Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015

Η Ελληνική Λαογραφία στα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση (1830-1850)


Η ελεύθερη Ελλάδα στα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση, περιοριζόταν στην Πελοπόννησο και στην Στερεά, με την Εύβοια, τις Β. Σποράδες και τις Κυκλάδες μόνο. Ο Ελληνισμός όμως ήταν μεγάλος κι είχε ελευθερία κινήσεων και επαφών. Γι’ αυτό και η σύνθεση του πληθυσμού στις νέες πρωτεύουσες (Ναύπλιο & Αθήνα) ήταν λαογραφικά ενδιαφέρουσα, με τις εκδηλώσεις της. Χαρακτηριστικό είναι το θεατρικό έργο του Δ. Κ. Βυζαντίου, Η Βαβυλωνία (Ναύπλιο, 1839), που δίνει παραστατικά τους ποικίλους επαρχιακούς τύπους, με την γλώσσα, το τοπικό ήθος και το ένδυμα της εποχής.
Πολλά και πολύτιμα γραπτά λαογραφικά στοιχεία των ετών αυτών μας έδωσαν οι Απομνημονευματογράφοι αγωνιστές, που συνέχισαν να γράφουν και ύστερα από την απελευθέρωση, για την ζωή και την πολεμική δράση τους. Αποτελούν μια ωραιότατη σειρά ζωντανών νεοελληνικών κειμένων (κι αξιοπρόσεχτη φιλολογία), με αποκορύφωμα της τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη και του Κασομούλη. Αλλά και αυτά όλα προσφέρουν το λαογραφικό στοιχείο τους «ευκαιριακά».


Ακολούθησε όμως αμέσως και η περίοδος της επιστημονικής μελέτης των εθίμων και της γλώσσας του ελληνικού λαού, που την επιτάχυνε ένα εξωτερικό εθνοκριτικό γεγονός, η λεγόμενη «Θεωρία του Φαλλμεράγερ». 
Ο Γερμανός Ιάκωβος – Φίλιππος Fallmerayer (1790-1861) ήταν καθηγητής της Ιστορίας στο Μόναχο και δημοσίευσε βιβλίο με τίτλο
«Ἱστορία τῆς Χερσονήσου τοῦ Μορέως στὸν Μεσαίωνα» (Α', Στουττγάρδη 1830 και Β', Τυβίγγη 1836).
Στον πρόλογο του βιβλίου του ο Φαλλμεράγερ ισχυρίστηκε ότι, με τις διάφορες επιδρομές και την κάθοδο των Σλάβων ως την Πελοπόννησο, αλλοιώθηκε η σύσταση του πληθυσμού της Ελλάδος, έτσι ώστε το αίμα των κατοίκων του τόπου αυτού να μη ρέει «ούτε σταγόνα» από το αρχαίο ελληνικό αίμα, και ότι το σημερινό όνομα Έλληνες σημαίνει απλώς τους ορθοδόξους εδώ Χριστιανούς που μιλούν τα ελληνικά.
Επέμενε σ΄ αυτό και με νέα μελέτη του, το 1835: Περὶ τῆς καταγωγῆς τῶν σημερινν Ἑλλήνων. (σημ. Το 1857 έγραψε και: Τὸ ἀλβανικὸν στοιχεῖον ἐν Ἑλλάδι.)


Οι Έλληνες λόγιοι ζήτησαν αμέσως ν’ αντικρούσουν την θεωρία και να δείξουν την συνέχεια του τοπικού ελληνισμού. Άρχισαν από την ιστορική έρευνα. Ο Κωνστ. Παπαρρηγόπουλος (1814-1891) έγραψε το 1843 Περὶ ἐποικήσεως σλαβικῶν τινῶν φυλῶν εἰς τὴν Πελοπόννησον, όπου δέχεται μεν ότι έγιναν ειρηνικές εποικήσεις (όχι επιδρομές) Σλάβων, από τον ς' αιώνα και τον Ζ' αιώνα, στην βυζαντινή Ελλάδα, αλλά ήταν φυσιολογικές και αφομοιώθηκαν, «καθὼς τὰ ὕδατα τοῦ ποταμοῦ, τὰ ὁποῖα συγχωνεύονται εἰς τὴν ἀχανῆ θάλασσαν». Δεν έχουμε, γράφει, ονόματα από σλαβικές πολιτείες και οικογένειες. Μόνο τοπωνύμια, στους ποιμενικούς χώρους.


Και Γερμανοί ιστορικοί ( Tafel, Horf, Zinkeisen, Thiersch) αντέκρουσαν τότε την θεωρία του Φαλλμεράγερ, ο Θείρσιος δε και με ανθρωπολογικά επιχειρήματα, σημειώνοντας επίσης, ότι τα απόμερα διαμερίσματα της χώρας και τα νησιά (που είχαν κοινό λαϊκό πολιτισμό) δεν γνώριζαν Σλάβους επιδρομείς.
Όσο για την παλαιότερη βυζαντινή φράση του Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου στην Περὶ θεμάτων πραγματεία του, όπου μιλώντας για τον Η' αιώνα έγραψε ότι ἐσθλαβώθη πᾶσα ἡ χώρα (δηλ. η Πελοπόννησος) καὶ γέγονε βάρβαρος, αυτό μπορεί να σημαίνει γενικά «ὑπεδουλώθη» ή να είναι σχήμα υπερβολής.
Άλλοι Έλληνες ιστορικοί έγραψαν αργότερα, οι Σπ. Λάμπρος, Π. Καρολίδης, Α. Διομήδης και κυριότατα οι Κ. Άμαντος, Δ. Ζακυθηνός και Στ. Κυριακίδης.
Ακολούθησαν και γλωσσολογικές αντικρούσεις από Έλληνες και ξένους στην θεωρία του Φαλλμεράγερ, ιδιαίτερα ύστερα από νεώτερη ενίσχυση της από τους G. Weigand (1928), M. Vasmer (1941) και G. Stadtmüller (1944), που έδειξαν για τις συζητούμενες επιδράσεις ότι οι σλαβικές λέξεις περιορίζονται κυρίως σε κτηνοτροφικά τοπωνύμια και όρους, που κι αυτά μπορεί να πολλαπλασιάστηκαν από ελληνική τοπομορφική επανάληψη.


Κι ήρθαν από κοντά τα λαογραφικά επιχειρήματα, που έκαναν να αναπτυχθεί περισσότερο και ν’ ανδρωθεί η σχετική έρευνα και μελέτη. Στην αρχή η επιχειρηματολογία ήταν φανατική μιας και τα ήθελε όλα όμοια προς τα αρχεία •επί παραδείγματι να σημειώσουμε τα βιβλία: του Εμμανουήλ Βυβιλάκη, Ἡ νεοελληνικὴ ζωὴ σὲ σύγκριση πρὸς τὴν ἀρχαία (Βερολίνο 1840), όπου δίνονται λαϊκά έθιμα από την νεώτερη Ελλάδα ενισχυτικά της παραδοσιακής μας συνέχειας καθώς και του Κυριάκου Πιττάκη, Ὕλη, ἵνα χρησιμεύση πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι οἱ νῦν κατοικοῦντες ἐν Ἑλλάδι εἰσὶν ἀπόγονοι τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων (Αθήνα, 1852).


Τα ίδια χρόνια, όλοι οι Έλληνες του εξωτερικού προσπαθούσαν να λάβουν μέρος στην λαογραφική άμυνα, για την απόδειξη της παραδοσιακής συνέχειας. Διαφώτιζαν τους ξένους συγγραφείς για τα κληρονομικά δικαιώματα των Νεοελλήνων, πράγμα που οδήγησε σε πολύτιμες εργασίες για την συγκριτική λαογραφία μας. Το 1864 ο Γερμανός C. Wachsmuth έγραψε Ἡ ἀρχαία Ἑλλὰς ἐν τῆ νέα (μεταφρ. Ε. Γαλανού, Αθήνα, 1868), και το 1871 (Λιψία) ο B. Schmidt έγραψε Das Volksleben der Neugriechen und das hellenische Altertum (ο λαϊκός βίος των Νεοελλήνων και η ελληνική αρχαιότητα). 

Οι ίδιοι οι Έλληνες λόγιοι δημοσίευαν παροιμίες, που τις παρουσίαζαν και σαν συνέχεια των αρχαίων ρητών. Από την Βιέννη ο Ηπειρώτης Ιωάννης Ζαφείρης – Μανιάρης δημοσίευσε, το 1832 (Τεργέστη), συλλογή από 1130 παροιμίες, μάλλον Ηπειρώτικες, σε γλώσσα λογιότερη. Από το Λονδίνο ο Αλέξανδρος Νέγρης δημοσίευσε το 1834 Λεξικὸ νεοελληνικῶν παροιμιῶν ( A Dictionary of Modern Greek Proverbs), όπου δίνει 950 παροιμίες και αναζητεί τις αντίστοιχες αρχαίες. Και στην Ελλάδα πάλι ο λόγιος δικηγόρος Ι. Βενιζέλος δημοσίευσε το 1846 την πρώτη συλλογή του Παροιμίαι δημώδεις (β’ έκδ., 1867), όπου συχνά δίνει και αντίστοιχα αρχαία κείμενα. 

Την ίδια περίοδο, και με το ίδιο συγκριτικό πνεύμα, δημοσιεύονται στο εξωτερικό, και μετά τον Φωριέλ, ελληνικά δημοτικά τραγούδια. Ο Γερμανός Theodor Kind δημοσίευσε στην Λιψία το 1833 Τραγούδια τῆς Νέας Ἑλλὰδος (Neugriechische Poesien), αφού πρωτύτερα, σε άλλο δημοσίευμα του το 1831 είχε αντικρούσει την θεωρία του συμπατριώτη του Φαλλμεράγερ, στηριζόμενος στα έθιμα, στην γλώσσα και στην σωματική διάπλαση των Νεοελλήνων · αξιοσημείωτο είναι ότι ο ίδιος ο Fallmerayer, για τους δικούς του αποδεικτικούς σκοπούς, είχε προτείνει το 1830 να μελετηθεί εθνολογικά και λαογραφικά «ο λαός του ελληνικού χώρου», κι αυτό ενθάρρυνε επίσης την έρευνα, με άριστο αποτέλεσμα.


Το 1842 ο Ιταλός Θωμαζαίος (N. Tommaseo) δημοσίευσε στην Βενετία Ἑλληνικὰ λαϊκὰ τραγούδια (Canti Popolari…Greci), το 1843 στην Πετρούπολη ο Γ. Ευλάμπιος δημοσίευσε τον Ἀμάραντον, δημοτικά ποιήματα που τα μετέφρασε και στα ρώσικα, και το 1844 ο D. Sanders στην Γερμανία: Τὰ τραγούδια τῶν Ἑλλήνων (Die Volkslieder der Neugriechen). Τέλος, το 1850 στην Κέρκυρα, ο Αντώνιος Μανούσος τύπωσε την πρώτη συστηματική συλλογή δημοτικών τραγουδιών, με τίτλο Τραγούδια ἐθνικά.

 Διαβάστε τη συλλογή δημοτικών τραγουδιών με τίτλο 
 Τραγούδια εθνικά / Συνταγμένα και διασαφηνισμένα υπό Αντωνίου Μανούσου
 


Σημείωση: Ομοίως, διαβάστε όλα τα προαναφερθέντα παλαιά βιβλία τα οποία φέρουν διαφορετικό χρωματισμό από αυτόν του υπολοίπου κειμένου πατώντας τον τίτλο τους. 

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

Η Ελληνική λαογραφία ύστερα από την άλωση της Κωνσταντινούπολης


Η πρώτη αναφορά για την δημιουργία εθνικών λαογραφικών θρύλων δόθηκε με τον ίδιο το πέσιμο της Κωνσταντινούπολης (1453), μέσα από τους θρήνους και τις παραδόσεις που ακολούθησαν. Το τραγικό γεγονός της Άλωσης δε θρηνήθηκε μόνο από εκείνους που έζησαν την κακή ώρα, αλλά και απ’ όσους ήταν μακριά κι έμαθαν το μεγάλο κακό• εκείνα τα χρόνια οι ειδήσεις δεν έφταναν αμέσως όπως σήμερα αλλά ταξίδευαν με καραβάνια ή με τα καράβια, και με μεγάλη χρονοτριβή. Οι θρήνοι και τα τραγούδια κι οι στιχουργίες άρχισαν πολύ αργότερα από τις ειδήσεις, όταν κάπου βρισκόταν ένας στιχουργός κι έπαιρνε την πρωτοβουλία. Θρήνοι για την Κωνσταντινούπολη γράφτηκαν πολλοί. 

Στους θρήνους αυτούς έχουμε πάλι το λαογραφικό φαινόμενο των πολιτιστικών ενδείξεων, ότι δηλαδή μέσα από τους αβίαστους λαϊκούς στίχους μας δίνονται, μαζί με τα συναισθηματικά στοιχεία, και κάποιες πληροφορίες για τα έθιμα και τα βιώματα της εποχής. 

Το ίδιο γίνεται και με τις παραδόσεις ή τους θρύλους για την Άλωση. Τα κείμενα των παραδόσεων αυτών συνθέτουν τα ίδια ένα πλούσιο λαογραφικό υλικό, που μας δείχνει τις δοξασίες, τα μοτίβα των μύθων και τον αισιόδοξο χαρακτήρα του Έθνους. Είναι γνωστά: τα ψάρια που τηγάνιζε η γριά και που πήδησαν στο νερό •ο παπάς που λειτουργούσε και κλείστηκε με τα άγια στην κολόνα •ο μαρμαρωμένος βασιλιάς κι όλα τα άλλα, που πέρασαν στην ψυχική ζωή του Έθνους και κράτησαν την συνοχή του για αιώνες. 

Ας έχουμε μία εικόνα των στίχων που ακολουθούν: 

Καλόγρια τηγάνιζε ψαράκια στο τηγάνι 
και μια φωνή, ψιλή φωνή απανωθιό της λέγει: 
"Πάψε γριά το μαγεριό κι η Πόλη θα τουρκέψει". 
"Όταν τα ψάρια πεταχτούν και βγουν και ζωντανέψουν,
τότε κι ο Τούρκος θα να μπει κι η Πόλη θα τουρκέψει". 
Τα ψάρια πεταχτήκανε, τα ψάρια ζωντανέψαν 
κι ο αμιράς εσέβηκεν με τ' άλογο καβάλα.


Επίσης, οι χρονογράφοι και ιστορικοί της Αλώσεως συντονίστηκαν με τον πόνο του Έθνους κι έγραψαν τις αφηγήσεις τους σε «συναξαρικό» ύφος παρεμβάλλοντας στα κείμενά τους δοξασίες και θαυμαστά ακούσματα ή τρόπους ζωής της εποχής. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας έπειτα, οι αφορμές για παροχή λαογραφικών πληροφοριών πλήθυναν, επειδή και οι συγγραφές έγιναν περισσότερες, κι ο χρόνος των λογίων ή και των καλογήρων να γράφουν, μεγαλύτερος. 

Οι κυριότερες πηγές των λαογραφικών ειδήσεων της Τουρκοκρατίας είναι: 

α) Η λαϊκή λογοτεχνία (τραγούδια, παραμύθια, παροιμίες) και το θέατρο (κρητική περίπτωση) που κυκλοφόρησαν, με τα τοπικά στοιχεία τους, στον ελληνικό κόσμο.

β) Οι νοτάριοι κι οι γραμματικοί (της εκκλησίας, και των Κοινοτήτων), με τα δικαιοπρακτικά έγγραφα που άφησαν 

γ) Οι μοναχοί και ιερωμένοι των μοναστηριών, που αντιγράφοντας διάφορα χειρόγραφα σημείωναν παρατηρήσεις και «ενθυμήσεις» από την σύγχρονη ζωή. Οι ίδιοι κατέγραφαν και παροιμίες ή και τραγούδια ( με βυζαντινή παρασημαντική) στα χειρόγραφά τους. 

δ) Οι νέοι συναξαριστές των μαρτύρων της Τουρκοκρατίας, που έδιναν από την καθημερινή ζωή, από τις συνθήκες της ελληνικής σκλαβιάς κι από την εθνοθρησκευτική ψυχολογία των μαζών. 

ε) Οι νέοι Πατέρες της εκκλησίας ( μητροπολίτες & ιεροκύρηκες) που επιτιμούσαν τον λαό για τα ειδωλολατρικά έθιμά του, τα προσδιόριζαν απαγορευτικά με τοπικούς Νομοκάνονες ή τα ανέφεραν στις ομιλίες τους περιγραφικά. 

ς) Οι ελεύθερες «ενθυμήσεις», που γράφονταν από κληρικούς και λαϊκούς στα βιβλία της εκκλησίας, για κάθε περιστατικό της ζωής (από επιδρομές και σιτοδείες ως τα πανηγύρια και τα καθημερινά παράδοξα). 

ζ) Οι χρονογράφοι κι ύστερα οι απομνημονευματογράφοι, όσοι είχαν τα μέσα και την υπομονή να γράψουν τα γεγονότα και τα χρονικά της ζωής τους (ιδιαίτερα από τον αγώνα του 1821). Υπάρχουν δημοσιευμένες σειρές με Απομνημονεύματα αγωνιστών, από την «Βιβλιοθήκη Γ. Τσουκαλά», καθώς και από τα Γενικά Αρχεία του κράτους. 

η) Οι λαϊκοί τραγουδιστές των κατορθωμάτων και της ζωής των Αρματολών και των Κλεφτών (τα κλέφτικα, τα ιστορικά και τα ναυτικά μας τραγούδια). Και: 

θ) Οι ξένοι περιηγητές, που έρχονταν στην Ελλάδα, έγραφαν τις εντυπώσεις τους και σχεδίασαν σπίτια και φορεσιές •την συγκεκριμένη κατηγορία θα την εξετάσουμε σε κάποια μελλοντική ανάρτηση.

Ενδιαφέρει τώρα να παρακολουθήσουμε και την ερευνητική προσοχή, που δόθηκε στη λαϊκή ζωή και στα στοιχεία της (εκτός από την απλή περιγραφή), στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. 

Σημειώνουμε ότι και η παραμικρή διάθεση για συλλογή λαογραφικού υλικού ανήκει στο κεφάλαιο της «σπουδής» της Λαογραφίας, επειδή ο συλλογέας, την ώρα εκείνη, δεν γίνεται τυχαία πηγή, αλλά συνειδητός προμηθευτής λαογραφικού υλικού για την επιστήμη •άλλο να γράφει κανείς ένα συναξάρι, απομνημονεύματα ή ταξιδιωτικές εντυπώσεις, με στοιχεία από την λαϊκή ζωή, κι άλλο να δίνει προσοχή στα λαϊκά κείμενα και στα έθιμα και να τα καταγράφει επίτηδες.


Με το πνεύμα αυτό μπορούμε να θεωρήσουμε «μελετητές λαογράφους» όλους τους ανώνυμους συλλογείς τραγουδιών και παροιμιών του ελληνικού λαού, που παρουσιάζονται αμέσως μετά το πέσιμο της Κωνσταντινούπολης και στους ύστερους αιώνες της Τουρκοκρατίας. Αυτοί μάζεψαν και κατέγραψαν σε χειρόγραφα και σε κώδικες (ή αντέγραψαν) παλιά ανομοικατάληκτα δημοτικά τραγούδια (Ερωτοπαίγνια, Εκατόλογα, Αλφάβητους, κ.α.), αργότερα ομοιοκατάληκτες Ριμάτες, ή επίσης συλλογές παροιμιών και αινιγμάτων, για ψυχωφελείς σκοπούς.


Γνωστοί συλλογείς παροιμιών, αμέσως μετά την Άλωση, είναι οι λόγιοι κληρικοί Μιχαήλ Αποστόλης και ο γιός του Αρσένιος Μονεμβασίας. Ο πατέρας είχε συλληφθεί αιχμάλωτος μέσα στην Κωνσταντινούπολη, έπειτα ελευθερώθηκε και πήγε στην Κρήτη , όπου έγραψε Συναγωγή αρχαίων παροιμιών με πολλές νεώτερες. Το ίδιο έκανε και ο Αρσένιος, τα δε κείμενα τους βρίσκονται στο Corpus Paroemiographorum Graecorum των E. Leutsch και E. Schneidewin (2 τόμοι, Γοττίγκη 1839-1851).


Το ΙΖ’ αιώνα βρίσκεται στην Ρώμη, βιβλιοθηκάριος του Βατικανού, ένας λόγιος από την Χίο, ο Λέων Αλλάτιος. Γράφει πραγματείες στα λατινικά με ελληνικό λαογραφικό περιεχόμενο (De Graecorum hodie quorundam opinationibus = Για κάποιες σύγχρονες ελληνικές δοξασίες, Κολωνία 1645) και μιλεί για φυλαχτά, σπιτόφιδα, Νεράιδες, Καλλικαντζάρους, κ.α. Συνιστούσε να μελετάμε, μαζί με τα έθιμα της αρχαιότητας, και τα σύγχρονα. Μπορούμε από αυτά, έλεγε, να καταλαβαίνουμε καλύτερα εκείνα.


Το ΙΖ’ αιώνα έχουμε επίσης μια καλή συλλογή από νεοελληνικές παροιμίες, που την έκανε στην Κωνσταντινούπολη ο Ολλανδός φιλόλογος Βάρνερ (Levinus Warner). Ήταν εκεί διπλωματικός εκπρόσωπος της χώρας του και μάζευε από τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και της Θράκης παροιμίες (γύρω στα 1650). Βρίσκονται δημοσιευμένες στο Β’ τόμο των Παροιμιών του Ν. Πολίτη από τον D. Hesseling.


Έναν αιώνα αργότερα, στην Ήπειρο, ο ιερομόναχος Παρθένιος Κατζιούλης «Ιωαννίτης», όπως γράφει, συγκέντρωσε πολλές ελληνικές παροιμίες, με πραγματική αγάπη για την σοφία του λαού, που όμως τις μεταγλώττισε, δηλ. τους έδωσε λόγια διατύπωση. Κράτησε ευτυχώς και στο λαϊκό γιαννιώτικο ιδιώμα (κοιναί κατά Ιωαννίτας) περί 725 κείμενα. Αγαπά τις παροιμίες ο Κατζιούλης, επειδή, όπως σημειώνει, ἤθη παραινοῦσι καὶ πάθη ἐπανορθοῦσι. Η συλλογή αυτή βρίσκεται δημοσιευμένη στον Α’ τόμο των Παροιμιών του Ν. Πολίτη.


Κοντά στην Ελληνική Επανάσταση (1821) εμφανίζονται πολλοί λόγιοι, που ζητώντας να ξυπνήσουν το Έθνος, του στρέφουν την προσοχή στα δημιουργήματά του. Ο Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833), που όλα του τα έργα απέβλεπαν στο διαφωτισμό του Έθνους, χρησιμοποιούσε συχνότατα παροιμίες και κείμενα, για να δείξει την συνέχεια ή την ομοιογένεια στην ελληνική σκέψη και γλώσσα. Έτσι μέσα στα Άτακτά του μας δίνει πολλές παροιμίες, όπως και μύθους και δοξασίες, με αρχαιοσυγκριτικά ερμηνεύματα. Ο Κοραής έκανε και συλλογή από δημοτικά τραγούδια, που τα παρουσίαζε σε ξένους (στον Φωριέλ κ.α.)


Στις αρχές του ΙΘ’ αιώνα έχουμε και άλλους λόγιους, που προσέχουν την Λαογραφία. Ο Ηπειρώτης λόγιος και κληρικός Γρηγ. Παλιουρίτης δημοσίευσε το 1815 στην Βενετία, το βιβλίο του Αρχαιολογία Ελληνική (2 τόμοι), όπου συγκρίνει τα αρχαία με τα σύγχρονα έθιμα. Ένας κληρικός επίσης από την Κοζάνη, ο Χαρίσιος Μεγδάνης δημοσίευσε στην Ουγγαρία το 1812 το Ελληνικόν Πάνθεον, όπου κοντά στην αρχαία μυθολογία μας δίνει νεοελληνικές (μακεδονικές) παραδόσεις και έθιμα.

Αμέσως μόλις ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση και ακούστηκαν στην Ευρώπη οι πρώτες νίκες, ο Γάλλος φιλόλογος και ιστορικός Claude Fauriel άρχισε να ετοιμάζει στο Παρίσι την πρώτη συστηματική συλλογή Ελληνικών Τραγουδιών, που η στοχαστική Εισαγωγή της αποτελεί μια σπουδαία λαογραφική μελέτη. Από λόγιους και εμπόρους Έλληνες του εξωτερικού (π.χ. τον Κοραή, τον Μουστοξύδη κ.α.) ο Φωριέλ μάζεψε δημοτικά τραγούδια (κλέφτικα, ιστορικά, ακριτικά, ερωτικά κ.α.) και τα δημοσίευσε σε δύο τόμους με τίτλο: Λαϊκά τραγούδια της νέας Ελλάδος (Chants populaires de la Grèce Moderne). 



Στην εισαγωγή του (Α’ τόμος) μιλάει με θαυμαστή ενημερότητα για τα έθιμα, την ζωή και τον χαρακτήρα του νέου ελληνικού λαού, που τον βλέπει σαν συνέχεια του αρχαίου, και μελετά την προέλευση και το είδος των τραγουδιών του με φιλολογική και λαογραφική εμβάθυνση. Δημοσιεύει τα ελληνικά κείμενα αριστερά, και δεξιά την γαλλική τους μετάφραση, ώστε και οι ξένοι να γνωρίσουν την ποιητική αξία τους. Με την συλλογή του αυτή ο Φωριέλ τόνωσε πραγματικά το κίνημα του Φιλελληνισμού στην Ευρώπη.

Δείτε το αξιόλογο αυτό έργο 

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2015

Περί της λαογραφίας του Ελληνισμού



Εάν θελήσουμε να κάνουμε μια γενική παρατήρηση περί της έρευνας των ελληνικών εθίμων και λόγων που έχει γίνει ως τώρα, ασχέτως ένα ήταν συστηματική ή όχι, αν γινόταν από λογίους συγγραφείς ή ερασιτέχνες, πριν ή μετά την επιστημονική της οργάνωση βυθιζόμαστε στα χρυσάφια της Λαογραφίας όλων των εποχών και αιώνων. Ιδεώδες θα ήταν να είχαμε σε συνέχεια, από την πρώτη εμφάνιση της γραμματείας, περιγραφές, κείμενα και μελέτες για την λαογραφία του Ελληνισμού. 

Ο Ελληνισμός, όμως, είναι ενιαίος στους χώρους του. Έτσι τον γνωρίζουμε από την Ιστορία και τα Γράμματα. Έτσι τον βλέπουμε από την αιώνια γλώσσα του, που συνεχίζεται ίδια, παρά τις αλλοιώσεις της. Έτσι παρέμεινε και στην λαογραφική του διάρκεια, παρ ΄ όλες τις μεταναστεύσεις, επιδρομές, επιμιξίες, αποικισμούς και υποδουλώσεις. Τα έθιμα , η λατρεία, οι δοξασίες, τα έργα , οι λόγοι του αιώνιου ελληνικού λαού μένουν ή αφήνουν τα παλιά ίχνη τους στον τόπο, με φορείς τους ίδιους ανθρώπους ή τις κοινωνικές ομάδες. 

Στο διάστημα των αιώνων τα έθιμα, είτε αντέχουν στις μεταβολές είτε αλλάζουν, κρατώντας πάντα τον κεντρικό τους πυρήνα. Γενικότερα, τα λαϊκά έθιμα και οι εκδηλώσεις είναι είτε συντηρητικά και αμετάβλητα, είτε ευμετάβλητα και προοδευτικά. •η λαογραφία αγαπά τα συντηρητικά, αλλά χαίρεται τα ευμετάβολα, που την ποικίλουν και την ανεφοδιάζουν. 

Συντηρητικά είναι όσα δένονται με τον τόπο ή ακολουθούνται με παραδοσιακή προσήλωση και φανατισμό. Τα ιστορικά τραγούδια και τα κλέφτικα και τα ακριτικά, πως μπορούν να γίνουν ξένα ή να μας έρθουν απ’ έξω; Οι τοπικές παραδόσεις πως θα ξεκολλήσουν από το έδαφός τους; Τα ξόρκια, που δένονται με φράσεις από την ελληνική υμνογραφία, δεν μπορούν να αλλάξουν πιστούς. Τα αινίγματα, που στηρίζονται σε στενή ρίμα και γνωστά στοιχεία πολιτιστικά , δεν είναι εύκολο να διατυπωθούν αλλιώς. Η τοπική κοινωνική οργάνωση και οι θεσμοί λαϊκού δικαίου δύσκολα ξεχνούν τις ρίζες του. Έθιμα του γάμου και του θανάτου ακολουθούνται με τον ίδιο δεισιδαιμονικό φόβο, και κάθε χωριό διατηρεί τις δικές του συνήθειες με πείσμα και αντοχή, ακόμα και στη στενότερη γεωγραφική του γειτνίαση. 

Τα άλλα είναι ευμετάβολα και ευεπηρέαστα. Είναι, παραδείγματος χάρη, η φορεσιά κι οι λεπτομέρειες της, οι χοροί και η μουσική τους, οι τροφές και τα υλικά μέσα ζωής, οι τρόποι ψυχαγωγίας, οι δοξασίες και τα στοιχεία λατρείας, η λαϊκή θεραπευτική, η μαγεία, οι κινητές παραδόσεις, τα παραμύθια, οι μύθοι, οι παροιμίες τα περιστατικά ονόματα και λέξεις. Όσα δηλαδή είναι στοιχεία επαφής των λαών, όσα ζηλεύονται ως τελειότερα και όσα γίνονται γνωστά από το εμπόριο και το ταξίδι. Αλλά κανένα δεν μεταβάλλει ολότελα την αρχική σύνθεση και τυπική φυσιογνωμία του. Και στην περίπτωση αυτή, οι διάφορες επιδράσεις μοιάζουν με τους παραπόταμους, που ανακατεύονται με το νερό του ποταμού χωρίς να το μεταλλάζουν. 

Αφού λοιπόν, στην πορεία των αιώνων, γλώσσα και έθιμα δεν αλλάζουν την πηγή και δε χάνουν το βασικό πυρήνα τους, είναι απαραίτητο ή οποιασδήποτε εποχής Λαογραφία να πορεύεται με αναδρομικά κοιτάγματα προς το παρελθόν, που θα της δώσουν όχι μόνο το νήμα της συνέχειας, αλλά κι της ουσιαστικής ερμηνείας της φυσικής και κοινωνικής ψυχολογίας του έθνους.


Τα λαογραφικά θέματα στον παλαιότερο ελληνικό κόσμο

Τα θέματα της λαογραφίας στην αρχαία Ελλάδα, και στην βυζαντινή εποχή έπειτα, υπήρχαν βέβαια και ήταν πολλά, όπως και σήμερα. Ο λαός ζούσε πάντα με ομαδικούς τρόπους ζωής, ομαδικές παραδόσεις, δεισιδαιμονίες και έθιμα. Μόνο που οι λόγιοι σύγχρονοι δεν τα πρόσεχαν ή τα περιφρονούσαν •ο Πλάτων αδιαφορούσε για τα παραμύθια και τα αποκαλούσε «γραῶν ὕθλους». 
Μας έδωσαν όμως και πολλές μαρτυρίες οι αρχαίοι για την λαϊκή ζωή και τα έθιμα της εποχής τους, κι εξαρτάται από εμάς ν’ αναδιφήσουμε, να τα βρούμε και να τα’ αποδελτιώσουμε. 

Η ανεύρεση και η αποδελτίωση λαογραφικών στοιχείων στους αρχαίους και τους βυζαντινούς συγγραφείς είναι ένα συνεχές αίτημα για την Λαογραφία μας αλλά και μια εργασία πλουτισμού της ελληνικής γλώσσας μας. 

Ο Όμηρος και ο Ησίοδος δίνουν στοιχεία από αρχαία ελληνικά όσο και ξενότροπα ήθη, ανάλογα με τις αφορμές των περιγραφών τους. Ο Ηρόδοτος είναι και εθνολόγος των ανατολικών λαών, όπως ο Ξενοφών των λαών της Μ. Ασίας. Ποιητές και πεζογράφοι έχουν επίσης στοιχεία για αποδελτίωση. Το ίδιο και οι επιγραφές των Ιερών, όπως της Επιδαύρου και της Δωδώνης, και των αρχαίων μνημείων, όπως κι οι πλούσιες παραστάσεις των αρχαίων αγγείων στα μουσεία μας. Εξαρτάται από εμάς να αναζητήσουμε και να επισημάνουμε που βρίσκονται όσα μας ενδιαφέρουν. 

Η σπουδή των λαογραφικών θεμάτων στην αρχαία Ελλάδα

Οι αρχαίοι Έλληνες άρχισαν την «σπουδή» των λαογραφικών θεμάτων κάπως διστακτικότερα, αφού είχαν αρχίσει την σπουδή των άλλων επιστημών. Ήδη ο Ηρόδοτος τον Ε’ αιώνα, πλάι στις εθνολογικές διαπιστώσεις του, επιχειρεί και υποκειμενικές ερμηνείες. Αλλά γύρω από τα σωκρατικά χρόνια, με την φιλολογική συζήτηση και την εξέταση των πραγμάτων, παρουσιάζονται επιστημονικότερες αναζητήσεις λ.χ. Κριτίας, Περὶ τῶν ἑλληνικῶν πολιτειῶν, και άλλοι Σοφιστές. 

