιδιαίτερα πρόσεξαν την γλώσσα, γι’ αυτό και οι πρώτες μελέτες στην περίοδο αυτή είναι γλωσσικές, με χρησιμοποίηση των λαογραφικών κειμένων για στήριγμά τους.

Το 1850 κυκλοφορεί στην πρωτεύουσα το φιλολογικό περιοδικό Πανδώρα, που δημοσίευε στις σελίδες του δημώδη ἄσματα, πρὸς περίσωσιν ἀπὸ τῆς λήθης, έπειτα δε και πληρέστερες λαογραφικές συλλογές. Το 1852 ο Επτανήσιος, από την Λευκάδα, Σπυρίδων Ζαμπέλιος δημοσιεύει στην Κέρκυρα το βιβλίο του Ἄσματα δημοτικὰ τῆς Ἑλλὰδος, όπου για πρώτη φορά επισύρει την προσοχή της λαογραφικής έρευνας και στις βυζαντινές πηγές. Συνιστά την μελέτη της βυζαντινής φιλολογίας των μεσαιωνικών χρόνων, πιστεύοντας ότι ο νεώτερος Ελληνισμός, όσο κι αν κατάγεται από το αρχαίο, έχει αμεσότερη πηγή του τον μεσαιωνικό (βυζαντινό), που αποτελεί αναμφισβήτητο μεταβατικό στάδιο στην εξέλιξή του. Ο ίδιος ο Ζαμπέλιος, όταν το Πανεπιστήμιο Αθηνών, το 1856, προκήρυξε διαγωνισμό για την συγγραφή «ἱστορίας τῆς νεωτέρας ἑλληνικῆς γλώσσης», συνέστησε να γίνει πρώτα συγκέντρωση φραστικού υλικού «κατὰ χρονολογικὴν αἰώνων τάξιν», ώστε να μελετηθεί από τις γνήσιες πηγές της η γλώσσα. Για την νεώτερη περίοδο συνέστησε την συγκέντρωση λαογραφικού υλικού, ποιημάτων, ασματίων, παροιμιών…παρωνύμιων, ονομάτων, τόπων κ.τ.λ. Από τότε η Πανδώρα δημοσίευε συστηματικότερα λαογραφικές συλλογές και το 1857 ο Υπουργός της Παιδείας έστειλε εγκύκλιο στους εκπαιδευτικούς, να μαζεύουν κείμενα και έθιμα στην ιδιωματική γλώσσα και να τα στέλνουν στο Υπουργείο. Η τότε ἡ Ἐφημερὶς τῶν Φιλομαθῶν δημοσίευε τις καλύτερες συλλογές ·παράλληλα και τα περιοδικά Χρυσαλλίς (1863), Ἰλισσὸς (1868) και Παρθενὼν (από το 1871) φιλοξενούσαν πρόθυμα λαογραφικά κείμενα.
 


Το 1866 άρχισε να εκδίδεται στην Κωνσταντινούπολη το περιοδικό του εκεί Φιλολογικού Συλλόγου, που προκήρυξε επίσης διαγωνισμό για την συγκέντρωση των «ζώντων μνημείων τῆς ἑλληνικὴς γλώσσης», δηλ. των λαογραφικών κειμένων. Πολλοί εκπαιδευτικοί έστειλαν συλλογές και βραβεύτηκαν. Ύστερα ιδρύθηκε στην Αθήνα και το περιοδικό Παρνασσός που τόνωσε επίσης την προσπάθεια για λαογραφική συλλογή. Τέλος, όταν το 1887, τμηματάρχης στο Υπουργείο Παιδεία, ο νέος τότε λαογράφος Ν. Γ. Πολίτης έστειλε κι εκείνος εγκύκλιο στους εκπαιδευτικούς να συγκεντρώσουν λαογραφικό υλικό, η εκπαιδευτική συνεργασία έγινε εντονότερη και το αποτέλεσμα πλουσιότερο.

Η κίνηση αυτή των Περιοδικών της πρωτεύουσας, των Συλλόγων που ιδρύθηκαν και του Κράτους επέδρασε και στις πρωτοβουλίες τοπικών συγγραφέων, που δημοσίευσαν στην περίοδο αυτή (1850-1890) βιβλία με λαογραφικό υλικό. Αναφέρουμε τις συλλογές Ἠπειρωτικῶν δημοτικῶν τραγουδιῶν από τους Γ. Χασιώτη (1866) και Π. Αραβαντινό (1860-1880), τα Ἠπειρωτικὰ Μελετήματα του Ι. Λαμπρίδη (Αθήνα, 1887- 1889), τα Ἄσματα Κρητικὰ του Ε. Γιανναράκη (Λιψία 1876), τα Σαμιακὰ (λαογραφικά) του Ε. Σταματιάδη (1887), την Περισυναγωγὴ γλωσσικῆς ὕλης καὶ ἐθίμων ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο του ιερέως Ι. Παπαζαφειρόπουλου (Πάτρα 1887), τα Χιακὰ Ἀνάλεκτα του Κ. Κανελλάκη (1890) και τα Κυπριακὰ του Α. Σακελλάριου (1890). Από το 1889 άρχισε και ο Δ. Γρ. Καμπούρογλους να δημοσιεύει την τρίτομη Ιστορία των Αθηναίων επί Τουρκοκρατίας, όπου έδωσε πλούσια στοιχεία από την λαϊκή ζωή της πρωτεύουσας, στα παλιά και στα νεώτερα χρόνια.
·ο Καμπούρογλους ανήκει στον προδρομικό αιώνα της Ελληνικής Λαογραφίας, τον μερικώς άσχετο από τον Πολίτη, που αρχίζει με το Φωριέλ και μπορούμε να πούμε πως φτάνει ως τον G. Abbot (Macedonian Folklore, 1903). 




Η περίοδος αυτή που αναφερόμαστε κλείνει με την αναγόρευση του λαογράφου Ν. Γ. Πολίτη σε πανεπιστημιακή έδρα, το 1890.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου