Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΘΡΑ/ΒΙΒΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΘΡΑ/ΒΙΒΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Ιουλίου 2016

Ὁ πόλεμος τοῦ Μαραθῶνα - 5 Ἰουλίου 1824


Ὁ κάμπος τοῦ Μαραθῶνα

Ὁ πόλεμος τοῦ Μαραθῶνα
(Μαραθών)
Μιὰ φορὰ ᾿ς τὸν καιρὸ τῶν Ἑλλήνων ἦρθαν πολλαῖς φούσταις ᾿ς αὐτὸν τὸν κάμπο. Οἱ Ἀθηναῖοι, ποὺ εἶχαν τὸ στρατό τους πάνω ᾿ς τῆς Γριᾶς τὸ μανδρί, ἔπεσαν κατὰ πάνω τους καὶ τόσο πολλοὺς ἐσκότωσαν, ποὺ ἐκοκκίνησε ἀπὸ τὸ αἷμα τὸ ποτάμι. 

Ὁ πεζοδρόμος τοῦ Μαραθῶνα 
(Ἀττική) 

᾿Σ τὸν κάμπο τοῦ Μαραθῶνα ἔγινε μιὰ φορὰ μεγάλη μάχη. Τοῦρκοι πολλοὶ μὲ ἄρμενα πολλὰ ἦρθαν νὰ σκλαβώσουν τὴ χώρα καὶ ἀπ᾿ ἐκεῖ νὰ περάσουν ᾿ς τὴν Ἀθήνα. Δὲν ἐπῆγαν γραμμὴ ᾿ς τὴν Ἀθήνα, γιατὶ οἱ Ἕλληνες ἐφύλαγαν μὲ πολλὰ πλεούμενα καὶ τρικάταρτα τὸν Πειραιᾶ. Ἐσυνάχτηκαν ἀπ᾿ ὅλα περίγυρα τὰ χωριὰ καὶ ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, κ᾿ ἔπιασαν πόλεμο φριχτό. Ἂν τοὺς νικήσουμε, σοῦ λέγει, ἐδῶ, πάει, τοὺς σπάσαμε· δὲ θὰ ἰδοῦν τὴ στράτα νὰ φύγουν. 

Ἐπολέμησαν ἀπὸ τὴν αὐγὴ ἕως τὸ βράδυ. Ἀπελπισμένοι ἐπολέμησαν οἱ ἐχτροί, ἀλλὰ πλέον ἀπελπισμένοι ἐπολέμησαν οἱ Ἕλληνες. Τὸ αἷμα ἐπῆγε ποτάμι· ἔφτασεν ἕως τὰ ῥιζὰ τοῦ Βρανᾶ καὶ ἕως τὸ Μαραθῶνα ἀντίκρυ. Ἔσυρεν ὣς τὴ θάλασσα κ᾿ ἔβαψε κατακόκκινα τὰ κύματα. Θρῆνος καὶ κακὸ ἔγινε. Τέλος ἐνίκησαν οἱ Ἕλληνες. Οἱ Τοῦρκοι ἔτρεξαν νὰ γλυτώσουν ᾿ς τὰ καράβια. Οἱ Ἕλληνες τοὺς ἐκυνήγησαν κ᾿ ἐκεῖ, τοὺς κατάσφαξαν, κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἐχτροὺς δὲν ἐγύρισε πίσω. 

Ἔτρεξαν τότε δύο νὰ φέρουν τὴν εἴδηση ᾿ς τὴν Ἀθήνα. Ὁ ἕνας ἔτρεξε καβαλλάρης, ὁ ἄλλος πεζὸς κι᾿ ἀρματωμένος. Ὁ καβαλλάρης ἐπῆγεν ἀπὸ τὸ Χαλάντρι· ὁ πεζὸς ἔπιασε τὴ Σταμάτα. Φτεροπόδαρος ἀνέβηκε τὸν Ἀφορεσμὸ καὶ κατέβηκε ᾿ς τὸ χωριό. Καθὼς τὸν εἶδαν οἱ γυναῖκες ἔτρεξαν κοντά του· «Σταμάτα, τοῦ φώναζαν, σταμάτα!» Ἤθελαν νὰ τὸν ἐρωτήσουν τὶ ἀπόγινε ἡ μάχη. Ἐστάθηκε μιὰ στιγμὴ νὰ πάρῃ φύσημα, κ᾿ ἔπειτα, πάλι δρόμο. Τέλος φτάνει ᾿ς τὸ Ψυχικό· ἐκεῖ ἐπῆγε νὰ ξεψυχήσῃ, πιάστηκε ἡ ἀναπνοή του, τὰ πόδια του ἔτρεμαν, τώρα ἔλεγε νὰ πέσῃ. Ἀντρειεύεται τότε καὶ παίρνει βαθυὸ ἀνασασμό, καὶ μιὰ καὶ δύο, ἔφτασε τἐλος ᾿ς τὴν Ἀθήνα. «Ἐνικήσαμε!» εἶπε, κ᾿ ἔπεσε εὐτὺς κ᾿ ἐξεψύχησε. Ὁ καβαλλάρης ταχυδρόμος ἀκόμα δὲν ἐφάνηκε! 

Ἐκεῖ ὅμως ποὺ σταμάτησε ὁ πεζοδρόμος κ᾿ ἐκεῖ ποὺ πῆρε ἀνάσα, ἄφησε τ᾿ ὄνομα τοῦ καμώματός του. Τὸ πρῶτο χωριὸ τ᾿ ὠνόμασαν Σταμάτα, τὸ δεύτερο Ψυχικό. 

Ὁ κάμπος τοῦ Μαραθῶνα 
(Σοῦλι καὶ Βρανᾶ τοῦ δήμου Μαραθῶνος) 

᾿Σ τὸν κάμπο τοῦ Μαραθῶνα ἀκούγονται πολλαῖς φοραῖς τὴ νύχτα φωναῖς λυπητεραῖς, σὰ γυναικῶν ποὺ νὰ τοῖς βασανίζουν. Ὅσο κοντοζυγώνεις ᾿ς τὸ μέρος ποὺ ἀκούγονται οἱ φωναῖς, τόσο αὐταῖς ἀλαργεύουν. 


Νικολάου Πολίτου, «Μελέται περὶ τοῦ βίου καὶ τῆς γλώσσης τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Παραδόσεις Α'», Ἀθῆναι, ἐκδοτικὸς ὀργανισμὸς «Ἐργάνη» - Ε.Π.Ε., 1965.


~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~


Σημείωση: Ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι ἐνῶ οἱ λαϊκὲς παραδόσεις ποὺ κατέγραψε ὁ Νικόλαος Πολίτης ἀναφέρουν τοὺς ἀρχαίους εἰσβολεῖς ὡς Τούρκους, ἡ γραφὶς τῶν λογίων τῆς Ἐπαναστάσεως, ἀλλὰ καὶ ἀγράμματοι ἀκόμη ἀγωνιστές, συγκινούμενοι ἀπὸ τὴν ἀρχαία δόξα τῆς Ἑλλάδος ποὺ ἀνασταίνεται, ἀποκαλοῦν τοὺς Τούρκους, Πέρσες! 

Ἔτσι, τὸν Μαραθῶνα καὶ τὸν Μιλτιάδη ἐπικαλεῖται ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης στὴν προκήρυξι «Μάχου ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος» καὶ καλεῖ τοὺς Ἕλληνες νὰ μιμηθοῦν τοὺς προγόνους, «οἵτινες κατέκοψαν τοσάκις τοὺς ἀναριθμήτους στρατοὺς τῶν βαρβάρων Περσῶν, τῶν ὁποίων τοὺς βαρβαροτέρους καὶ ἀνανδροτέρους ἀπογόνους πρόκειται εἰς ἡμᾶς σήμερον, μὲ πολλὰ μικρὸν κόπον, νὰ ἑξαφανίσωμεν ἐξ ὁλοκλήρου.» 

Ὁ δὲ Νικηταρᾶς ὁ Τουρκοφάγος, «Σταθῆτε Πέρσαι νὰ πολεμήσωμε!», φωνάζει στοὺς Τούρκους στὴν μάχη τῶν Δολιανῶν - Περσιάνους μάλιστα τοὺς ἀπεκάλει. 

Σὲ ἀμφότερες τίς περιπτώσεις, ἡ ἴδια πραγματικότης· ὁλόκληρη ἡ Ἱστορία τῆς Φυλῆς μας συγχρόνως παρούσα, ὄχι νεκρὸ γράμμα, ἀλλὰ ζωντανὴ παράδοσις, αἷμα κοχλάζον στὸ σῶμα τῶν ἀνδρῶν καὶ τῶν γυναικῶν τοῦ λαοῦ μας.

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

Τὸ δημοτικὸ τραγούδι στὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821


 Η Έξοδος του Μεσολογγίου - Θ. Βρυζάκης

Ἀναντίρρητα ξεχωριστὴ θέση μεταξὺ τῶν μνημείων τοῦ λόγου στὸ λαό μας, κατέχουν τὰ τραγούδια. «Ὄχι μόνον ὡς ἰσχυρῶς κινοῦντα τὴν ψυχὴν διὰ τὸ ἀπέριττον κάλλος, τὴν ἀβίαστον ἁπλότητα, τὴν πρωτοτυπίαν καὶ τὴν φραστικὴν δύναμιν καὶ ἐνάργειαν, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀκριβέστερον παντὸς ἄλλου πνευματικοῦ δημιουργήματος τοῦ λαοῦ ἐμφαίνοντα τὸν ἰδιάζοντα χαρακτήρα τοῦ ἔθνους...» σημειώνει χαρακτηριστικὰ ὁ Ν.Γ. Πολίτης στὶς «Ἐκλογὲς ἀπὸ τὰ τραγούδια τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ»

Ὁ ἴδιος, ἰδανικὸς θεματοφύλακας τῶν ἑλληνικῶν δημοτικῶν τραγουδιῶν καὶ ἀξεπέραστος συλλέκτης αὐτῶν τῶν δημιουργημάτων ἑνὸς λαοῦ προικισμένου μὲ ἀπαράμιλλη ποιητικὴ φλέβα, τονίζει: «Ἡ δημοτικὴ ποίησις εἶναι ἡ ἀσφαλεστάτη ἀφετηρία καὶ τὸ στερεότατων Θεμέλιον πάσης δημιουργίας τῆς ἑλληνικῆς τέχνης. Τὸ ἔργον τοῦ ποιητοῦ καὶ τοῦ καλλιτέχνου εἶναι τελειότερον καὶ μονιμώτερον, ὅταν τὰς ρίζας του ἔχη εἰς τὸ πάτριον ἔδαφος ... Καθόλα δὲ ἡ δημοτικὴ ποίησις εἶναι τελεσφορώτατον ὄργανον τῆς ἐθνικῆς ἀγωγῆς, ἐκτρέφουσα καὶ συντηροῦσα τὸ ἐθνικὸν φρόνημα, πᾶς δ᾿ Ἕλλην πρέπει νὰ γιγνώσκη καὶ μελετᾶ τουλάχιστον τὰ κράτιστα καὶ κυριώτατα τῶν δημωδῶν λογοτεχνημάτων, μὴ ἀρκούμενος εἰς ὅσα τυχὸν ἐν τῷ καθ᾿ ἡμέραν βίῳ ἔχει ἀποκομίση ἐκ τῆς προφορικῆς παραδόσεως ...». 

Ἀπειράριθμα εἶναι τὰ δημοτικὰ τραγούδια ποὺ γεννήθηκαν ἀπ᾿ τὰ σπλάγχνα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ στὴν ἱστορική του διαδρομή, καί, ὅπως εἶναι φυσικό, ἀφοροῦν ὅλες τὶς «λειτουργίες» τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Ἔτσι, οἱ μελέτες κατανέμουν τὰ δημοτικὰ τραγούδια - ἀνάλογα μὲ τὸ περιεχόμενό τους - σὲ συγκεκριμένες κατηγορίες, οἱ σπουδαιότερες τῶν ὁποίων εἶναι οἱ ἑξῆς: Ἱστορικὰ τραγούδια, Κλέφτικα, Ἀκριτικά, Τραγούδια τῆς ἀγάπης, Νυφιάτικα, Ναναρίσματα, Τραγούδια τῆς ξενιτιᾶς, Μοιρολόγια καὶ Περιγελαστικά. 



Ἀναφορικὰ μὲ τὰ ἱστορικὰ τραγούδια ὁ μελετητής τους Uhland σημειώνει: «... Λέγοντας δημώδη ἱστορικὰ τραγούδια, ἐννοοῦμεν ἄσματα ἐκπηγάσαντα ἀμέσως ἐξ ἱστορικῶν γεγονότων ἢ περιστάσεων καὶ προωρισμένα νὰ τραγουδοῦνται ὑπὸ τοῦ λαοῦ...». 

Ὁ πόλεμος ἀρχίνησε καὶ ἀνάψαν τὰ τουφέκια. 
Τὸν Ζέρβα καὶ τὸν Μπότσαρη  ἐφώναξε ὁ Τζαβέλας: 
«Παιδιά μ᾿ ἦρθ᾿ ὥρα τοῦ σπαθιοῦ κι ἂς πάψη τὸ τουφέκι». 
Κι ὅλοι ἔπιασαν καὶ σπάσανε τὶς θήκαις τῶν σπαθιῶν τους, 
τοὺς Τούρκους βάνουνε μπροστά, τοὺς βάνουν σὰν κριάρια... 

Ὅσον ἀφορᾶ τὰ κλέφτικα τραγούδια ὁ μελετητὴς Κarl Mendelssohn Bartholdy γράφει: «...Τὰ κλέφτικα τραγούδια νομίζεις πὼς εἶναι χείμαρροι ἀφρισμένοι, ἐκρέοντες ὄχι ἀπὸ ἀνθρώπινα χείλη, ἀλλ᾿ ἀπὸ τοὺς βράχους τῆς Οἴτης καὶ τοῦ Ὀλύμπου...». 

Ὁ πλούσιος ἔχει τὰ φλωριά, ἔχει ὁ φτωχὸς τὰ γλέντια. 
Ἄλλοι παινᾶνε τὸν πασὰ καὶ ἄλλοι τὸ βεζίρη, 
μὰ ‘γῶ παινάω τὸ σπαθὶ τὸ τουρκοματωμένο, 
τὸ ᾿χει καμάρι ἡ λεβεντιά, κι ὁ κλέφτης περηφάνεια... 

Η μάχη των Δερβενακίων

Ἐρχόμενοι στοὺς «καθ᾿ ἡμᾶς» σύγχρονους μελετητές, ἀπὸ τοὺς γνωστότερους ἐρευνητὲς τῆς δημοτικῆς, μουσικοποιητικῆς παράδοσης στὴν Ἑλλάδα, μὲ μιὰ σειρὰ ἀπὸ πλούσιες καταθέσεις στὸ ἐνεργητικό του, εἶναι ὁ Γιώργης Μελίκης. Οἱ δίσκοι, τὰ βιβλία καὶ οἱ χιλιάδες ραδιοτηλεοπτικές του ἐκπομπές, τὸν ἔχουν ἀναδείξει ὡς ἕναν ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ συνεχίζουν νὰ ἀνακαλύπτουν καὶ νὰ προβάλουν τὴν αὐθεντικὴ δημοτικὴ μουσική, μὲ τὸν πλέον συστηματικὸ τρόπο. 

Μιλώντας λοιπὸν ὁ ἴδιος γιὰ τὸ πῶς γεννήθηκε τὸ δημοτικὸ τραγούδι καὶ εἰδικότερα στὴν ἐπανάσταση τοῦ 1821, τονίζει: 

«...Τὸ δημοτικὸ τραγούδι τοῦ 1821, ὡς ὅρος καὶ χαρακτηρισμός, ἐκτιμῶ πὼς εἶναι ἀδόκιμο, δηλαδὴ δὲν εἶναι κάτι ξεκομμένο καὶ αὐθαίρετο μέσα στὴ λαϊκὴ ἔκφραση καὶ δημιουργία. Εἶναι σχετικὰ ἕνα μικρὸ κεφάλαιο ποὺ ὑμνεῖ κλέη καὶ πάθη ἡρώων μία ἱστορικὴ περίοδο ποὺ σηματοδότησε τὴ δημιουργία τοῦ νέου ἑλληνικοῦ κράτους. Εἶναι προϊὸν ἱστορικῆς ἀνάγκης ἀλλὰ καὶ ἐθνο-μουσικολογικὴ συνήθεια ποὺ ἀπαντᾶται σὲ ὅλους τοὺς λαούς...». 



Τὸ ἱστορικὸ στοιχεῖο 

Ἡ ὑπερεκτίμηση μεγεθῶν σὲ πρόσωπα καὶ τόπους εἶναι ἀπαραίτητο ἱστορικὸ στοιχεῖο γιατὶ ὁ ἐχθρὸς πρέπει νὰ ὑποτιμηθεῖ, νὰ ὑπερκερασθεῖ καὶ στὴ συνέχεια νὰ κατατροπωθεῖ γιὰ νὰ κραταιωθεῖ ὁ Ἕλληνας στὸ χῶρο, τὴν ἰθαγένεια καὶ τὴν ἱστορική του διάσταση. 

Λάμπουν τὰ χιόνια στὰ βουνὰ κι ὁ ἥλιος στὰ λαγκάδια, 
λάμπουν καὶ τ᾿ ἀλαφρὰ σπαθιὰ τῶν Κολοκοτρωναίων, 
πὄ ᾿χουν τ᾿ ἀσήμια τὰ πολλά, τὶς ἀσημένιες πάλαις, 
τὶς πέντε ἀράδαις τὰ κουμπιά, τὶς ἕξι τὰ τσαπράζια
ὁποῦ δὲν καταδέχονται τῆς γῆς νὰ τὴν πατήσουν... 

 «...Τὸ δημοτικὸ τραγούδι ἤθελε νὰ ἐκφράσει τὸ ἀνώτερο καὶ τὸ ἰδεῶδες», συνεχίζει ὁ Γ. Μελίκης, «... καὶ ἦταν συνυφασμένο ἢ καὶ ἐνσωματωμένο μέσα στὴν δικαιοπρακτική του συναλλαγὴ ποὺ πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἐκφράζεται στὸ τρίπτυχο: «Πατρίδα - Θρησκεία – Οἰκογένεια». 

Ὅσο γιὰ τὰ εἴδη τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ ποὺ ἄνθισαν στὴ διάρκεια τῆς ἐπανάστασης τοῦ 1821, πρόκειται γιὰ τὸ σύσσωμο τὸν ἔρωτα καὶ τὸ σύψυχο τῆς ἱστορίας σὲ ἕνα ἑνιαῖο καὶ ἀδιάσπαστο διαχρονικὸ πλαίσιο. Ἡ Θεματολογία τους προσωπική, μὲ διαπροσωπικὲς καὶ κοινωνικὲς κυρίως προεκτάσεις ἐπιβεβλημένες ἀπὸ τὶς ἱστορικὲς συγκυρίες, κυρίως ὅμως ἀπὸ τὰ εὐρωπαϊκὰ ἀπελευθερωτικὰ κινήματα ποὺ γιὰ κάθε λαὸ ὑπόδουλο εἶναι τὰ ἴδια σὲ ἐκφραστικὰ μέσα καὶ ἔνταση: Ἔρωτας, γενναιότητα, ἄθλοι καὶ κατορθώματα καὶ ὑπόμνηση τῆς καταγωγῆς ...». 

Ary Scheffer, Les femmes souliotes

Ὁ Γιώργης Μελίκης, ἀναφερόμενος στὸ πόσα καὶ πῶς ἔχουν διασωθεῖ μέχρι τὶς μέρες μας, τονίζει: 

«... Ἡ ἐπανάσταση τοῦ ᾿21 εἶναι ὁρόσημο καὶ ἀφετηρία μιᾶς πορείας. Γιατὶ ἔχουμε διάφορες ἱστορικὲς ἀπελευθερωτικὲς χρονολογίες. Π.χ. στὴ Μακεδονία τὸ 1912 μετράει περισσότερο ἀπὸ τὸ 1821. Ὡστόσο ὅμως, τὸ ᾿21 ἐκφράζει μία γενικότερη ἱστορικὴ πράξη, τὸ ὅραμα ἑνὸς ὑπόδουλου λαοῦ. Ὁ Ἕλληνας, κατεξοχὴν ὁραματιστὴς ἀπὸ τὴν προϊστορία του ἀκόμη, δημιούργησε ἔπη καὶ τραγούδια μοναδικὰ καὶ πολλὰ τόσο σὲ ἀριθμό, ὅσο καὶ σὲ ποιότητα. Ἔτσι ἔχουμε ἑκατοντάδες τραγούδια ὅλων τῶν κατηγοριῶν ποὺ ἀναφέρονται στὰ πρόσωπα, στοὺς τόπους καὶ στὰ κατορθώματα τῶν ἡρώων του 21 ...». 

Κρυφὰ τὸ λένε τὰ πουλιά, κρυφὰ τὸ λὲν τ᾿ ἀηδόνια, 
κρυφὰ τὸ λέει ὁ γούμενος ἀπὸ τὴν Ἁγία Λαύρα: 
«Παιδιά, γιὰ μεταλάβετε, γιὰ ξεμολογηθῆτε, 
δὲν εἶν᾿ ὁ περσινὸς καιρὸς κι ὁ φετεινὸς χειμώνας. 
Μᾶς ἦρθε γῆ ἄνοιξη πικρή, τὸ καλοκαίρι μαῦρο, 
γιατὶ σηκώθη πόλεμος καὶ πολεμοῦν τοὺς Τούρκους. 
Νὰ διώξουμ᾿ ὅλη τὴν Τουρκιὰ ἢ νὰ χαθοῦμε οὖλοι» 


Γιὰ τὸ ἂν ὑπάρχουν ἢ ὄχι συλλογὲς μὲ δημοτικὰ τραγούδια καὶ γιὰ τὸ ποιὲς εἶναι αὐτὲς ὁ Γ. Μελίκης, λέει: «... Τὰ φιλελληνικὰ κινήματα ποὺ δημιουργήθηκαν στὴν Εὐρώπη μὲ τοὺς λόγιους καὶ ρομαντικούς «τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ κάλλους» σηματοδότησαν τὶς πρῶτες καταγραφές. Ὁ Κλὼντ Φωριὲλ διέσωσε μεταξὺ τῶν πρώτων καὶ «ἐν θερμῷ» τραγούδια τοῦ ᾿21, ὅπως τ᾿ ἄκουσε ἀπὸ τοὺς ἐπιζῶντες ἀκόμη ἀγωνιστές. Ἔτσι ἀπὸ τὸν Φωριὲλ καὶ μέχρι σήμερα ἑκατοντάδες καταγραφὲς δημοτικῶν τραγουδιῶν, περιέσωσαν τραγούδια καὶ αὐτῆς τῆς ἐποχῆς. Ἕνα σημαντικὸ στοιχεῖο στὰ τραγούδια αὐτὰ εἶναι ὅτι μποροῦμε νὰ τὰ χρονολογήσουμε μὲ ἀκρίβεια, ἐνῶ γιὰ τὰ ἄλλα ἔχουμε πάντα τὶς γνωστὲς καὶ σχετικὲς δυσκολίες ...». 

Κατάληψη του κάστρου των Σαλώνων, Louis Dupré

Πολύτιμο Κεφάλαιο 

Ὁ ἐρευνητὴς Γιώργης Μελίκης ἐπὶ πολλὰ χρόνια, μ᾿ ἕνα μαγνητόφωνο στὴν πλάτη, γυρίζει σ᾿ ὁλόκληρη τὴν Βόρεια Ἑλλάδα - κυρίως - καὶ καταγράφει χιλιάδες στίχους - δημιουργήματα τῆς ἀνώνυμης, λαϊκῆς πολυφωνίας. Τὸ πλούσιο ἀρχεῖο - συλλογή του ἀποτελεῖ γιὰ τοὺς ἐθνο-μουσικολόγους ἕνα πολύτιμο κεφάλαιο γιὰ τὴν μελέτη τῆς αὐθεντικῆς, δημοτικῆς, μουσικοποιητικῆς παράδοσης. 

Ἔτσι στὴν ἐρώτησή ἂν οἱ δίσκοι τοὺς ὁποίους ἔχει ἐπιμεληθεῖ καὶ κυκλοφορήσει περιλαμβάνουν τραγούδια σχετικὰ μὲ τὸ ᾿21, τονίζει: «... Ἡ διαχρονικὴ ἱστορική μας περιπέτεια ὡς λαὸς καὶ ὡς πολιτισμὸς δὲν μπορεῖ νὰ ἀφήσει ἀπ᾿ ἔξω ἕνα τόσο μεγάλο κεφάλαιο τῆς μουσικοποιητικῆς μας δημιουργίας. Μὲ αὐτὴ τὴ λογικὴ καὶ τὸ εὖρος ἑνὸς τόσο μεγάλου ἱστορικό-κοινωνικοῦ ἀγώνα καὶ βέβαια στοὺς δίσκους μου ὑπάρχουν καὶ τέτοια τραγούδια ...». 



Εἶναι γεγονὸς ὅτι στὰ δημοτικὰ τραγούδια περιλαμβάνονται κυριολεκτικὰ τὰ ὡραιότερα τραγούδια τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ὅπως ἔλεγε καὶ ὁ Ν.Γ. Πολίτης: «... εἰς τὰ τραγούδια καὶ τὰς παραδόσεις ὁ ἐθνικὸς χαρακτὴρ ἀποτυπώνεται ἀκραιφνὴς καὶ ἀκίβδηλος ...». 

Μιᾶς λοιπὸν καὶ στὰ δημοτικὰ τραγούδια συναντᾶμε τὴν «λαϊκὴ ποίηση» εἶναι σκόπιμο νὰ ἀναφερθεῖ καὶ ὁ λόγος περὶ αὐτῆς τοῦ ἐθνικοῦ μας ποιητὴ Δ. Σολωμοῦ: «... Ὁ θεμελιώδης ρυθμός, ἂς στυλωθῆ εἰς τὸ κέντρον τῆς ἐθνικότητος, καὶ ἂς ὑψώνεται κάθετα, ἐνῶ τὸ νόημα ἀπὸ τὸ ὁποῖον πηγάζει ἡ ποίησις, καὶ τὸ ὁποῖον αὐτὴ ὑπηρετεῖ, ἁπλώνει βαθμηδὸν τοὺς κύκλους του ...». 
  (ἄρθρο τοῦ Δανιὴλ Παπαδανιήλ)



Αθανάσιος Διάκος


ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΥ 

Τρία πουλάκια κάθουνταν ψηλὰ στὴ Χαλκουμάτα. 
Τό ᾿να τηράει τὴ Λειβαδιὰ καὶ τ᾿ ἄλλο τὸ Ζητούνι, 
τὸ τρίτο τὸ καλύτερο μοιρολογάει καὶ λέει: 
- Πολλὴ μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σὰν καλιακούδα. 
Μὴν᾿ ὁ Καλύβας ἔρχεται, μην᾿ ὁ Λεβεντογιάννης; 
- Νοὔδ᾿ ὁ Καλύβας ἔρχεται νοὔδ᾿ ὁ Λεβεντογιάννης. 
Ὀμὲρ Βρυώνης πλάκωσε μὲ δεκαοχτὼ χιλιάδες. 

Ὁ Διάκος σὰν τ᾿ ἀγροίκησε πολὺ τοῦ κακοφάνη. 
Ψηλὴ φωνὴ ἐσήκωσε, τὸν πρῶτο του φωνάζει. 
«Τὸν ταϊφᾶ μου σύναξε, μᾶσε τὰ παλληκάρια, 
δώσ᾿ τους μπαρούτη περισσὴ καὶ βόλια μὲ τὶς χοῦφτες, 
γλήγορα γιὰ νὰ πιάσουμε κάτω στὴν Ἀλαμάνα, 
ποὺ ᾿ναι ταμπούρια δυνατὰ κι ὄμορφα μετερίζια». 

Παίρνουνε τ᾿ ἀλαφριὰ σπαθιὰ καὶ τὰ βαριὰ τουφέκια, 
στὴν Ἀλαμάνα φτάνουνε καὶ πιάνουν τὰ ταμπούρια. 
«Καρδιά, παιδιά μου» φώναξε, «παιδιὰ μὴ φοβηθῆτε, 
σταθεῖτε ἀντρειὰ σὰν Ἕλληνες καὶ σὰ Γραικοὶ σταθῆτε». 

Ψιλὴ βροχούλαν ἔπιασε κι ἕνα κομμάτι ἀντάρα, 
τρία γιουρούσιαν ἔκαμαν, τὰ τρία ἀράδα ἀράδα. 
Ἔμεινε ὁ Διάκος στὴ φωτιὰ μὲ δεκαοχτὼ λεβέντες. 
Τρεῖς ὧρες ἐπολέμαε μὲ δεκαοχτὼ χιλιάδες. 
Βουλῶσαν τὰ κουμπούρια του κι ἀνάψαν τὰ τουφέκια, 
κι ὁ Διάκος ἐξεσπάθωσε καὶ στὴ φωτιὰ χουμάει. 
Ξήντα ταμπούρια χάλασε κι ἑφτὰ μπουλουκμπασῆδες, 
καὶ τὸ σπαθί του κόπηκε ἀνάμεσα ἀπ᾿ τὴ χούφτα 
καὶ ζωντανὸ τὸν ἔπιασαν καὶ στὸν πασᾶ τὸν πάνουν. 
Χίλιοι τὸν πᾶν ἀπὸ μπροστὰ καὶ χίλιοι ἀπὸ κατόπι. 

Κι ὁ Ὁμὲρ Βρυώνης μυστικὰ στὸ δρόμο τὸν ἐρώτα: 
«Γίνεσαι Τοῦρκος Διάκο μου, τὴν πίστη σου ν᾿ ἀλλάξεις, 
νὰ προσκυνήσεις στὸ τζαμί, τὴν ἐκκλησιὰ ν᾿ ἀφήσεις;» 
Κι ἐκεῖνος τ᾿ ἀποκρίθηκε καὶ στρίφτει τὸ μουστάκι: 
«Πᾶτε κι ἐσεῖς κι ἡ πίστη σας, μουρτάτες νὰ χαθεῖτε! 
Ἐγὼ Γραικὸς γεννήθηκα Γραικὸς θὲ ν᾿ ἀποθάνω. 
Ἄ, θέλετε χίλια φλωριὰ καὶ χίλιους μαχμουτιέδες 
μόνον ἑφτὰ μερῶν ζωὴ θέλω νὰ μοῦ χαρίστε, 
ὅσο νὰ φτάσει ὁ Ὀδυσσεὺς καὶ ὁ Θανάσης Βόγιας». 
Σὰν τ᾿ ἄκουσε ὁ Χαλίλμπεης, ἀφρίζει καὶ φωνάζει:
«Χίλια πουγκιὰ σᾶς δίνω ῾γὼ κι ἀκόμα πεντακόσια, 
τὸ Διάκο νὰ χαλάσετε, τὸ φοβερὸ τὸν κλέφτη, 
γιατὶ θὰ σβήσει τὴ Τουρκιὰ κι ὅλο μας τὸ ντοβλέτι». 

Τὸ Διάκο τότε παίρνουνε καὶ στὸ σουβλὶ τὸν βάζουν. 
Ὁλόρτο τὸν ἐστήσανε κι αὐτὸς χαμογελοῦσε, 
τὴν πίστη τους τοὺς ὕβριζε, τοὺς ἔλεγε μουρτάτες: 
«Σκυλιά, κι ἂ᾿ μὲ σουβλίσετε ἕνας Γραικὸς ἐχάθη. 
Ἂς εἶν’ ὁ Ὀδυσσεὺς καλὰ κι ὁ καπετὰν Νικήτας, 
ποὺ θὰ σᾶς σβήσουν τὴν Τουρκιὰ κι ὅλο σας τὸ ντοβλέτι ».