Αλλά ο πρώτος νους, με τις πραγματικές απασχολήσεις, που ανέλυσε τα συστατικά και της λαογραφικής έρευνας, είναι ο Αριστοτέλης. Αυτός μας έδωσε ορισμούς για τα λαογραφικά είδη του λόγου, αναζήτησε το νόημα των μύθων, περιέγραψε τους «λαϊκούς βίους» και αξιολόγησε το κριτικό πνεύμα του λαού. Ακολούθησαν έπειτα οι μαθητές του Αριστοτέλη, ο Θεόφραστος με απόψεις για την ανακύκληση των πολιτισμών, με κεφάλαια «περὶ δεισιδαιμονίας», «περὶ εὑρημάτων» κ.α., ο Δικαίαρχος ο οποίος έγραψε το «Βίον Ἑλλάδος» και συνέλεξε Παροιμίες, ο Ηρακλείδης του Πόντου ο οποίος έγραψε το «Περὶ τῶν ἐν Ἑλλάδι τόπων», ο Δημήτριος ο Φαληρεύς ο οποίος συγκέντρωσε τους Αισώπειους μύθους, κι ύστερα οι Αλεξανδρινοί ή Ελληνορωμαϊκοί λόγιοι και γεωγράφοι, ο Πολέμων με το έργο «Περιηγήσεις Ἑλλάδος», ο Πολυδεύκης με το «Ὀνομαστικόν», ο Νικόλαος Δαμασκηνός με τα «Παράδοξα ἤθη», ο Φιλοστέφανος ο Κυρηναίος με το έργο «Μῦθοι καὶ ἔθιμα», Διόδωρος ο Σικελιώτης κι ο ιατρός Γαληνός, που οι απασχολήσεις και τα σχόλια τους δείχνουν ερευνητικό ενδιαφέρον για την λαϊκή ζωή των ανθρώπων. 

Σημαντικότεροι όμως, για την πλούσια και συστηματική προσφορά λαογραφικού υλικού από την σύγχρονη τους Ελλάδα, είναι οι συγγραφείς Πλούταρχος τον Α΄αιώνα μ.Χ., Λουκιανός και Παυσανίας τον Β’ αιώνα μ.Χ., και Αθηναίος τον Γ’ αιώνα μ.Χ., που το περιεχόμενο των βιβλίων τους έχει από πολλούς λαογράφους αξιοποιηθεί. 

Όλα αυτά τα ονόματα δίνουν και σ’ εμάς αφορμή ν’ ανατρέξουμε στα συγγράμματα τους, να δούμε το πνεύμα των περιγραφών τους, ν’ αποδελτιώσουμε όσα ενδιαφέρουν και να κάνουμε σύγκριση των σημερινών εθίμων με τα παλιά. Ήδη και εκείνοι έκαναν την σύγκριση προς τ΄ αρχαιότερα, με βάση την εποχή τους. 

Οι λαοί έχουν πάντα τις ίδιες ιδιότητες και εκδηλώσεις, γι’ αυτό χαίρεται κανείς την αρχαία ζωή, όταν την βλέπει και μέσα στην δική του. Επί παραδείγματι, αν αντικρύσουμε ερείπια αρχαίου συνοικισμού με την εστία, τα πιθάρια, τις αυλές και τις αποθήκες, αυτά θα μας συγκινήσουν, επειδή θα σκεφτούμε τα φτωχικά αγροτικά δικά μας, αφού το σπίτι της αρχαιότητας έμεινε για αιώνες αγροτικό.

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014

Από την αρχαία Αθαμανία έως τα νεότερα Τζουμέρκα




Σύντομη ιστορική αναδρομή 

Η πορεία των Τζουμέρκων μέσα στο χρόνο υπήρξε μακραίωνη και πολυτάραχη. Ήδη από την Eποχή του Χαλκού και πιο συγκεκριμένα περίπου στο 2000 π.Χ., περίοδο άφιξης των πρώτων ελληνόφωνων φύλων στην Ήπειρο (σημ. 1), εγκαθίσταται στη συγκεκριμένη περιοχή το φύλο των Αθαμάνων (σημ. 2). Από αυτό πήρε και το όνομά της και έτσι έκτοτε έμεινε γνωστή ως Αθαμανία. 

Οι φιλολογικές πηγές επιβεβαιώνουν την άφιξη του φύλου των Αθαμάνων με τα υπόλοιπα ελληνόφωνα φύλα και την εγκατάστασή του στην προαναφερθείσα περιοχή (σημ. 3). Η έλλειψη όμως συστηματικής αρχαιολογικής έρευνας (σημ. 4) αποτελεί ανάσχεση στη μελέτη της πορείας και δράσης του, τόσο κατά την προϊστορική εποχή όσο και κατά την κλασική αρχαιότητα και έως τις αρχές του 4ου αι. π.Χ. (σημ. 5). Δυστυχώς, οι ελάχιστες αναφορές στις γραπτές πηγές και τα σποραδικά αρχαιολογικά ευρήματα δεν προσφέρουν παρά αποσπασματικά στοιχεία που αποδεικνύουν την κατοίκηση της Αθαμανίας από ένα ελληνικό γεωργικό φύλο, το οποίο, λόγω της γεωγραφικής του απομόνωσης και των δυσχερειών διαβίωσης, παρέμεινε σε πρωτόγονη κατάσταση σε σύγκριση με τη νότια Ελλάδα (σημ. 6). 

Με το πέρασμα στον 4ο αι. π.Χ., που αποτελεί αφετηρία της γενικότερης πολιτικής οργάνωσης της Ηπείρου κατά τα νοτιοελλαδικά πρότυπα, της πολιτιστικής ανάπτυξης και της ενεργής συμμετοχής των διαφόρων πόλεων-κρατών της στα ελληνικά πράγματα (σημ. 7), εμφανίζονται στο προσκήνιο και οι Αθαμάνες. Πιο συγκεκριμένα, χωρίς να είναι γνωστή η πολιτική τους οργάνωση καθώς και ο χρόνος ίδρυσης του ομώνυμου βασιλείου, συμμετέχουν δυναμικά στα μεγάλα πολιτικά και πολεμικά γεγονότα της νοτίου Ελλάδος (σημ. 8). Στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. θα προσαρτηθούν στο βασίλειο του Πύρρου, ο οποίος εκτίμησε την καίρια γεωγραφική θέση της περιοχής και θα τον ακολουθήσουν στις εκστρατείες του (σημ. 9). Μετά το θάνατο και τη διάλυση του βασιλείου του, θα αποτελέσουν μέλη της Συμμαχίας των Ηπειρωτών (σημ. 10). 

Στα τέλη του 3ου και στο πρώτο ήμισυ του 2ου αι. π.Χ. και έως τη ρωμαϊκή κατάκτηση της Ηπείρου, η Αθαμανία, ως ανεξάρτητο πλέον βασίλειο, θα βρεθεί στο επίκεντρο των πολεμικών και πολιτικών εξελίξεων και μάλιστα θα πρωταγωνιστήσει (σημ. 11), κυρίως χάρη στην προσωπικότητα του χαρισματικού και δραστήριου βασιλιά της Αμύνανδρου. 

Μετά το 167 π.Χ. και τη ρωμαϊκή κατάκτηση, η Αθαμανία, όπως και η υπόλοιπη Ήπειρος, θα καταστραφεί και θα ερημωθεί. Οι κάτοικοί της θα μεταφερθούν σε πεδινές ή παραθαλάσσιες θέσεις και στα μεγάλα αστικά κέντρα, κατά τη συνήθη τακτική των Ρωμαίων. Συνολικά, καθ’ όλη την περίοδο της ρωμαιοκρατίας, η ορεινή άγονη και απομονωμένη Αθαμανία, σχεδόν έρημη και εγκαταλελειμμένη, θα ακολουθήσει την παρακμή και γενικά την πορεία της υπόλοιπης Ηπείρου (σημ. 12). 

Κατά τη διάρκεια της επόμενης βυζαντινής περιόδου, η περιοχή αρχικά θα υπαχθεί διοικητικά στην επαρχία Παλαιάς Ηπείρου και αργότερα στο θέμα Νικοπόλεως, θα γνωρίσει τις αλλεπάλληλες βαρβαρικές επιδρομές, ίσως όχι με την ίδια ένταση όσο η υπόλοιπη πιο εύκολα προσβάσιμη Ήπειρος και κυρίως τα αστικά κέντρα της ύστερης αρχαιότητας, τις λεηλασίες, τη σλαβική κατάκτηση, την πρόσκαιρη βουλγαρική κατοχή, ενώ μετά το 1204 θα αποτελέσει τμήμα του Ανεξάρτητου Κράτους της Ηπείρου. 

Σε γενικές γραμμές, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η πορεία της Αθαμανίας ενσωματώνεται και ταυτίζεται με την αντίστοιχη της υπόλοιπης Ηπείρου. Επειδή όμως η έρευνα και για την περίοδο αυτή βρίσκεται σε αρχικό ακόμη στάδιο, ενώ και τα ελάχιστα υπάρχοντα στοιχεία προσφέρουν πολύ γενικές πληροφορίες, θα πρέπει να περιοριστούμε σε γενικεύσεις και υποθέσεις σχετικά με τη θέση της και την πορεία της στο πλαίσιο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. 

Πιο συγκεκριμένα, δεν υπάρχουν στοιχεία και μαρτυρίες για τον πληθυσμό και τις αυξομειώσεις του, τις θέσεις εγκατάστασης και τη μορφή τους, τις τυχόν πολεμικές επιχειρήσεις και γενικότερα την οικονομική, πολιτική και κοινωνική οργάνωση. Ωστόσο, ο χώρος της Αθαμανίας μπορεί να χαρακτηριστεί ως στρατηγικής σημασίας πέρασμα, το οποίο ένωνε την Ήπειρο με τη Θεσσαλία και ήλεγχε τμήμα του χερσαίου οδικού δικτύου. Η σημασία του αυτή είχε γίνει αντιληπτή ήδη από την κλασική αρχαιότητα, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι αποτέλεσε συχνά αντικείμενο διεκδίκησης ανάμεσα σε διάφορα φύλα (σημ. 13). 

Δεδομένου ότι οι ανάγκες επαφής και επικοινωνίας της Ηπείρου με τις όμορες περιοχές δεν μεταβλήθηκαν ουσιαστικά στο πλαίσιο της αυτοκρατορίας, φαντάζει λογική η υπόθεση ότι η Αθαμανία εξακολούθησε να διατηρεί την εξέχουσα θέση που της εξασφάλιζε η γεωγραφία της. Λειτουργούσε επομένως ως μία από τις κύριες διόδους προς τη Θεσσαλία, μια περιοχή με την οποία η Ήπειρος είχε ιδιαίτερες σχέσεις και παράλληλη ιστορική πορεία. 

Η σημασία της αυξήθηκε την περίοδο του «Δεσποτάτου», καθώς η Αθαμανία δεν απέχει ιδιαίτερα από την πρωτεύουσά του Άρτα, ενώ, επιπλέον, από αυτή διερχόταν και η κυριότερη οδική αρτηρία που ένωνε απευθείας την Άρτα με τα Τρίκαλα και την Ήπειρο με τη Θεσσαλία. Έτσι λοιπόν, η ορεινή και απομονωμένη, αλλά στρατηγικού χαρακτήρα πέρασμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Αθαμανία βρίσκεται την εποχή του Ανεξάρτητου Κράτους της Ηπείρου να πλαισιώνει την πρωτεύουσά του και να διασφαλίζει τμήμα της χερσαίας επικοινωνίας της. Η εξέχουσα θέση της δεν αποτελεί πλέον υπόθεση. Αντίθετα, αποδεικνύεται από την ίδρυση στην περιοχή της Κόκκινης Εκκλησιάς Βουργαρελίου και την πλαισίωσή της από την αντίστοιχη Πόρτα Παναγιά στην Πύλη Τρικάλων (σημ. 14). Τα δύο μνημεία δηλαδή είναι τοποθετημένα κοντά στις δύο αφετηρίες της οδικής αρτηρίας, την οποία και ορίζουν. 