François-Émile de Lansac, Episode of the siege of Missolonghi


ΤΗΣ ΔΕΣΠΩΣ 

Ἀχὸς βαρὺς ἀκούεται, πολλὰ τουφέκια πέφτουν. 
Μήνα σὲ γάμο ρίχνονται, μήνα σὲ χαροκόπι; 
- Οὐδὲ σὲ γάμο ρίχνονται οὐδὲ σὲ χαροκόπι. 
Ἡ Δέσπω κάνει πόλεμο μὲ νύφες καὶ μ᾿ ἀγγόνια. 
Ἀρβανιτιὰ τὴν πλάκωσε στοῦ Δημουλᾶ τὸν πύργο: 
«Γιώργαινα, ρίξε τ᾿ ἄρματα, δὲν εἶναι ἐδῶ τὸ Σούλι. 
Ἐδῶ εἶσαι σκλάβα τοῦ πασᾶ, σκλάβα τῶν Ἀρβανίτων.» 
«Τὸ Σούλι κι ἂν προσκύνησε, κι ἂν τούρκεψεν ἡ Κιάφα, 
ἡ Δέσπω ἀφέντες Λιάπηδες δὲν ἔκαμε, δὲν κάνει». 
Δαυλὶ στὸ χέρι ἅρπαξε, κόρες καὶ νύφες κράζει: 
«Σκλάβες Τούρκων μὴ ζήσωμε, παιδιά μ᾿, μαζί μου ἐλᾶτε». 
Καὶ τὰ φυσέκια ἀνάψανε, κι ὅλοι φωτιὰ γενῆκαν. 




Τετάρτη 12 Αυγούστου 2015

Ναναρίσματα




Από την συλλογή του Claude Fauriel 
«Τα Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια», (1824),
μετάφραση Απ.Δ.Χατζηεμμανουήλ. 

Στην εισαγωγή του βιβλίου έγινε λόγος στα τραγούδια των μητέρων και των ελληνίδων τροφών. Έκτοτε συνέλεξα πολλά και από την ηπειρωτική Ελλάδα και από τις νήσους • και αμέσως κατωτέρω δημοσιεύω τρία εξ’ αυτών, τα οποία μου φάνηκαν ότι παρουσιάζουν χάρη και ποικιλία. Αρκούν, νομίζω, για να δώσουν μια γενική ιδέα όλων των τραγουδιών και είδους αυτού, και της χαριτωμένης εξάρσεως φαντασίας και τρυφερότητος, η οποία κυρίως τα χαρακτηρίζει. 

Κάθε ένα εξ’ αυτών μπορεί να θεωρηθεί πρότυπο πλήθους άλλων παρόμοιων τραγουδιών. Το πρώτο και το τρίτο είναι από την νήσος Χίο ενώ το δεύτερο από την Κύπρο. Το τρίτο μάλιστα, είναι το πρωτοτυπώτερο όλων και παρουσιάζει την μεγαλύτερη ποιητική φαντασία και τις περισσότερες ειδωλολατρικές ιδέες. Όλες οι προσωποποιήσεις του ύπνου και του ανέμου, του ήλιου και των άστρων είναι απολύτως σύμφωνοι με το πνεύμα της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας. Παρέλειψα να αναφέρω ότι οι Έλληνες ονομάζουν τα τραγούδια του είδους αυτού ναναρίσματα. Ναναρίζω σημαίνει τραγουδώ για να αποκοιμήσω ένα παιδί. Από αυτό οι Ιταλοί ονόμασαν nane τα τραγούδια των τροφών. 

I. Ναννάρισμα 

Νάννι! Θα’ έρθ’ η μάννα σου αφ’ το δαφνοπόταμο, 
Κ’ απαί το γλυκό νερό, να σου φέρη πούλουδα, 
Πούλουδα τραντάφυλλα, και μοσκογαρούφαλλα. 

II. Ναννάρισμα 

Ναννά, ναννά το υιούδι μου 
Και το παλληκαρούδι μου. 
Κοιμήσου, υιούδι μ’ ακριβό 
Κ’ έχω να σου χαρίσω• 
Την Αλεξάνδρεια ζάχαρι, 
Και το Μισίρι ρύζι, 
Και την Κωνσταντινούπολιν, 
Τρεις χρόνους να ορίζης• 
Κ’ ακόμη άλλα τρία χωριά, 
Τρία μοναστήράκια• 
'Σ ταις χώραις σου κ’ εις τα χωριά, 
Να πας να σεργιανίσης, 
'Σ τα τρία μοναστήρια σου 
Να πας να προσκυνήσης. 

III. Ναννάρισμα 

Να μου το πάρης, ύπνε μου •τρεις βίγλαις θα του βάλω•
Τρεις βίγλαις, τρεις βιγλάτοραις κ’ οι τρεις ανδρειωμένοι 
Βάλλω τον ήλιον 'σ τα βουνά, τον αετόν 'σ τους κάμπους 
Τον κυρ- Βορέα , τον δροσερόν ανάμεσα πελάγου. 
Ο ήλιος εβασίλεψεν, αετός απεκοιμήθη, 
Κ’ ο κυρ- Βορέας, ο δροσερός , 'στης μάνας του υπάγει. 
Υιέ μου, που ήσουν χθες, προχθές; μήνα με το φεγγάρι; 
Μήνα με τον αυγερινόν, που είμεστ’ αγαπημένοι; 
Μήτε με τα’ άστρη μάλονες; Μήτε με το φεγγάρι; 
Μήτε με τον αυγερινόν, που ειστ’ αγαπημένοι• 
Χρυσόν υιόν εβίγλιζα ‘σ την αργυρή του κούνια. 


George Goodwin Kilburn - The lullaby




Κυριακή 26 Απριλίου 2015

Περί του γεφυριού της Άρτας




«Ο κόσμος φκιάνουν εκκλησιές, φκιάνουν και μοναστήρια, 
φκιάνουν και πετρογέφυρα για να διαβαίν’ ο κόσμος» 

Στο άρθρο που ακολουθεί, παρουσιάζεται το πιο γνωστό –ίσως– γεφύρι του ελληνικού χώρου, ο τρόπος κατασκευής του και οι θρύλοι που το περιβάλλουν. Το γεφύρι της Άρτας, εκτός από σημαντικό μνημείο νεοελληνικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, αποτελεί και αξιόλογο τοπόσημο της περιοχής. 

Από την αρχαιότητα ακόμη, οι ανάγκες διάβασης των ποταμών, των χειμάρρων και των ρεμάτων κατέστησαν απαραίτητη την κατασκευή γεφυριών. Τα γεφύρια ήταν πέτρινα και ξύλινα. Τα πέτρινα ήταν πιο στέρεα και ανθεκτικά, ενώ τα ξύλινα ήταν προσωρινά και λιγότερο ασφαλή. Υπήρχαν και οι ξυλογέφυρες, που στηρίζονταν πάνω σε λίθινα ποδαρικά και συνέδεαν τις όχθες μεγάλων ποταμών. Η διέλευση των μεγάλων ποταμών ως τα μέσα του 20ού αιώνα, γινόταν και με ξύλινες σχεδίες, τις λεγόμενες περαταριές (σημ. 1). Τέλος, οι άνθρωποι και τα υποζύγια διέσχιζαν τα ποτάμια, περνώντας μέσα από το νερό, στο σημείο με το μικρότερο βάθος, τον «πόρο».


Η Μακεδονία και –κυρίως– η Ήπειρος, υπήρξαν σ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας φυτώριο σπουδαίων μαστόρων του βορειοελλαδικού χώρου, που έκτιζαν εκκλησίες, μοναστήρια, τζαμιά, καραβανσαράγια, χαμάμ, μπεζεστένια, αρχοντικά, βρύσες, μύλους και σπίτια. Οι τεχνίτες που ήταν ειδικευμένοι στο κτίσιμο γεφυριών ονομάζονταν Κιοπρουλήδες, από την τουρκική λέξη köprü, που σημαίνει γεφύρι. Στη χώρα μας από άκρη σε άκρη αφθονεί η πέτρα. Έτσι, παντού το παραδοσιακό κτίσμα ήταν λιθόκτιστο.



Η αρχιτεκτονική των παλιών λιθόκτιστων γεφυριών της Ηπείρου δεν διαφέρει από την αντίστοιχη των μακεδονικών, των θεσσαλικών, των θρακικών ή των πελοποννησιακών.

Κυρίαρχο στοιχείο της αρχιτεκτονικής τους ήταν το τόξο, η καμάρα. Υπάρχουν γεφύρια μονότοξα, δίτοξα ή πολύτοξα. Το πολύτοξο γεφύρι της Άρτας βρίσκεται σε απόσταση ενός –περίπου– χιλιομέτρου νοτίως του ιστορικού κέντρου της σύγχρονης πόλης. Συνδέει τις δυο όχθες του Αράχθου, αρχαίου Ίναχου ποταμού, και αποτελεί συνέχεια του δρόμου, που εξασφαλίζει την επαφή της Άρτας με την εύφορη πεδιάδα της (σημ. 2) και την Πρέβεζα.

Το γεφύρι έχει μήκος 142 μέτρα και πλάτος 3,75 μ. Αρκετό τμήμα του γεφυριού και από τις δύο του άκρες έχει καλυφθεί από μεταγενέστερες επιχώσεις, που ανύψωσαν τις όχθες και συρρίκνωσαν την κοίτη του ποταμού.

Το γεφύρι αποτελείται από τέσσερις μεγάλες καμάρες και τρεις μικρότερες. Οι καμάρες έχουν διαφορετικές μεταξύ τους διαμέτρους, που του προσδίδουν μια γοητευτική ασυμμετρία. Οι καμάρες στηρίζονται πάνω σε ποδαρικά. Πάνω από τα ποδαρικά υπάρχουν μικρά τοξωτά ανοίγματα στους τοίχους, που ελαφρύνουν το βάρος του γεφυριού και λειτουργούν ως ανακουφιστικές οπές, που επιτρέπουν τη διέλευση από μέσα τους μεγάλης ποσότητας νερού, σε περίπτωση υπερεκχείλισης του ποταμού. Τα ποδαρικά του γεφυριού έχουν κτιστεί με μεγάλους, κανονικούς λίθους, ενώ οι καμάρες και η υπόλοιπη ανωδομή του με μικρότερους, χωρίς παρεμβολή πλίνθων στους αρμούς. Το οδόστρωμα του γεφυριού είναι καλντεριμωτό και υπερυψώνεται πάνω από τη μεγάλη καμάρα, έτσι που κι από τις δύο πλευρές της σχηματίζονται κεκλιμένα επίπεδα. Αυτός ο τρόπος κατασκευής αποτελεί χαρακτηριστικό των παραδοσιακών γεφυριών, που έγιναν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Η τοιχοποιία όμως μερικών ποδαρικών, καθώς και κάποιων τμημάτων του γεφυριού είναι διαφορετική και ανήκει σε προγενέστερη οικοδομική του φάση. Ευερμήνευτο είναι ότι στο σημείο αυτό, όπως παρατηρεί και ο Α.Κ. Ορλάνδος, είχε επιχειρηθεί και στο παρελθόν (σημ. 3) η ζεύξη του Αράχθου. Το νεότερο γεφύρι δηλαδή θεμελιώθηκε στη θέση του παλιότερου, που παρασύρθηκε σε μια από τις συχνές υπερεκχειλίσεις του ποταμού.


Το γεφύρι της Άρτας στη σημερινή του μορφή χρονολογείται στην πρώτη 15ετία του 17ου αιώνα, μεταξύ των ετών 1602 και 1612. Ο λόγιος μητροπολίτης Άρτας Σεραφείμ Ξενόπουλος στο «Δοκίμιον» του αναφέρει ότι σύμφωνα με τον Αναγνώστη Γεροστάθη το γεφύρι κτίστηκε το 1602, ενώ ο ίδιος πιστεύει ότι κτίστηκε το 1606. Σε «ενθύμιση» (σημ. 4) του μητροπολίτη Άρτας Γενναδίου, που δημοσίευσε το 1929 ο Κ. Καιροφύλλας, αναγράφεται ότι το γεφύρι κτίστηκε το έτος 1612. Οι τεχνίτες προτιμούσαν την κατασκευή πολύτοξων γεφυριών, αποφεύγοντας τις καμάρες με τα μεγάλα ύψη και τα μεγάλα ανοίγματα, όπως π.χ. στο γεφύρι του Κοράκου (σημ. 5), με ύψος καμάρας 25 μ. πάνω από την επιφάνεια των νερών του Ασπροπόταμου (Αχελώου) κοντά στο χωριό Βρεσθενίτσα (σημερινές Πηγές) Άρτας.

Γεφύρι του Κοράκου

Τα πιο γνωστά πολύτοξα γεφύρια της Ηπείρου, εκτός από το γεφύρι της Άρτας, είναι το τετράτοξο του Παπαστάθη στον Άραχθο (σημ. 6), το γεφύρι του Πατριάρχη Ιωάσαφ επίσης στον Άραχθο (σημ. 7), και στη γειτονική Αλβανία, το δωδεκάτοξο γεφύρι του Αχμέτ Κουρτ Πασά (σημ. 8). Δυο γνωστά πολύτοξα μακεδονικά γεφύρια κτισμένα πάνω στο Βενέτικο, παραπόταμο του Αλιάκμονα, είναι του Σπανού (σημ. 9) και του Αζίζ Αγά ή του Ζίζαγα (σημ. 10). 
 
Γεφύρι του Σπανού

Χορηγοί που χρηματοδοτούσαν την κατασκευή πέτρινων γεφυριών ήταν κάποιοι πλούσιοι Έλληνες (σημ. 11) ή Εβραίοι (σημ. 12) κάτοικοι της περιοχής, Τούρκοι αξιωματούχοι (πασάδες (σημ. 13) ή αγάδες), άνθρωποι της Εκκλησίας (πατριάρχες, μητροπολίτες, ηγούμενοι ή καλόγεροι γειτονικών μονών, ιερείς), κλέφτες και αρματολοί, κοινότητες ενός ή περισσοτέρων χωριών, ακόμη και ληστές (σημ. 14).

Τα παλιά πέτρινα γεφύρια έπαιρναν την ονομασία τους από την τοποθεσία (θέση) που ήταν κτισμένα, το πλησιέστερο σ’ αυτά χωριό ή πόλη (της Άρτας, της Πλάκας, της Κόνιτσας), ή από το χορηγό τους (του Πατριάρχη, του Μίσιου, του Εβραίου, του Καμπέραγα, του Ζίζαγα, του Πασά, του Βαλαβάνη (σημ. 15).

Γεφύρι του Αζίζ Αγά

Το κόστος κατασκευής του γεφυριού της Άρτας κάλυψε εξ ολοκλήρου, σύμφωνα με ντόπια παράδοση που κατέγραψαν ο μητροπολίτης Σεραφείμ και ο Νικόλαος Γ. Πολίτης, ο Αρτινός μπακάλης Γιάννης Θιακογιάννης, γνωστός με το παρατσούκλι Γατοφάγος. Κατά την παράδοση αυτή, ένα πειρατικό πλοίο από το Αλγέρι έφερε ένα φορτίο λαδιού στο λιμάνι της Σαλαώρας (σημ. 16) για να το πουλήσει. Μαζεύτηκαν κάτοικοι από τα γύρω χωριά, για να αγοράσουν. Ανάμεσά τους και ο Γατοφάγος, ο οποίος αγόρασε πολλές καπάσες (πιθάρια), γεμάτες με λάδι. Οι πειρατές πούλησαν στον Γιάννη Θιακογιάννη την πραμάτεια εμπόρου που είχαν ληστέψει. Τα λαδοπίθαρα όμως, εκτός από λάδι, περιείχαν και πλήθος χρυσών νομισμάτων, που τα ’χε κρύψει μέσα στο λάδι ο πραματευτής και δεν είχαν αντιληφθεί την ύπαρξή τους οι πειρατές. Έτσι ο Γατοφάγος πλούτισε με τρόπο θαυμαστό, όπως οι ήρωες των παραμυθιών, αποκτώντας έναν μεγάλο και μυστηριώδη θησαυρό, τον οποίο διέθεσε για την κατασκευή του γεφυριού της Άρτας.

Οι καταρρεύσεις γεφυριών κατά τη διάρκεια του κτισίματος οφείλονται –συνήθως– στην κακή θεμελίωσή τους, όπως στο γεφύρι της Άρτας, που έπρεπε να θεμελιωθεί στο ακατάλληλο, χαλαρό, έδαφος του κάμπου. Για να στεριώσει το πολύτοξο γεφύρι της Άρτας, θάφτηκε ζωντανή η όμορφη γυναίκα του πρωτομάστορα (σημ. 17). Σύμφωνα με την ερμηνεία του Ν.Γ. Πολίτη η ψυχή του θύματος αποκτούσε υπερφυσικές δυνάμεις και γινότανε το στοιχειό-φύλακας του γεφυριού, που το προφύλασσε από κάθε κίνδυνο. Ο θρύλος του γεφυριού της Άρτας εμφανίζεται και σε τρία μακεδονικά γεφύρια: στο γεφύρι της Μόρνας Πιερίας, στο γεφύρι της Σμίξης και στο γεφύρι του Πασά. Κατά τους Ν.Γ. Πολίτη και Γ.Α. Μέγα, το στοίχειωμα ανθρώπου κατά τη θεμελίωση γεφυριού ή άλλου κτηρίου είναι αρχαιοελληνικό και βυζαντινό έθιμο, διαδεδομένο και στις πέντε ηπείρους από την προϊστορική ακόμη περίοδο, και προέρχεται από πραγματικά γεγονότα, όπως προκύπτει από ανασκαφικά ευρήματα. «Στοιχείωση» ονόμαζαν οι Βυζαντινοί τη θεμελίωση σημαντικών οικοδομημάτων, όπως κάστρων, υδραγωγείων, ναών, κρηνών, γεφυριών, χωριών ή και πόλεων ακόμη με ανθρωποθυσία.


Για τη θεμελίωση του Βυζαντίου, μετέπειτα Κωνσταντινούπολης, θυσιάστηκε η σύζυγος του μυθικού ιδρυτή του Βύζαντα, η Φιδάλεια. Οι «Παραστάσεις Σύντομοι Χρονικαί», ένα βυζαντινό κείμενο του 8ου αιώνα, μας πληροφορεί ότι το αρχαίο άγαλμα της Φιδάλειας προστάτευε, κατά παλαιότατη παράδοση, τα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Για κάποιο λόγο το άγαλμα μετακινήθηκε και τότε το έδαφος άρχισε να τρέμει. Ο αυτοκράτορας διέταξε να γίνει λιτανεία και ο σεισμός σταμάτησε με τις προσευχές του Αγίου Σάββα (449-532).

333 παραλλαγές του τραγουδιού της Άρτας έχουν καταγραφεί στον ελληνικό χώρο. Οι δοξασίες αυτές όμως ήταν ευρύτατα διαδεδομένες και σε άλλους μεσαιωνικούς λαούς της νοτιοανατολικής –κυρίως– Ευρώπης, σε Ούγγρους, Σέρβους, Ρουμάνους, Βούλγαρους, Αλβανούς και Βλάχους. Οι Σέρβοι στα θεμέλια του κάστρου Σκούταρι έθαψαν, κατ’ απαίτηση της νεράιδας Wila, τα δυο συνονόματα παιδιά Στόγιαν και Στογιάνα. Στα θεμέλια της Μητρόπολης του Στρασβούργου δύο αδέλφια ενταφιάστηκαν ζωντανά.

Στη Ρωσία, σε ανασκαφή ενός χωμάτινου πύργου 6ου-7ου αιώνα, δυτικά της Βαϊκάλης, βρέθηκε στη βάση του ο σκελετός μιας γυναίκας. Η στάση του σκελετού δεν ήταν φυσική. Η νεκρή βρέθηκε με τα χέρια υψωμένα προς το πρόσωπο και με τα δάχτυλα λυγισμένα, σαν να είχε ξεσχίσει με τα νύχια το πρόσωπό της. Οι ανασκαφείς θεώρησαν ότι η γυναίκα θάφτηκε ζωντανή στα θεμέλια του πύργου.

Για να στεριώσει το μονότοξο γεφύρι του Κοράκου (1515), κοντά στη Βρεσθενίτσα Άρτας, πάνω στον Ασπροπόταμο (Αχελώο), θυσιάστηκαν «χίλιες γίδες σιούτες» (χωρίς κέρατα). Κατά μιαν άλλη εκδοχή, ο ποταμός (σημ. 18) δαμάζεται με την κατασκευή του γεφυριού και για να υποταχθεί πλήρως, απαιτεί, ως αντιστάθμισμα της υποταγής του, θυσία «ευγενικών ζώων» ή ανθρώπου.

Οι παραδόσεις περί ανθρωποθυσιών είναι συχνότερες σε πέτρινα γεφύρια με μεγάλο μήκος, που συνδέουν όχθες ποταμών με πεδιάδες κι έπρεπε να θεμελιωθούν σε αμμώδες ή προσχωσιγενές έδαφος. Οι δυσκολίες ήταν λιγότερες στη θεμελίωση μικρών πέτρινων γεφυριών σε ορεινά ρέματα με βραχώδη πρανή. Τα παλιά πέτρινα γεφύρια κτίζονταν πάντοτε πάνω σε χερσαίους δρόμους, μεγάλους ή μικρούς, εντός ή εκτός των οικισμών. Πηγές για τις γνώσεις μας αποτελούν τα ίδια τα κτίσματα –ιδιαίτερα τα χρονολογημένα–, τα παλιά συμφωνητικά, τα αρχεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, τα περιηγητικά κείμενα και οι απεικονίσεις, οι παραδόσεις και οι θρύλοι που τα συνοδεύουν, καθώς και η λαϊκή οικοδομική ορολογία.

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, κοινωφελή έργα, όπως τα γεφύρια, χρηματοδοτούνται από κοινότητες (σημ. 19) ή πλούσιους κατοίκους της περιοχής. Σε πολλές περιπτώσεις τα έργα αυτά γίνονταν με αγγαρείες.