Πόρτα Παναγιά

Επιπρόσθετες πληροφορίες για την ίδια περίοδο αντλούνται και από δύο πολύ σημαντικές ιστορικές μαρτυρίες, οι οποίες ωστόσο δεν κατέστη ακόμη δυνατό να αποδοθούν με πλήρη βεβαιότητα στην περιοχή των Τζουμέρκων (σημ. 15). Πιο συγκεκριμένα, στο βιβλιογραφικό σημείωμα του κώδικα Cromwell 11 του 1225 (σημ. 16), ενός από τα Ηπειρωτικά Χειρόγραφα, ο γραφέας του, αναγνώστης Μιχαήλ Παπαδόπουλος, διασώζει, ανάμεσα σε άλλες πληροφορίες, ότι ο ίδιος ήταν υιός του ιερέως Γεωργίου, καταγόμενος από το θέμα των Ιωαννίνων και κάτοικος στο δρόγγο Τζεμερνίκου. Αντίστοιχα στο χρυσόβουλο του Αυτοκράτορα Ανδρονίκου Παλαιολόγου του 1321, με το οποίο παραχωρήθηκαν προνόμια στη νεοσυσταθείσα μητρόπολη όπως και στην πόλη των Ιωαννίνων, η ενορία Τζεμερνίκου συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πέντε ενορίες του θέματος των Ιωαννίνων. Από τις δύο προαναφερθείσες πηγές, αποδεικνύεται η κατοίκηση της περιοχής κατά την Υστεροβυζαντινή περίοδο. Επιπλέον, αποκαλύπτεται η διοικητική της διαίρεση, καθώς ο όρος δρόγγος χαρακτηρίζει την ορεινή διοίκηση σε ποικίλες μεσαιωνικές πηγές, αλλά και η αντίστοιχη εκκλησιαστική καθώς αποτελούσε ενορία του θέματος Ιωαννίνων, υπαγόμενη στην ομώνυμη Μητρόπολη. Τα παραπάνω στοιχεία, σε συνδυασμό με την παραγωγή χειρογράφων στην ορεινή και δυσπρόσιτη περιοχή του Τζεμέρνικου, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι κατά την περίοδο του Ανεξάρτητου Κράτους της Ηπείρου, όχι μόνο κατοικούνταν ή θεωρούνταν στρατηγικής σημασίας λόγω της καίριας γεωγραφικής της θέσης, αλλά ήταν πλήρως ενταγμένη στη δομή και διοίκηση τόσο του κράτους όσο και της Εκκλησίας, διάγοντας μάλιστα και μια εποχή γενικότερης ακμής. 

Η αμέσως επόμενη ιστορική περίοδος είναι εκείνη της μακραίωνης οθωμανικής κυριαρχίας. Δυστυχώς και για τη συγκεκριμένη περίοδο θα περιοριστούμε κυρίως σε υποθέσεις και γενικεύσεις, καθώς και πάλι τα στοιχεία είναι πενιχρά. Πιο συγκεκριμένα, μετά τη συνθηκολόγηση των Ιωαννίνων το 1430 και την αναίμακτη παράδοση της Άρτας το 1449, οι Οθωμανοί, εκτιμώντας την καίρια γεωγραφική θέση και τη μεγάλη σημασία της περιοχής των Τζουμέρκων, επιδίωξαν να την υποτάξουν, προκειμένου να εδραιώσουν την κυριαρχία τους στην ευρύτερη επικράτεια και να αποφύγουν τυχόν επαναστατικά κινήματα, τα οποία θα μπορούσε να υποθάλψει εξαιτίας της ορεινής και δυσπρόσιτης γεωμορφολογία της. 

Ωστόσο, οι κάτοικοι, όπως και σε άλλα τμήματα της ηπειρωτικής υπαίθρου, π.χ. Ανατολικό Ζαγόρι και τμήματα της περιοχής του Μαλακασίου, δεν υποτάχτηκαν αμέσως αλλά εξακολούθησαν να αντιστέκονται. Τελικά, το 1478 θα αναγκαστούν να συνθηκολογήσουν, πετυχαίνοντας όμως προνομιακό καθεστώς ημιανεξαρτησίας και αυτοδιοικήσεως, με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους. Επιπλέον, ορισμένα χωριά, π.χ. Καλαρρύτες, Συρράκο, τέθηκαν υπό την προστασία της βασιλομήτορος Βαλιδέ Σουλτάνας εξαιτίας της στρατηγικής τους θέσης (σημ. 17), καθώς ήλεγχαν τα περάσματα της Πίνδου. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα και την ιδιαίτερη μεταχείρισή τους. Έτσι, τα Τζουμέρκα δεν θα γνωρίσουν τις αυθαιρεσίες και τις βιαιότητες του Οθωμανού κατακτητή, όπως άλλες ηπειρωτικές περιοχές (σημ. 18). Αντίθετα και εξαιτίας της σχετικής αυτονομίας που απολάμβαναν, θα αποτελέσουν καταφύγιο για πολλούς δοκιμαζόμενους Έλληνες, που εγκατέλειπαν τις εστίες τους στις πεδινές θέσεις και επιδίωκαν την εγκατάστασή τους σε ορεινές και δυσπρόσιτες περιοχές. 


Καλαρρύτες Ιωαννίνων

Τα προνόμια και η σχετική ηρεμία θα διατηρηθούν έως τις αρχές του 17ου αι. Βέβαια, σταδιακά είχαν αρχίσει να μειώνονται και να καταπατούνται (σημ. 19). Ωστόσο, με αφορμή το αποτυχημένο επαναστατικό κίνημα του Διονυσίου Φιλοσόφου στα Γιάννενα (1611), καταργήθηκαν τόσο τα προνόμια όσο και η ευνοϊκή μεταχείριση πολλών ηπειρωτικών περιοχών (σημ. 20). Έκτοτε, ο ζυγός της δουλείας έπεσε βαρύς επάνω στα χωριά των Τζουμέρκων, όπως και στην υπόλοιπη Ήπειρο, ενώ οι αρπαγές, οι ληστείες, οι λεηλασίες, οι αυθαιρεσίες, η βαριά φορολογία, οι εξισλαμισμοί, το παιδομάζωμα και οι διωγμοί διαδέχονταν τις περιόδους ηρεμίας και ευημερίας. 

Στα τέλη του 17ου αι. και πιο συγκεκριμένα μετά τη συνθήκη του Κάρλοβιτς (1699) (σημ. 21), τα Τζουμέρκα θα γνωρίσουν μια περίοδο ακμής με τον πληθυσμό τους να αυξάνεται σημαντικά, κυρίως από την εγκατάσταση κατοίκων από τις γύρω περιοχές, τα διαλυμένα χωριά να ανασυγκροτούνται και να ιδρύονται νέα και μια γενικότερη οικοδομική δραστηριότητα να παρατηρείται σε ολόκληρη την επικράτεια. 

Κατά τον 18ο αι. και έως την άνοδο στο θρόνο του πασαλικίου της Ηπείρου του Αλή πασά (1788), εκτός από τη συνεχιζόμενη ανάπτυξη και ακμή, παρατηρείται στην περιοχή και μια έντονη κινητικότητα ένοπλων ομάδων (σημ. 22), οι οποίες, καλά οργανωμένες, παρακολουθούν τις εξελίξεις στον ελλαδικό χώρο και είναι έτοιμες να ξεσηκωθούν. Βέβαια, οι κινήσεις τους γίνονται αντιληπτές από τους κατακτητές. Ως συνέπεια, συχνά επεμβαίνουν, με ασήμαντες αφορμές, τρομοκρατώντας, καταπιέζοντας και βασανίζοντας τους κατοίκους. Επομένως, η ησυχία, η ηρεμία και η γενικότερη ανάπτυξη διακόπτονται από λεηλασίες, αυθαιρεσίες, πυρπολήσεις, σφαγές κ.ά. 

Την περίοδο διακυβέρνησης της Ηπείρου από τον Αλή πασά (1788-1822), τα χωριά των Τζουμέρκων θα αναπτυχθούν περαιτέρω πληθυσμιακά και οικονομικά (σημ. 23), ως αποτέλεσμα της καλής οργάνωσης και διοίκησης του κράτους του που απέφερε γενικότερη ηρεμία, ανάπτυξη και ακμή αλλά και εξαιτίας της ιδιαίτερης προσοχής που έτυχε η περιοχή συνολικά λόγω της καίριας γεωγραφικής της θέσης, κυρίως ως πέρασμα προς τη Θεσσαλία (σημ. 24). 

Παράλληλα, θα αισθανθούν σε μεγάλο βαθμό και τη σκληρότητα του σατράπη της Ηπείρου, καθώς βρίσκονταν σε συνεχή επαναστατικό αναβρασμό και αποτελούσαν καταφύγιο ένοπλων ομάδων που συχνά αψηφούσαν την εξουσία του Αλή (σημ. 25). Έτσι, συχνά ήταν και τα ιδιαίτερα σκληρά αντίποινά του, προκειμένου να επαναφέρει την τάξη και να διατηρεί τον έλεγχο. 

Ήδη όμως από το 1818, τα νέα για τη Φιλική Εταιρεία φτάνουν στην Άρτα και αρκετοί Τζουμερκιώτες θα μυηθούν σε αυτή (σημ. 26). Πλησιάζοντας στις παραμονές της επανάστασης του 1821, οι μαρτυρίες, τα στοιχεία και οι πληροφορίες για την περιοχή πληθαίνουν, καθώς η συμμετοχή των χωριών και των κατοίκων στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα στάθηκε ιδιαίτερα μεγάλη και σημαντική, αναλογικά με τα δεδομένα της (σημ. 27). 

Αρματωλός των Τζουμέρκων

Πιο συγκεκριμένα, ενώ η μύηση στη Φιλική Εταιρεία συνεχιζόταν, οι ένοπλες ομάδες οργανώθηκαν συστηματικότερα, ήρθαν σε συνεννοήσεις με καπεταναίους και άλλες αντίστοιχες ομάδες και βρίσκονταν σε συνεχή ετοιμότητα. Τελικά, στις 15 Μαΐου 1821, θα κηρυχτεί επίσημα η επανάσταση στη μονή του Αγ. Γεωργίου στο Βουργαρέλι. Έκτοτε, οι όμορες περιοχές των Τζουμέρκων και του Ραδοβιζίου βρίσκεται σε διαρκή αναταραχή. Αρκετές σκληρές μάχες διεξάγονται στα εδάφη τους και πολλά χωριά υφίστανται τα αντίποινα των κατακτητών: λεηλασίες, καταστροφές ή καίγονται και αφανίζονται ολοκληρωτικά, π.χ. Άγναντα, Συρράκο, Καλαρρύτες. Επιπλέον, Τζουμερκιώτες αγωνιστές εντοπίζονται σε ολόκληρη την Ήπειρο και τμήματα της Στερεάς Ελλάδας να μάχονται με ιδιαίτερη ανδρεία. 