Στη βόρεια όχθη του Αράχθου, δίπλα στο γεφύρι της Άρτας σώζεται μέχρι σήμερα το μεγάλο πλατάνι του Αλή Πασά. Στη σκιά αυτού του δένδρου καθόταν ο Αλή Πασάς και παρατηρούσε να κρέμονται από τα κλαδιά του τα άψυχα κορμιά όσων είχε καταδικάσει στον «δι’ αγχόνης» θάνατο. Δίπλα στο γεφύρι (σημ. 20) υπάρχει επίσης ένα κομψό νεοκλασικό κτήριο του 1864, έργο Αυστριακού αρχιτέκτονα, που υπήρξε μεθοριακός σταθμός (Τελωνείο) (σημ. 21) των Τούρκων. Σήμερα το κτίριο αυτό είναι το Λαογραφικό Μουσείο της πόλης.

Έλληνες λόγιοι του 19ου αιώνα, που ασχολήθηκαν με την περιοχή της Ηπείρου (σημ. 22), όπως ο Αθανάσιος Σταγειρίτης, ο Παναγιώτης Αραβαντινός και ο Ιωάννης Λαμπρίδης, αναφέρονται στο γεφύρι της Άρτας. Ευρωπαίοι ταξιδιώτες, επίσης του 19ου αιώνα, που επισκέφθηκαν την Ήπειρο καταγράφουν στα περιηγητικά τους κείμενα τις εντυπώσεις τους από το γεφύρι της Άρτας. Ενδεικτικά αναφέρω τον Άγγλο λοχαγό William Martin Leake, τον ελληνομαθή γιατρό και πρόξενο της Γαλλίας F.C.H.L. Pouquevill), τον Άγγλο γιατρό Henry Holland, τον κλασικό φιλόλογο T. Smart Hughes και τον William Turner.

Τα παλιά λιθόκτιστα γεφύρια, κατασκευασμένα με ντόπια υλικά, εναρμονίζονται με το φυσικό τοπίο που τα περιβάλλει. Τα ’χτιζαν ντόπιοι ή πλανόδιοι οικοδόμοι, οργανωμένοι σε μπουλούκια. Ταξίδια μακράς διάρκειας επιχειρούσαν –κυρίως– οι Ηπειρώτες χτίστες (Κουδαραίοι) (σημ. 23), στην Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα, τη Ρουμανία, τη Μικρά Ασία, την Αίγυπτο και την Περσία.

Κουδαραίοι (Ηπειρώτες κτίστες)

Αυτοί οι πλανόδιοι (σημ. 24) λαϊκοί χτίστες αφομοίωσαν δημιουργικά στην οικοδομική τους τέχνη το «οθνείον και το ιθαγενές» στοιχείο, ακολουθώντας το πρότυπο με παραλλαγές, στο πλαίσιο μιας παράδοσης αποδεκτής από ολόκληρη την κοινωνία της εποχής

Τα έργα τους, χειροποίητα πέτρινα γεφύρια, όπως αυτό της Άρτας, καλοκτισμένα και στέρεα, διασώζουν τη μνήμη μιας άλλης εποχής, προστατευμένα από τις υπερφυσικές δυνάμεις των «στοιχειών» τους, που τα προφυλάσσουν από υπερεκχειλίσεις ποταμών (σημ. 25) και κινδύνους κατάρρευσης. 

Από την μελέτη της αρχαιολόγου Αφέντρας Γ. Μουτζάλη.



ΓΛΩΣΣΑΡΙ

αγάς (ο) τουρκ. ağa: τοπάρχης, διοικητικός αξιωματούχος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. 

καλντερίμι (το): τουρκ. kaldirim: λιθόστρωτος δρόμος, λιθόστρωτο οδόστρωμα. Ίσως πρόκειται για γλωσσικό αντιδάνειο, προερχόμενο από το μεσαιωνικό καλόδρομος. 

καπάσα (η): το πιθάρι. 

κιοπρουλήδες (οι): λαϊκοί τεχνίτες ειδικευμένοι στην κατασκευή πέτρινων παραδοσιακών γεφυριών. Από την τουρκική λέξη köprü, που σημαίνει γεφύρι. 

Κούδαρης είναι ο μάστορας και κούδας είναι ο χτίστης, στη μυστική γλώσσα των Κουδαραίων, Μακεδόνων και Ηπειρωτών μαστόρων, τα Κουδαρίτκα ή μαστόρκα.

Κουρμπάνι (το): Προέρχεται από το μεσαιωνικό τουρκ. Kurbân, που σημαίνει σφάγιον θυσίας σε μουσουλμανική γιορτή. Σφαχτό σε γάμο ή πανηγύρι ή πάνω στον ακρογωνιαίο λίθο της θεμελίωσης νεόδμητου κτίσματος. Φρ. Σφάζουν κουρμπάνι κόκορα, ή πρόβατο ή βόδι.

πασάς (ο): τουρκ. paşa: τίτλος αξιωματούχου της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που διοικεί ένα πασαλίκι (τουρκ. pasalik).

περαταριά (η): ξύλινη σχεδία με την οποία περνούσαν από τη μια στην άλλη όχθη μεγάλων ποταμών άνθρωποι και υποζύγια. Οδηγός της σχεδίας ήταν ο περαματάρης.

ποδαρικό (το): αρχ. πους, μεσν. ποδάριν. Κάτω μέρος σε κατακόρυφα στοιχεία (ορθοστάτες, στύλους, γεφύρια, παρειές σκαμμάτων).

πόρος (ο): πέρασμα μέσα από το νερό του ποταμού, στο σημείο με το μικρότερο βάθος. σιούτα (γίδα): χωρίς κέρατα. στοιχείωση ονόμαζαν οι Βυζαντινοί τη θεμελίωση οικοδομημάτων (κάστρων, υδραγωγείων, κρηνών, ναών, σπιτιών, χωριών ή και πόλεων ακόμη) με θυσία «ευγενικών ζώων» ή ανθρώπου.

υπερεκχειλιστές (οι): μικρά τοξωτά ανοίγματα στους τοίχους παλιών λιθόκτιστων γεφυριών, που ελαφρύνουν το βάρος τους και λειτουργούν ως ανακουφιστικές οπές, οι οποίες επιτρέπουν τη διέλευση από μέσα τους μεγάλων ποσοτήτων νερού σε περίπτωση πλημμύρας του ποταμού. 



ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 


Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

«Οἱ λύκοι», Κωστὴς Παλαμᾶς




Βοσκοί, στὴ μάντρα τῆς Πολιτείας οἱ λύκοι! Οἱ λύκοι! 
Στὰ ὅπλα, Ἀκρῖτες! Μακριὰ καὶ οἱ φαῦλοι καὶ οἱ περιττοί, 
καλαμαρᾶδες καὶ δημοκόποι καὶ μπολσεβίκοι, 
γιὰ λόγους ἄδειους ἢ γιὰ τοῦ ὀλέθρου τὰ ἔργα βαλτοί. 

Ἀπ᾿ τῆς μαυρίλας τῆς ἀραχνίλας τὴν ἀποθήκη 
σὲ σκονισμένα γυαλιὰ κλεισμένο, παλιὸ κρασί, 
τῶν ἑκατό σου χρονῶν ἀνοίγω τὸ ἀρχοντιλίκι 
στοῦ ἡλιοῦ τὸ φέγγος, τί σὲ προσμένουν οἱ δυνατοὶ 

ξανὰ σὰν πάντα καὶ γιὰ τὴ μάχη καὶ γιὰ τὴ νίκη 
νὰ τοὺς φτερώσεις τὸ πάτημά τους ὅπου πατεῖ. 
Σ᾿ ἐμὲ -κελλάρης λυράρης εἶμαι,- σ᾿ ἐμένα ἀνήκει 
νὰ τὸ κεράσω στὰ νέα ποτήρια τὸ ἀρχαῖο πιοτί. 

Βοσκοὶ καὶ σκύλοι, λῶβα καὶ ψώρα. Τ᾿ ἀρνιά; Μουζίκοι. 
Ὁ λαός; Ὄνομα. Σκλάβος πλέμπας δούλα κ᾿ ἡ ὀργή, 
Δίκη ἀπὸ πάνω θεία τῶν ἀστόχαστων καταδίκη 
καὶ λογαριάζει καὶ ξεπλερώνει ὅσο ἂν ἀργεῖ. 

Τραγουδημένη κλεφτουριά, Γένος, ἀρματολίκι, 
τὰ ξεγραμμένα καὶ τὰ τριμμένα ψέματα, ἀχνοί, 
Ἰδέα βυζάχτρα τῶν τετρακόσιων χρόνων, ἡ φρίκη 
τώρα, τὸ μάθημα τῶν Ἑλλήνων ὡς χτές, ἐσὺ 

τοῦ ραγιᾶ μάνα βιβλικό, πλάσμα ὀρφικό, Εὐρυδίκη, 
τοῦ πανελλήνιου μεγαλονείρου χρυσοπηγή, 
μᾶς τὸν καθρέφτιζες μέσ᾿ στῆς Πόλης τὸ βασιλίκι 
τὸν ξυπνημένο Μαρμαρωμένο, κυνηγητὴ 

τοῦ Ἰσλάμ. Ἡ Θρᾴκη προικιό του, ὢ δόξα! Καὶ ἀπανωπροίκι 
μιὰ Ἑλλάδα πάλε στὴν τουρκεμένην Ἀνατολή, 
τῆς Ἰωνίας γλυκοξημέρωμα.... Οἱ λύκοι! Οἱ λύκοι! 
 κ᾿ οἱ βοσκοὶ ἀνάξιοι, λύκοι καὶ οἱ σκύλοι κ᾿ οἱ ἀντρεῖοι δειλοί. 

Στῆς Πολιτείας τὴ μάντρα οἱ λύκοι! Παντοῦ εἶναι λύκοι! 
Ξανὰ στὰ Τάρταρα ἴσκιος, τοῦ ψάλτη λατρεία κ᾿ ἐσύ. 
Ψόφια ὅλη ἡ στάνη. Φέρτε νὰ πιοῦμε, κούφιο νταηλίκι, 
γιὰ τὸ ἀποκάρωμα ποὺ μᾶς πρέπει, κι ὅποιο κρασί. 


Τρίτη 17 Μαρτίου 2015

Η αρχαιολογία των Τζουμέρκων - Μέρος Β’




Βυζαντινοί χρόνοι - Νεότερη περίοδος 

Κατά τη διάρκεια της βυζαντινής περιόδου, η περιοχή των Τζουμέρκων, αρχικά, θα υπαχθεί διοικητικά στην επαρχία Παλαιάς Ηπείρου και αργότερα στο θέμα Νικοπόλεως, θα γνωρίσει αλλεπάλληλες βαρβαρικές επιδρομές, ίσως όχι με την ίδια ένταση όσο η υπόλοιπη, πιο εύκολα προσβάσιμη, Ήπειρος και κυρίως τα αστικά κέντρα της ύστερης αρχαιότητας, τις λεηλασίες, τη σλαβική κατάκτηση, την πρόσκαιρη βουλγαρική κατοχή, ενώ μετά το 1204 θα αποτελέσει τμήμα του Ανεξάρτητου Κράτους της Ηπείρου.

Πολιτικός χάρτης των Τζουμέρκων

Σε γενικές γραμμές, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η ιστορική της πορεία ενσωματώνεται και ταυτίζεται με την αντίστοιχη της υπόλοιπης Ηπείρου. Επειδή όμως η έρευνα βρίσκεται σε αρχικό ακόμη στάδιο, ενώ και τα ελάχιστα υπάρχοντα στοιχεία προσφέρουν περιορισμένες πληροφορίες, θα πρέπει να καταφύγουμε σε γενικεύσεις και υποθέσεις σχετικά με τη θέση και την πορεία της στο πλαίσιο της βυζαντινής αυτοκρατορίας. 

Πιο συγκεκριμένα, δεν υπάρχουν στοιχεία και μαρτυρίες για τον πληθυσμό και τις αυξομειώσεις του, τις θέσεις εγκατάστασης και τη μορφή τους, τις τυχόν πολεμικές επιχειρήσεις και γενικότερα την οικονομική, πολιτική και κοινωνική οργάνωση. Ωστόσο, ο χώρος της αρχαίας Αθαμανίας μπορεί να χαρακτηριστεί ως στρατηγικής σημασίας πέρασμα, το οποίο ένωνε την Ήπειρο με τη Θεσσαλία και ήλεγχε τμήμα του χερσαίου οδικού δικτύου. Η σημασία του αυτή είχε γίνει αντιληπτή ήδη από την κλασική αρχαιότητα, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι αποτέλεσε συχνά αντικείμενο διεκδίκησης ανάμεσα σε διάφορα φύλα (σημ. 1)

Δεδομένου ότι οι ανάγκες επαφής και επικοινωνίας της Ηπείρου με τις όμορες περιοχές δεν μεταβλήθηκαν ουσιαστικά στο πλαίσιο της βυζαντινής αυτοκρατορίας, φαντάζει λογική η υπόθεση ότι η ίδια περιοχή εξακολούθησε να διατηρεί την εξέχουσα θέση που της εξασφάλιζε η γεωγραφία της. Λειτουργούσε επομένως ως μία από τις κύριες διόδους προς τη Θεσσαλία, με την οποία η Ήπειρος είχε ιδιαίτερες σχέσεις και παράλληλη ιστορική πορεία. 

Άποψη των Αθαμανικών ορέων

Η σημασία των απόκρημνων Αθαμανικών ορέων αυξήθηκε την περίοδο του «Δεσποτάτου της Ηπείρου», καθώς η περιοχή δεν απέχει ιδιαίτερα από την πρωτεύουσα Άρτα, ενώ, επιπλέον, από αυτή διερχόταν και η κυριότερη οδική αρτηρία που ένωνε απευθείας την Άρτα με τα Τρίκαλα και την Ήπειρο με τη Θεσσαλία. Έτσι λοιπόν, η ορεινή και απομονωμένη οροσειρά αλλά και πέρασμα στρατηγικού χαρακτήρα βρίσκεται την εποχή του Ανεξάρτητου Κράτους της Ηπείρου να πλαισιώνει την πρωτεύουσά του και να διασφαλίζει τμήμα της χερσαίας επικοινωνίας της. Η εξέχουσα θέση της δεν αποτελεί πλέον υπόθεση. Αντίθετα, αποδεικνύεται από την ίδρυση στην περιοχή της Κόκκινης Εκκλησιάς Βουργαρελίου και την πλαισίωσή της από την αντίστοιχη Πόρτα Παναγιά στην Πύλη Τρικάλων (σημ. 2). Τα δύο μνημεία δηλαδή είναι τοποθετημένα κοντά στις δυο αφετηρίες της οδικής αρτηρίας, την οποία και ορίζουν. 

Επιπρόσθετες πληροφορίες για την ίδια περίοδο αντλούνται και από δύο πολύ σημαντικές ιστορικές μαρτυρίες, οι οποίες ωστόσο δεν κατέστη ακόμη δυνατό να αποδοθούν με πλήρη βεβαιότητα στην περιοχή των Τζουμέρκων (σημ. 3). Πιο συγκεκριμένα, στο βιβλιογραφικό σημείωμα του κώδικα Cromwell 11 του 1225 (σημ. 4), ενός από τα Ηπειρωτικά χειρόγραφα, ο γραφέας του, αναγνώστης Μιχαήλ Παπαδόπουλος, διασώζει, ανάμεσα σε άλλες πληροφορίες, ότι ο ίδιος ήταν υιός του ιερέως Γεωργίου, καταγόμενος από το θέμα των Ιωαννίνων και κάτοικος στο δρόγγο Τζεμερνίκου. Αντίστοιχα στο χρυσόβουλο (σημ. 5) του Αυτοκράτορα Ανδρονίκου Παλαιολόγου του 1321, με το οποίο παραχωρήθηκαν προνόμια στη νεοσυσταθείσα μητρόπολη όπως και στην πόλη των Ιωαννίνων, η ενορία Τζεμερνίκου συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πέντε ενορίες του θέματος των Ιωαννίνων. Από τις δυο προαναφερθείσες πηγές, αποδεικνύεται η κατοίκηση της περιοχής κατά την υστεροβυζαντινή εποχή. Επιπλέον, αποκαλύπτεται η διοικητική της διαίρεση, καθώς ο όρος δρόγγος (σημ. 6) χαρακτηρίζει την ορεινή διοίκηση σε ποικίλες μεσαιωνικές πηγές. Αλλά και η αντίστοιχη εκκλησιαστική, καθώς αποτελούσε ενορία του θέματος Ιωαννίνων, υπαγόμενη στην ομώνυμη Μητρόπολη. Τα παραπάνω στοιχεία, σε συνδυασμό με την παραγωγή χειρογράφων, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι κατά την περίοδο του Ανεξάρτητου Κράτους της Ηπείρου, η περιοχή όχι μόνο κατοικούνταν ή θεωρούνταν στρατηγικής σημασίας λόγω της καίριας γεωγραφικής της θέσης, αλλά ήταν πλήρως ενταγμένη στη δομή και τη διοίκηση τόσο του κράτους όσο και της εκκλησίας, διάγοντας μάλιστα και μια εποχή γενικότερης ακμής. 

Στα τέλη του 15ου αι. ξεκινά για την περιοχή η μακραίωνη οθωμανική κυριαρχία, με την απόκτηση μάλιστα και σημαντικών προνομίων. Πιο συγκεκριμένα, μετά τη συνθηκολόγηση των Ιωαννίνων το 1430 και την αναίμακτη παράδοση της Άρτας το 1449 (σημ. 7), οι Οθωμανοί, εκτιμώντας την καίρια γεωγραφική θέση και τη μεγάλη σημασία της, επιδίωξαν να την υποτάξουν, προκειμένου να εδραιώσουν την κυριαρχία τους στην ευρύτερη επικράτεια και να αποφύγουν τυχόν επαναστατικά κινήματα, τα οποία θα μπορούσε να υποθάλψει εξαιτίας της ορεινής και δυσπρόσιτης γεωμορφολογίας της. Ωστόσο οι κάτοικοί της, όπως και σε άλλα τμήματα της Ηπειρωτικής υπαίθρου, π.χ. στο Ανατολικό Ζαγόρι και σε τμήματα της περιοχής του Μαλακασίου, δεν υποτάχτηκαν αμέσως αλλά εξακολούθησαν να αντιστέκονται. Τελικά, το 1478 θα αναγκαστούν να συνθηκολογήσουν, επιτυγχάνοντας όμως προνομιακό καθεστώς ημιανεξαρτησίας και αυτοδιοικήσεως με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους (σημ. 8). Επιπλέον, ορισμένα χωριά, π.χ. Καλαρρύτες, Συρράκο, τέθηκαν υπό την προστασία της βασιλομήτορος Βαλιδέ Σουλτάνας εξαιτίας της στρατηγικής τους θέσης (σημ. 9), καθώς ήλεγχαν τα περάσματα της Πίνδου. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα την ιδιαίτερη μεταχείρισή τους. Έτσι, τα Τζουμέρκα δεν θα γνωρίσουν τις αυθαιρεσίες και τις βιαιότητες του Οθωμανού κατακτητή, όπως άλλες Ηπειρωτικές περιοχές (σημ. 10). Αντίθετα, και εξαιτίας της σχετικής αυτονομίας που απολάμβαναν, θα αποτελέσουν καταφύγιο για πολλούς δοκιμαζόμενους Έλληνες, που εγκατέλειπαν τις εστίες τους στις πεδινές θέσεις και επιδίωκαν την εγκατάστασή τους σε ορεινές και δυσπρόσιτες περιοχές. 

Συρράκο Ιωαννίνων
 
Ως άμεση συνέπεια της κομβικής θέσης της συγκεκριμένης περιοχής, της στρατηγικής σημασίας της αλλά και του πρωταγωνιστικού ρόλου που διαδραμάτισε κατά την ιστορική περίοδο πριν από τη ρωμαϊκή κατάκτηση, θεωρούνται οι ποικίλες αναφορές σε κείμενα της βυζαντινής γραμματείας. 

Συνολικά, οι όροι Αθαμανία και Αθαμάνες εντοπίζονται στη βυζαντινή γραμματεία (σημ. 11) από τον 5ο μ.Χ. αι. έως και το 12ο μ.Χ. αι., με μια διακοπή κατά τον 4ο, τον 7ο, τον 8ο και τον 11ο αιώνα. Εκτός από το μεγάλο χρονικό εύρος, αξιοσημείωτη είναι η ποικιλία των έργων που περιλαμβάνουν σχετικές αναφορές και πληροφορίες. Πρόκειται για έργα: ιστορικά, γεωγραφικά, περιηγητικά, φιλοσοφικά, φιλολογικά, καθώς και για τα σπουδαιότερα βυζαντινά λεξικά. Επιπρόσθετα, πολύτιμα είναι τα αντλούμενα στοιχεία για τις θέσεις εγκατάστασης του φύλου των αρχαίων Αθαμάνων, τη γειτνίασή τους με άλλα φύλα, τις σχέσεις τους με τις όμορες επικράτειες, την ιστορία και τη σημασία της περιοχής. Βέβαια, οι αναφορές συχνά επαναλαμβάνονται αυτούσιες από συγγραφέα σε συγγραφέα. 

Συμπερασματικά, η μελέτη των πηγών επιβεβαιώνει την εγκατάσταση των αρχαίων Αθαμάνων σε τμήματα της περιοχής των σημερινών Τζουμέρκων αλλά και τη γειτνίασή τους με άλλα Ηπειρωτικά και Θεσσαλικά φύλα. Συντελεί στη σκιαγράφηση της ιστορικής πορείας της περιοχής συνολικά κατά την κλασική αρχαιότητα. Προσφέρει πολύτιμα στοιχεία για τον πολιτισμό της, διασώζοντας επιπρόσθετα και ορισμένες παραδόσεις. Και τέλος αποδεικνύει τη σημασία της και τη στρατηγική της θέση, καθώς αποτέλεσε κομβικό σημείο για τα όμορα φύλα, η οποία μάλιστα διατηρήθηκε τόσο κατά την περίοδο της ρωμαιοκρατίας όσο και στο πλαίσιο της βυζαντινής αυτοκρατορίας. 