Μετά το τέλος της επανάστασης και την ίδρυση του πρώτου ελληνικού κράτους, η περιοχή των Τζουμέρκων, παρά την πολύπλευρη προσφορά της και τις θυσίες της, δεν συμπεριλήφθηκε σε αυτό, όπως και η υπόλοιπη Ήπειρος, αλλά παρέμεινε υπό οθωμανική διοίκηση. Η δίψα όμως για ελευθερία και η σφοδρή επιθυμία προσάρτησης στο νεοϊδρυθέν ελληνικό κράτος οδήγησαν στο ξέσπασμα μιας σειράς νέων, τοπικών αυτή τη φορά, επαναστατικών κινημάτων (σημ. 28). Οι μάχες που διεξήχθησαν ήταν σκληρές και αιματηρές, ενώ και πάλι τα χωριά θα υποστούν τα αντίποινα των κατακτητών. 

Ως αποτέλεσμα όμως των συνεχιζόμενων αυτών αγώνων και της διπλωματίας, ήρθε η προσάρτηση των Τζουμέρκων στο ελληνικό κράτος το 1881, μαζί με τμήματα της Θεσσαλίας και της Άρτας (σημ. 29). Αφού επιτεύχθηκε ο μεγάλος αυτός στόχος, η περιοχή δεν θα ειρηνεύσει. Αντίθετα, θα ακολουθήσει την ταραγμένη πορεία της νεότερης Ελλάδας (σημ. 30), συμμετέχοντας στα μεγάλα πολεμικά γεγονότα και εξακολουθώντας έως τη σύγχρονη εποχή να αποτελεί κοιτίδα αγωνιστών και αντίστασης στον εκάστοτε κατακτητή. 

Κωνσταντίνα Ζήδρου Αρχαιολόγος, 
Κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Βυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Υποψήφια διδάκτωρ αρχαιολογίας του ιδίου Πανεπιστημίου



ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014

Χειμερινό Hλιοστάσιο



...κι αν κρύψαν το Φως τ' Ουρανού 
τα νέφη λογχίζει ο Ήλιος...

Με τον όρο ηλιοστάσιο, ο οποίος προέρχεται από το ουσιαστικό Ἥλιος και το ρήμα ἵσταμαι καλούμαι το φυσικό φαινόμενο κατά το οποίο ο Ήλιος επιβραδύνει την κίνησή του, ώσπου την αυγή της 21ης Δεκεμβρίου η κίνηση αυτή μηδενίζεται και αντιστρέφεται η φορά της, οδηγώντας σταδιακά μετά από 6 μήνες στην μεγίστη του κυριαρχία στον ουρανό κατά το Θερινό Ηλιοστάσιο της 21ης Ιουνίου. 

Κατά το Ηλιοστάσιο του Δεκεμβρίου ο ήλιος φτάνει στην πιο νότια κλίση του στους -23,5 βαθμούς, με άλλα λόγια δηλαδή σημαίνει ότι ο Βόρειος Πόλος κλίνει 23,5 μοίρες μακριά από τον ήλιο. Συνέπεια τούτου είναι η έναρξη της μικρότερης ημέρας του έτους, δεδομένου ότι ο Ήλιος κάνει την μικρότερη εμφάνισή του στον ουρανό, ενώ το σκοτάδι διαρκεί περισσότερο από κάθε άλλη νύχτα (υπολογίζεται δε στις 14 ώρες και 29 λεπτά). 


Ημερολογιακά, το χειμερινό ηλιοστάσιο μπορεί να σημειωθεί από τις 20 έως τις 23 Δεκεμβρίου. Τελευταία φορά που κάτι τέτοιο πραγματοποιήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου ήταν το 1903, ενώ η επόμενη θα είναι το 2303. Ακόμη πιο σπάνια είναι η 20ή Δεκεμβρίου με την επόμενη να συμβαίνει το 2080, σύμφωνα με μελέτες του Ψηφιακού Πλανηταρίου, του Ευγενιδείου Ιδρύματος. 

Οι διαφορετικές ημερομηνίες του ηλιοστασίου οφείλονται, κατά κύριο λόγο, στο ημερολογιακό σύστημα. Ωστόσο, η τροπική χρόνια, η οποία προσδιορίζει το μήκος του χρόνου που χρειάζεται ο ήλιος για να επανέλθει στην ίδια θέση στον κύκλο των εποχών είναι διαφορετική από το ημερολογιακό έτος και ποικίλλει από χρόνο σε χρόνο, λόγω της επίδρασης των άλλων πλανητών. Έτσι, από αστρονομικής σκοπιάς ορίζονται αντιστοίχως ως οι χρονικές στιγμές κατά τις οποίες ο άξονας περιστροφής του πλανήτη εμφανίζεται στραμμένος όσο περισσότερο προς ή μακριά από τον Ήλιο κατά την ετήσια τροχιά του πλανήτη γύρω από αυτόν. 


Ο Ήλιος λατρεύτηκε από τους αρχαίους λαούς, κατά πως του αρμόζει, καθώς θεωρείτο ο δημιουργός των εποχών του έτους και των κυκλικών εναλλαγών που σχετίζονται με αυτές, από την σπορά έως την βλάστηση και από την ανθοφορία ως την συγκομιδή.

Αδιαμφισβήτητο γεγονός δε, αποτελεί η επιρροή του τις ζωές των ανθρώπων στο πέρασμα των αιώνων, ιδιαιτέρως μέσα από την τέχνη, την λογοτεχνία, την μυθολογία και φυσικά την θρησκεία. Εξάλλου, πολύ πριν από τον Χριστιανισμό, οι περισσότερες θρησκείες είχαν τοποθετήσει σ΄ αυτή την περίοδο την γέννηση των θεών τους. Ο περσικός ηλιακός θεός Μίθρα, οι αιγυπτιακοί Όσιρις και Ώρος, ο Βάαλ, και φυσικά, ο Δίας και ο ημίθεος Ηρακλής είναι μόνο λίγοι από τους θεούς που θεωρείται ότι γεννήθηκαν στο διάστημα αυτό. 

Ένα εκ των γνωστότερων παραδειγμάτων αποτελούν οι εορτασμοί των Αρχαίων Ρωμαίων στις 25 Δεκεμβρίου τα λεγόμενα Μπρουμάλια ( λέξη η οποία υποδηλώνει την μικρότερη ημέρα του χρόνου, dies brevissima > brevma > bruma, δηλ.το χειμερινό ηλιοστάσιο). Σε αυτά τιμούσαν την «ημέρα της γεννήσεως του αήττητου Ήλιου» (dies natalis invicti Solis), αφού ο Ήλιος από εκείνες τις ημέρες έπαυε να χαμηλώνει την τροχιά του και άρχιζε να επανέρχεται ψηλά στον ουρανό ως θριαμβευτής για να ξαναφέρει την ζέστη και την ζωή στην παγωμένη φύση. 




Στην Σκανδιναβία συναντάμε την αρχαία εορτή της Yule (Γιούλ) ή Juul, λέξη η οποία ενδεχομένως προέρχεται από την Νορβηγική Jol, και αποτελούσε μια προ-χριστιανική γιορτή κατά την οποία οι αρχαίοι πιστοί γιόρτασαν την αναγέννηση του Θεού Ήλιου και τις ημέρες με περισσότερο φως. Κατά την διάρκεια της εορτής άναβαν φωτιές για να συμβολίσουν την θερμότητα, το φως και την ζωή που δίνονταν με την επιστροφή του Ηλίου. Επίσης, τελούνταν θυσίες ζώων όλων των ειδών και με το αίμα αυτών ράντιζαν τα βάθρα των ειδώλων, τους τοίχους του ναού καθώς και τα σώματα των παρευρισκομένων ανδρών. Τέλος, γίνονταν προπόσεις . αρχικά στον Οντίν για την νίκη και για δύναμη στον βασιλιά και ακολουθούσαν προπόσεις για καλή σοδειά και ευημερία. Δυστυχώς, σήμερα πλέον η ονομασία JUL χρησιμοποιείται για τον εορτασμό των Χριστουγέννων. 

Περισσότερα περί των εθίμων της εορτής του Κοσμικού Φωτός και του Ηλίου, προερχόμενα από την αρχέγονη υπερβορεία παράδοση μπορείτε να διαβάσετε εδώ 

Στην Αγγλία, την Γερμανία, την Γαλλία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, εορτάζονταν με ανάλογο τρόπο, ωστόσο η τέφρα από την αναμμένη πυρά συλλέγονται και είτε σκορπίζονταν στα χωράφια ως λίπασμα είτε διατηρούνταν ως φάρμακο. Μάλιστα, οι Γάλλοι αγρότες πίστευαν ότι αν οι στάχτες φυλαχθούν στο σπίτι τους , αυτό θα προστατεύονταν από βροντές και κεραυνούς. 

Στην Κελτική παράδοση και όχι μόνο, κυρίαρχο ρόλο παίζει το γκι ή ιξός, όπως είναι η ελληνική ονομασία του φυτού, για τις μαγικές του ιδιότητες καθώς θεωρούσαν ότι λειτουργούσε ως άριστο αντίδοτο του δηλητηρίου. Η προέλευση του συνδέεται άμεσα και με τους Δρυίδες, οι οποίοι διακοσμούσαν με αυτά τις καλύβες τους κατά την διάρκεια του χειμώνα, για να τα χρησιμοποιούν τα πνεύματα και οι νεράιδες του δάσους ως κατοικία τους. Σύμφωνα, τέλος, με την μυθολογία της ρουνικής παράδοσης των τευτονικών λαών, η θεά της αγάπης, Frigga συνδέεται με το γκι. Ο γιος της Frigga, Balder ήταν άτρωτος από οτιδήποτε φύτρωνε στην γη. Ένας εχθρός, όμως του Balder, ο Loki, θεός του κακού, ήξερε πως μόνο ένα φυτό δεν φυτρώνει ούτε πάνω ούτε κάτω στην γη και αυτό ήταν το γκι, διότι ήταν το μόνο το οποίο φυτρώνει μόνο πάνω στον κορμό της μηλιάς και της βελανιδιάς. Έφτιαξε, λοιπόν, ένα βέλος από γκι και σκότωσε τον Balder. Για τρεις μέρες, όλο το σύμπαν προσπαθούσε να επαναφέρει τον Balder στην ζωή. Τελικώς, η μητέρα του τα κατάφερε και η παράδοση λέει ότι τα δάκρυα που έχυσε για τον γιο της μεταμορφώθηκαν σε κόκκινους καρπούς πάνω στο φυτό. 
 
Οι βόρειοι λαοί, και κυρίως οι Άγγλοι, πιστεύουν ότι το γκι είναι το σύμβολο της αγάπης, της ειρήνης και της ευημερίας, γι' αυτό άλλωστε και το επιλέγουν για να στολίσουν μ' αυτό τα σπίτια τους τις γιορτινές ημέρες του ηλιοστασίου καθώς και της ελεύσεως του νέου έτους.

Ωστόσο, γκι συναντάμε και στις παραδόσεις των Ρωμαίων, οι οποίοι συνήθιζαν να στέλνουν κλαδιά δέντρων μαζί με άλλα δώρα στους φίλους τους, κατά την διάρκεια του εορτασμού του ηλιοστασίου, γεγονός που συναντάμε σε αναφορές του Πλίνιου. Επιπλέον, θεωρείται ότι αν το γκι φυτευτεί κοντά σε ένα σπίτι ή αγρόκτημα διώχνει μακριά το δηλητήριο και το προστατεύει από την μαγεία. 

Στην Ελληνική παράδοση παρατηρούμε παρόμοια έθιμα όπως οι καλλικάντζαροι, το Δένδρο του Κόσμου, έθιμα με φωτιές με άλματα και χορούς επάνω και γύρω τους, όπως ακριβώς στις βόρειες χώρες και λοιπές μνήμες που παραπέμπουν στην αρχέγονη Υπερβορεία Παράδοση και προέλευση, τα οποία μεταγενέστερα συνδέθηκαν με την γιορτή των Χριστουγέννων και κάποιοι από αυτά έχουν περιοριστεί ή τείνουν να χαθούν. Ενδεικτικά θα αναφερθούν μερικά έθιμα που σχετίζονται με την πυρά.


Λέγεται λοιπόν, ότι στην Κεντρική Ελλάδα σε αναγνώριση της επιστροφής του Ηλίου οι πατεράδες με τους γιους έφερναν στο σπίτι μεγάλα καυσόξυλα, που τους έβαζαν φωτιά και όλοι γιόρταζαν μέχρι να καούν τα ξύλα. Μάλιστα, η παράδοση παρέδιδε ότι κάθε σπίθα από την φλόγα συμβόλιζε το πόσα νέα ζωντανά θα γεννιούνταν το νέο χρόνο στο κάθε σπιτικό. 

Στην Θεσσαλία, τα νεαρά παιδιά, κορίτσια και αγόρια, μάζευαν μικρά κλαδιά (κλαδιά κέδρου για τα κορίτσια και κλαδιά αγριοκερασιάς για τα αγόρια) που αντιπροσώπευαν τις προσωπικές τους επιθυμίες και τα τοποθετούσαν δίπλα στο αναμμένο τζάκι. Έπειτα, παρακολουθούσαν την καύση με αγωνία αφού το κλαδί που καιγόταν πρώτο σήμαινε καλούς οιωνούς για τον κάτοχό του. 

Στα χωριά της βορείου Ελλάδος, ο νοικοκύρης κάθε σπιτιού ψάχνει στα χωράφια και διαλέγει το πιο όμορφο και γερό ξύλο από πεύκο ή ελιά και το μεταφέρει σπίτι του. Η νοικοκυρά έχει ήδη φροντίσει να καθαρίσει το σπίτι και ιδιαιτέρως το τζάκι με μεγάλη προσοχή, ώστε να μη μείνει ούτε ίχνος από την παλιά στάχτη. Καθαρίζει ακόμη και την καπνοδόχο του σπιτιού, ώστε να μη μπορέσουν να κατέβουν οι καλικάντζαροι και τα κακά δαιμόνια, Το βράδυ του ηλιοστασίου , όταν όλη η οικογένεια είναι μαζεμένη γύρω από το τζάκι , ο νοικοκύρης του σπιτιού ανάβει την καινούρια φωτιά και καθώς ζεσταίνει η φωτιά δίνει το απαιτούμενο φως και την θερμότητα στον Ήλιο ώστε να νικήσει το σκοτάδι και να επανέλθει ως θριαμβευτής στον θρόνο του.

Την ημέρα της κορυφώσεως της πάλης η φαυλότης φαίνεται προσωρινώς να υπερισχύει, τελικώς όμως το Φως κατανικά το σκότος• το Φως, άυλο θαυμαστό σύμβολο της αληθείας, της σοφίας, της αρετής θριαμβεύει! Ο ζωοδότης Ήλιος επιστρέφει νικητής στον ουρανό και στολίζει και λαμπρύνει την Φύση με τα φωτεινότερα χρώματα του!

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014

Περί μύθων & ιστορικών παραδόσεων του αρχαίου κόσμου




Οι αρχαιότερες πηγές όλων των λαών εμπεριείχαν μεν ιστορικές παραδόσεις αναφερόμενες είτε στην αρχέγονη κατάσταση του σύμπαντος κόσμου είτε απλώς στην απαρχή του εκάστοτε λαού, αλλά και ιστορικά εκτιθέμενα φιλοσοφήματα, εικασίες, ποιητικά έργα περί της προελεύσεως του κόσμου και του ανθρώπου, περί επί μέρους φυσικών φαινομένων ή περί αντικειμένων του υπεραισθητού κόσμου με μια λέξη, οι αρχαιότατες πηγές όλων των λαών αρχίζουν από την μυθολογία.


Έννοια της μυθικής ιστορίας

Μυθική είναι εκείνη η ιστορία η οποία περιλαμβάνει παραδόσεις μιας εποχής όπου, τα όποια γεγονότα δεν καταγράφονται, αλλά μεταδίδονται μόνο προφορικά. Μπορούμε, λοιπόν, κατ’ αυτόν τον τρόπο να ονομάσουμε μυθική αφήγηση κάθε αφήγηση ενός γεγονότος που είτε όντως ανήκει σ’ αυτή την εποχή είτε αποδίδεται σε αυτήν από την ποιητική φαντασία : η μυθική φαντασία μπορεί πράγματι να θεμελιώνεται με μια παράδοση ή να είναι εντελώς επίπλαστη και να έχει μόνο το ένδυμα της αρχαίας παράδοσης ως πιστοποίηση. Μυθική, με την στενή έννοια, είναι όμως μόνον η ιστορία που εδράζεται πράγματι στην παράδοση.

Για να προσδιορίσουμε γενικά την αξία και τον χαρακτήρα της μυθικής ιστορίας, πρέπει να ερευνήσουμε την επίδραση που θα μπορούσε να ασκεί επί του περιεχομένου της η προφορική μετάδοση, όπως και εν γένει το πνεύμα του αρχαίου κόσμου. 


Προφορική παράδοση

Ήδη το ότι οι αρχαιότερες παραδόσεις όλων των λαών είναι «θυγατέρες της ακοής και της αφηγήσεως» πρέπει να μας κάνει λίγο καχύποπτους για την ιστορική τους αξία. Η ακοή δεν είναι η πλέον σαφής και ευκρινής αίσθηση, τα αντικείμενα τους διαδέχονται με τέτοια ταχύτητα το ένα το άλλο, ώστε να μην μπορούν να διατηρηθούν όλα στην μνήμη. Από την άλλη, για εμάς που δεν έχουμε, όπως οι αρχαίοι άνθρωποι, την προφορική διδασκαλία ως το μόνο μέσον μαθήσεως, ο ήχος που αντιλαμβάνεται το αυτί μας είναι συχνά το ίδιο το περιεχόμενο της αφηγήσεως · κατά μείζονα λόγο, όσοι ανατράφηκαν με την ακοή και μόνο είναι υποταγμένοι στον ήχο του αφηγητού, η οποία όσο σκοτεινότερη αντηχεί στην μνήμη, τόσο δραστικότερη είναι. Φυσικά δεν καθεύδει εδώ η φαντασία : η γλυκιά μελωδία των αισθήσεων που καταλαμβάνει με πάθος την ακοή, η μαγική γλώσσα του σώματος που αναπαριστά τα πάντα, αφυπνίζουν κατ’ ανάγκην την φαντασία.

Όταν λοιπόν ο πατέρας αφηγούνταν με ενθουσιασμό στον γιό του τις προϊστορικές παραδόσεις και ο τελευταίος, βρίσκοντας σ’ αυτές πράγματα σημαντικά για την δράση του, προστάτευε ως ιερό καταπίστευμα τον γλυκόλαλο ήχο της πατρικής αφήγησης, επαναλάμβανε ο ίδιος, όσο συχνά μπορούσε, τις παραδόσεις και σε κάποιες επίσημες ημέρες, σε τόπους ιερούς, αφιερωμένους στην μνήμη του πατέρα συναγωνιζόταν με όλους τους άλλους άνδρες της φυλής για την πιο ζωηρή παράσταση τους.

Οι αδυναμίες όμως της μνήμης ή η υπερσυσσώρευση δεδομένων που πρέπει να διατηρηθούν στην μνήμη δεν είναι στις περισσότερες φυλές η πρωταιτία του ανιστορικού στοιχείου που ενδημεί στις παραδόσεις τους. Ο σεβασμός που τρέφουν έναντι της παραδόσεως αναφέρεται στην συντήρηση της παραδόσεως και μόνον ή και στον τρόπο συντηρήσεώς της, καθ’ όσον κάθε μέλος της φυλής μεριμνά τις περισσότερες φορές ασυνείδητα, να μεταδώσει την παράδοση στον γιό του με την θέρμη ακριβώς και τον ζήλο με τον οποίον μεταδόθηκε στον ίδιον την εποχή της νιότης του, οπότε όλες οι εντυπώσεις είναι εντονότερες και διαρκέστερες.

Δεν μεταδίδεται, ωστόσο, κάθε γεγονός με την ίδια θέρμη, με την ίδια μεγαλοπρέπεια και λάμψη. Το περιορισμένο, όμως ενδιαφέρον που έχει ένα γεγονός αυτό καθ’ αυτό μπορεί να αποτελέσει την αφορμή ώστε το εν λόγω γεγονός να αποκτήσει ενδιαφέρον από τον τρόπο παρουσιάσεώς του ή να αγνοηθεί ακριβώς για αυτόν τον λόγο και να απομείνουν αμυδρά ίχνη του μόνον, τα οποία και θα ερμηνεύσουν οι επιγενόμενοι ως τεκμήριο μεγαλείου και σπουδαιότητος.

Ένα μνημείο, παραδείγματος χάριν, που αποσκοπεί στο να αφαρπάξει από την λήθη κάποιο γεγονός, είναι συνήθως η αφορμή για την επανάληψη της σχετιζόμενης με το προκείμενο μνημείο παραδόσεως. Κάθε φορά που περνάει ο διαβήτης από το μνημείο, επαναλαμβάνει ο ίδιος ή ο συνοδοιπόρος του το μνημειωμένο γεγονός. Ή ένας λαός συνηθίζει να εορτάζει κάθε χρόνο με τραγούδια, χορούς και εγκώμια την ημέρα κάποιου σπουδαίου έργου. Ακριβώς όμως το εορταστικό στοιχείο μίας τέτοιας αναμνήσεως ενισχύει ακόμα περισσότερο την δύναμη της φαντασίας. Στις εορτές το ζητούμενο δεν είναι ποτέ απλώς η ανάμνηση, είναι μάλλον η διάνθιση, ο έπαινος και η εξύμνηση εκείνου του έργου. Με ενθουσιασμό ακούει ο λαός εκείνους τους ύμνους, η μελωδία τους εδραιώνεται στην ψυχή του, οι παραστάσεις της ποιήσεως επιβιώνουν στο στόμα του και φθάνουν στην επόμενη γενιά.

Κάθε φυλή ανάγει την γενεαλογία στις εποχές όπου δεν διέθετε ακόμη πάγια μονάδα χρόνου ή όπου δεν είχε καν αρχίσει η προφορική παράδοση. Αν θα μπορούσαμε να έχουμε τώρα ενώπιόν μας έναν παραδοσιακό άνθρωπο να μας μιλάει, θα μπορούσαμε να αποκρυπτογραφήσουμε την αλήθεια. Τώρα έχουμε έναν αμυδρό απόηχο εκείνης της καθαρής αρχέγονης φωνής στις γραπτές πηγές των λαών. Είναι πιθανό η ιστορία να δοκίμασε τις περισσότερες μεταβολές στο τέλος της μυθικής περιόδου. Αυτή λήγει βεβαίως με την χρήση της γραφής.

Ο λαός όμως αρχίζει να σημειώνει κάτι γραπτώς μόνον όταν συσσωρεύονται ολοένα και περισσότερα δεδομένα της ιστορίας του, όταν αρχίζει να γίνεται μεγαλύτερος, σημαντικότερος ο ρόλος που διαδραματίζει μεταξύ των υπολοίπων. Εδώ η δραστηριότητα του λαού εκτείνεται μεν σε συνεχώς νέα και περισσότερα αντικείμενα και, απ’ την άλλη, προσκολλάται εντονότερα στην ιστορία των προπατόρων του. Αυτή όμως δεν είναι πλέον τόσο αποκλειστικά το επίκεντρο των ενδιαφερόντων του, και, ασχολούμενος τώρα συγχρόνως με διάφορα αντικείμενα, υποβαθμίζει πάντοτε το ένα υπέρ των άλλων.

Στην περίοδο αυτήν έχουμε, συνεπώς, τις περισσότερες παραποιήσεις της πραγματικής ιστορίας. Οι απαρχές της καταγραφής δεν τις αποτρέπουν. Διότι οι πρώτες απόπειρες αυτού του τύπου σπανίζουν και είναι άνευ σημασίας για το μεγαλύτερο μέρος του λαού. Ο λαός δεν μπορεί ακόμη να εξοικειωθεί με την άψυχη, ψυχρή γλώσσα της γραφής, θέλει να ακούει να του αφηγούνται, όπως στην περίοδο της απόλυτης αθωότητάς του, με ενθουσιασμό και ζέση τα έργα των προπατόρων του.

Η παράδοση διατηρείται λοιπόν ακόμη κατά την απαρχή αυτής της καταγεγραμμένης ιστορίας. Ένα μεγάλο μέρος του λαού υπερασχολείται τώρα σε άλλα αντικείμενα, με αποτέλεσμα να μην είναι πλέον αφοσιωμένο στα της προϊστορίας του . Κατά κάποιον τρόπο όμως ο λαός καθαγιάζει τα τις νέες γνώσεις και έννοιες, τα ήθη και τα έθιμα που βαθμηδόν αφομοίωσε εντάσσοντας τα στην ιστορία των προπατόρων του. Εξακολουθεί να θεωρεί ως μέγιστη τιμή την ομοιότητα μαζί τους · ήθη και έννοιες που εμφανίστηκαν πολύ αργότερα αποδίδονται από τον λαό στους προγόνους του, εντάσσονται στους μύθους της αρχαιότατης ιστορίας του και παρουσιάζονται σαν να ήλθαν σ’ αυτούς ως θαύμα από τον ουρανό! 

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2014

Ο Τόπος μας

 

Ένας που έχει την τύχη όταν είναι άνοιξη να περάσει από τον τόπο μας νομίζει ότι μπήκε σε καινούργιο κόσμο..έναν κόσμο γεμάτο φως! 

Αν θελήσει να ταξιδέψει με πλοίο και τραβήξει νότια περνώντας τον ισθμό της Κορίνθου, το πλοίο του το αγκαλιάζει ένα φως που έτσι αγνό δεν είδε ποτέ του •όλες οι γραμμές των βουνών, των νησιών, που, όπως αρμενίζει, ξεπροβάλλουν και χάνονται, προχωρούν και αποτραβιούνται, μπροστά στα μάτια του, έχουν μια κρυστάλλινη καθαρότητα. Ο ουρανός και ο καθρέφτης του , το νερό, είναι γαλανά όπως οι μενεξέδες και τα ζαφείρια, •θερμή πνοή του αέρα γεμίζει την καρδιά με αινιγματική αναγάλλια και στην μνήμη έρχονται στίχοι του Ευριπίδη για την πατρίδα του : «ἀνάμεσ΄ἀπὸ λαμπρότατον αἰθέρα πάντα πηγαίνουν ἁπαλά» 

Οι ακρογιαλιές της Σαλαμίνας ξεπροβάλλουν από την θάλασσα, σε νερά ιερά γίνεται το ταξίδι •πέρα 'κει λαμποκοπούν οι μαρμάρινοι ναοί της Ακρόπολης. Και όταν της ημέρας η λαμπρότητα τελειώνει μέσα σ’ ένα μενεξεδένιο δειλινό, έρχεται «αμβρόσια νύχτα» : στο βαθυγάλαζο βελούδο του ουρανού σα να κρέμονται από πάνω μας σφαίρες από χρυσάφι – τόσο διάφανος είναι ο ουρανός – και το ασημένιο άρμα της Σελήνης ακτινοβολεί όπως δεν κάνει ποτέ στα μέρη του Βορρά. 

Και τα βουνά που την διασχίζουν από όλες τις πλευρές, που κυριολεκτικά την σκεπάζουν, ανεβαίνοντας συχνά σε μεγάλα, σε Άλπεια ύψη, μόνο που ο ήλιος δεν ανέχεται στις κορυφές τους το χιόνι τόσο πολύ καιρό, δείχνουν σήμερα τις μορφές αυτές ακόμα πιο κοφτερές και πιο σκληρές απ’ ο, τι ήταν στην αρχαιότητα• γιατί τώρα πολύ λείπει το δάσος, καταστρεμμένο από την αδιαφορία και την παραμέληση πολλών αιώνων. Μόνο σε λίγες περιοχές όπως π.χ. στην ορεινή Λοκρίδα και στην Θεσσαλία, παίρνουμε ακόμα μία ιδέα για το αρχαίο δάσος, όπως το ξέρει η ομηρική ποίηση. 


Στους κάμπους αλήθεια, κι ας μη ρέει πια το νερό τόσο πλούσιο όπως στην αρχαιότητα, βαδίζεις όχι σπάνια, όπως άλλοτε, μέσα στον ιερό ελαιώνα, κάτω από στιβαρά δρυά και πλατάνια, δίπλα σε δάφνες και σε συκιές και – όπως στην κοιλάδα του Πηνειού – κάτω από ένα πλήθος άλλων καταπράσινων δέντρων και θάμνων. Πλατιές ζώνες των κοιλάδων τις σκεπάζουν αμπέλια, τον χειμώνα κοντά ως το χώμα κλαδεμένα, το σιτάρι όμως προκόβει πολύ λιγότερο παρά στην αρχαιότητα, γι ‘ αυτό βλέπουμε φυτείες άγνωστες άλλοτε, προπάντων από πορτοκαλιές και λεμονιές, από αθανάτους, που τα κοτσάνια των ανθών τους ξεπετιούνται τραχιά, και από καπνό. 

Πόσο θα άλλαξε από την αρχαιότητα η όψη αυτού του τοπίου στην βλάστηση! Μα το βασικό στοιχείο – το βουνό, όπου προβάλλει εδώ και εκεί στο φως το μάρμαρο εκτυφλωτικά λευκό ή και πολύχρωμο, οι βαθιές κοιλάδες, που με το κλειστό ξεμονάχιασμα τους έφεραν την γερή αυτοτέλεια του πνεύματος, ταυτόχρονα όμως, αν δεν προξένησαν, ευνόησαν ωστόσο και την διάσπαση του, η θάλασσα, που περιζώνει ολόκληρη την χώρα μπαίνοντας μέσα της βαθιά σε χίλιους κόλπους – το βασικό στοιχείο έμεινε το ίδιο. Ακόμα και σήμερα το όρνιο του Δία χιμά πάνω απ’ τον Ταΰγετο κάτω στην κοιλάδα του Ευρώτα, ξυστά στον οδοιπόρο, ακόμα γυροφέρνουν οι γύπες ψηλά πάνω από τις Φαιδριάδες των Δελφών στο ξεβούνιασμα του Παρνασσού, ακόμα αντισκόβουν το δρόμο μας στα πελοποννησιακά βουνά οι μεγάλες χελώνες, που ένας πρόγονος τους είχε δώσει το καύκαλό του στον Ερμή για να φτιάξει την πρώτη λύρα. 


Στην χώρα αυτή, που ήταν τόσο δελεαστική με τη θέρμη της ομορφιά και την γονιμότητα της, μπήκαν πολλές φορές λαοί τευτονικής φυλής. Σα μια νεκρή πολιτεία βλέπουμε ακόμα σήμερα στην ανατολική πλευρά του Ταΰγετου τα ερείπια από τοίχους, κάστρα, εκκλησίες, μοναστήρια, σπίτια που είχαν χτίσει κάποτε, τον 13ο αιώνα, οι Φράγκοι ιππότες, βλέπουμε τον Μυστρά, την ηγεμονική έδρα του Φάουστ. Και αν ο φράγκικος πύργος απάνω στην Ακρόπολη της Αθήνας γκρεμίστηκε, πολύ σωστά, γιατί εδώ μόνο κλασσική τέχνη έχει τον τόπο της, η θύμηση του όμως, όπως και της φραγκικής κυριαρχίας η θύμηση δεν έσβησε καθόλου. 

Την πιο βαθιά εντύπωση κάνουν σήμερα ακόμα σε εμάς, οι δυνατές ακροπόλεις που τα κυκλώπεια ερείπια τους μπορούμε να θαυμάσουμε στην Τίρυνθα και, περνώντας την πύλη των λεόντων, στην Μυκήνα, οι επιβλητικοί, ευγενικοί θολωτοί τάφοι στην Αργολίδα και στην Βοιωτία και, στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, η αστραφτερή από το χρυσάφι αίθουσα του Σλίμαν, που φυλάει μέχρι σήμερα τους πιο έξοχους θησαυρούς της ηρωικής αυτής εποχής.

Αλλιώς είναι τα πράγματα στην Κρήτη, το σπουδαίο αυτό βασίλειο της δεύτερης και τρίτης χιλιετηρίδας, όπου μας πηγαίνει σήμερα το πλοίο από την Αθήνα, όπως πήγε κάποτε το βασιλόπουλο τον Θησέα. Εδώ βλέπεις παλάτια, εντελώς διαφορετικά από τις μυκηναϊκής εποχής ακροπόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδος, παλάτια που διαπλατώνονται πέρα κατά την θάλασσα με αναρίθμητες αίθουσες, με δωμάτια και σκάλες, βρίσκεις όμως και στο Μουσείο του Ηρακλείου, ανάμεσα στα καλλιτεχνικά τεκμήρια ενός παρά πολύ εξελιγμένου και εκλεπτυσμένου πολιτισμού, και άφθονους πίνακες με ψηφία παλαιοκρητικής γραφής. Τι να θέλει να μας πει αυτή η γραφή για την ιστορία εκείνων των χιλιετηρίδων, για την φυλετική υπόσταση του λαού αυτού και τις σχέσεις του με τους γύρω λαούς, όταν η επιστήμη ζωντανέψει την φωνή τους! 


Σπουδαία μέρη…Αθήνα, Θήβα, Κόρινθος, Μυκήνες, Σπάρτη, Όλυμπος, Παρνασσός και πλήθος άλλων. Αλλά και θρυλικά πρόσωπα όπως ο Θησέας, ο Οδυσσέας, ο Αχιλλέας, ακόμα και ονόματα ξακουστών θεών σαν της Αθηνάς, τον Απόλλωνα και της Αρτέμιδος. 

Το φως, έτσι το αισθάνθηκαν όσοι ταξίδεψαν στην Ελλάδα, είναι η δυνατότερη εντύπωση σε αυτό τον τόπο. Η Ελλάδα είναι η χώρα της μορφής. Αυτός είναι ο τόπος μας…φωτεινός, καθάριος και αναλλοίωτος στον καθρέφτη του έπους. Φως παντού φως!