Γενικά, η ορεινή και άγονη περιοχή των Τζουμέρκων έχει διανύσει μια μακραίωνη ιστορική πορεία. Αδιάψευστοι μάρτυρές της στέκουν τα μνημεία των διαφορετικών περιόδων, όπως και τα ποικίλα ευρήματα. Ωστόσο, η πλειονότητα των αρχαίων μνημείων και σχεδόν το σύνολο των ευρημάτων παραμένουν θαμμένα κάτω από την πυκνή βλάστηση, άγνωστα και ανεξερεύνητα. Αλλά και τα ευκολότερα προσβάσιμα μεταβυζαντινά και νεότερα μνημεία δεν έχουν μελετηθεί, αναδειχθεί και αξιοποιηθεί επαρκώς, με ορισμένες εξαιρέσεις. 

Το μοναδικό γνωστό έως τώρα σωζόμενο βυζαντινό μνημείο των Τζουμέρκων και ένα από τα ελάχιστα στοιχεία που μαρτυρούν την κατοίκηση και τη σημασία τους κατά τη μεσαιωνική περίοδο είναι η Παναγία Βελλά ή Κόκκινη Εκκλησιά. Πρόκειται για το καθολικό μονής, εκτός από το οποίο δεν έχει σωθεί το παραμικρό από τα κελιά ή τα προσκτίσματά της. Βρίσκεται στο συνοικισμό Παλαιοχώρι, 3 χλμ. νότια του Βουργαρελίου (σημ. 12) και ακριβώς δίπλα στην οδική αρτηρία που ένωνε κατά την περίοδο του «Δεσποτάτου» την Άρτα με τα Τρίκαλα και την Ήπειρο με τη Θεσσαλία (σημ. 13). Ο ναός είναι αφιερωμένος στο Γενέσιο της Θεοτόκου (σημ. 14). Ωστόσο, είναι περισσότερο γνωστός ως Κόκκινη Εκκλησιά, εξαιτίας του πλήθους των πλίνθων που διακοσμούν τους εξωτερικούς του τοίχους. Αναφέρεται επίσης, κυρίως από τους λόγιους, ως Παναγία Βελλάς, καθώς για κάποιο διάστημα αποτέλεσε μετόχι της ομώνυμης μονής, αλλά και ως «Βασιλομονάστηρο», προσωνυμία που αποδίδει την αρχική του λειτουργία ως καθολικού μονής, τη σημασία του και τη σχέση του με τον οίκο των δεσποτών της Ηπείρου. 

Αναφορικά με την ιστορική του πορεία, τα ελάχιστα σωζόμενα στοιχεία καθιστούν δυσχερή τη σκιαγράφησή της. Ωστόσο, το έτος ίδρυσης και ιστόρησης μπορούμε να το προσεγγίσουμε με αρκετή ακρίβεια χάρη στην αποσπασματικά σωζόμενη κτητορική επιγραφή (σημ. 15) του καθολικού επάνω από τη δυτική είσοδο του κυρίως ναού. Από το κείμενό της, πληροφορούμαστε ότι η τοιχογράφηση του ναού πραγματοποιήθηκε κατά τη θ΄ Ινδικτιώνα της βασιλείας του Νικηφόρου Α΄ και της συζύγου του Άννας Παλαιολογίνας. Παράλληλα στην ανατολική πλευρά του νάρθηκα, σώζεται η τοιχογραφία των δωρητών του ναού (σημ. 16). Βέβαια, για την ακριβή χρονολογία ανέγερσης και τοιχογράφησης του καθολικού έχουν προταθεί αρκετές απόψεις, ανάλογα με την ανάγνωση της επιγραφής και το συνδυασμό των στοιχείων. Οπωσδήποτε, η ανέγερση και ιστόρηση του καθολικού τοποθετούνται στα τέλη του 13ου αι. (σημ. 17). Η μονή ιδρύθηκε επάνω στη στρατηγικής σημασίας οδική αρτηρία, αρκετά μακριά από την πρωτεύουσα Άρτα, και θεωρείται ως το πιο απομακρυσμένο από το σύνολο των μνημείων της. Πρέπει να γνώρισε την ύψιστη ακμή της κατά την περίοδο του Ανεξάρτητου Κράτους της Ηπείρου. Σε κάποια χρονική περίοδο, άγνωστο πότε και ενώ είχε περιπέσει σε παρακμή, υπήχθη ως μετόχι στην Ι.Μ. Βελλάς. Ωστόσο, απροσδιόριστοι παραμένουν τόσο οι λόγοι της παρακμής και εγκατάλειψής της όσο και το χρονικό διάστημα που διετέλεσε μετόχι της Ι.Μ. Βελλάς. Μετά την ίδρυση της Ι.Μ. Αγ. Γεωργίου στο Βουργαρέλι, στα μέσα του 17ου αι., η Κόκκινη Εκκλησιά θα προσαρτηθεί σε αυτή και θα παραμείνει μετόχι της έως τις αρχές του 20ού αι. Στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι., εμφανίζεται ερειπωμένη και εγκαταλελειμμένη. Το 1927 θα δημοσιευθεί από τον Α. Ορλάνδο. Τη δεκαετία του 1950 θα κηρυχθεί διατηρητέο μνημείο. Το 1967 θα υποστεί αρκετές ζημιές από το σεισμό που έπληξε την περιοχή. Έκτοτε, θα ξεκινήσουν από τον Α. Ορλάνδο εκτεταμένες αναστηλωτικές εργασίες, οι οποίες, με μικρές διακοπές, θα συνεχιστούν. Σήμερα, το μνημείο ανασκάπτεται, συντηρείται και αναστηλώνεται συστηματικά από την αρμόδια Εφορεία Αρχαιοτήτων, ενώ έχει τύχει και σημαντικής προσοχής μέσω άρθρων, δημοσιεύσεων και μελετών έγκριτων ερευνητών και επιστημόνων. 

Αρχιτεκτονικά, η Κόκκινη Εκκλησιά ανήκει στη σχολή που αναπτύχθηκε στη ΒΔ Ελλάδα, στο πλαίσιο του Ανεξάρτητου Κράτους της Ηπείρου, και είναι γνωστή στην έρευνα ως «Σχολή του Δεσποτάτου» (σημ. 18). Θεωρείται ως ένα από τα σημαντικά και χαρακτηριστικά μνημεία της. Έχει κτιστεί στον τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου δίστυλου ναού (σημ. 19). Πρόκειται για ένα σχεδόν ορθογώνιο κτίριο (σημ. 20), διαστάσεων 16×9,15 μ., με τρίπλευρη αψίδα στα ανατολικά και ορθογώνιο νάρθηκα στα δυτικά. Η τοιχοποιία (σημ. 21) του καθολικού είναι πλινθοπερίκλειστη. Αξιοσημείωτος για τον πλούτο του θεματολογίου του, την ποικιλία ως προς την τοποθέτηση των θεμάτων και τη συχνότητα εμφάνισής του είναι ο κεραμοπλαστικός της διάκοσμος (σημ. 22). Εκτός όμως από την αρχιτεκτονική του καθολικού, εξίσου σημαντικά είναι και τα ευρήματα στο εσωτερικό του ναού. Πρόκειται για τα σωζόμενα τμήματα του αρχικού γύψινου τέμπλου αλλά και σπαράγματα του τοιχογραφικού του διακόσμου (σημ. 23)

Καθ’ όλη τη διάρκεια των δύσκολων χρόνων της μακραίωνης οθωμανικής κυριαρχίας, οι Τζουμερκιώτες διακατέχονταν από ένα βαθύ θρησκευτικό αίσθημα και αντιμετώπιζαν τις δυσχέρειες, τόσο του ορεινού και άγονου τόπου τους όσο και εκείνες που προέρχονταν από τους κατακτητές, πρωτίστως με γνώμονα τον Θεό. Η βαθιά τους πίστη είχε ως αποτέλεσμα την ανέγερση πληθώρας μονών και ναών εντός των χωριών αλλά και σε σημεία απόμερα, επάνω στις ράχες των ορεινών όγκων. Επιπλέον, η απομόνωση, εξαιτίας της γεωγραφικής τους θέσης και η σχετική αυτονομία που τους είχε παραχωρηθεί από τους Οθωμανούς ευνόησαν την ανοικοδόμηση εκκλησιαστικών μνημείων. Τα περισσότερα από τα μοναστήρια, εκτός από θρησκευτικά ιδρύματα, λειτούργησαν και ως χώροι φιλοξενίας περαστικών, περίθαλψης ασθενών, καταφύγια κατατρεγμένων ή κυνηγημένων, αλλά κυρίως ως πνευματικά ιδρύματα, τα οποία διατήρησαν και διέδωσαν τη γλώσσα, τα ήθη, τα έθιμα, τις παραδόσεις και, κυρίως, ρίζωσαν την ιδέα της επανάστασης και της απελευθέρωσης στις καρδιές των απλών κατοίκων στα σκοτεινά χρόνια της δουλείας. Δυστυχώς, τα σωζόμενα μνημεία χρονολογούνται από τον 17ο αι. και έπειτα, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Το γεγονός αυτό μπορεί να δικαιολογηθεί, αν λάβουμε υπόψη την ταραγμένη ιστορία του τόπου με τις αλλεπάλληλες πυρπολήσεις των χωριών και την ανακατασκευή ή μεταφορά τους. Ωστόσο και πάλι ο αριθμός τους είναι σημαντικός, αναλογικά με τα δεδομένα της περιοχής. 


Τα μεταβυζαντινά εκκλησιαστικά μνημεία αντικατοπτρίζουν ορισμένες πτυχές από το βίο και τον πολιτισμό των κατοίκων των Τζουμέρκων. Ωστόσο, ένας μεγάλος αριθμός ποικίλων οικοδομημάτων (π.χ. νεροτριβές, μαντάνια, νερόμυλοι, γεφύρια, ιδιωτικές οικίες, σχολεία, ακόμη και ολόκληροι οικισμοί κ.ά.) συντελεί στην ανασύσταση της καθημερινής ζωής και του λαϊκού πολιτισμού των Τζουμερκιωτών στα δύσκολα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας και έως τη σύγχρονη εποχή. 

Για την ανάδειξη και την αξιοποίηση των αρχαίων μνημείων των Τζουμέρκων, θα πρέπει καταρχάς να γίνει συστηματική αποψίλωση και καθαρισμός από τη βλάστηση, που σήμερα τα καλύπτει στο μεγαλύτερο μέρος τους. Το δεύτερο βήμα, για το σύνολο των μνημείων, θα είναι ο ευπρεπισμός του περιβάλλοντος χώρου και η εξασφάλιση πρόσβασης σε αυτά. Για την προστασία τους, ακολουθεί η τοπογραφική τους αποτύπωση και η οριοθέτησή τους με γεωγραφικές συντεταγμένες, ώστε να μπορούν να κηρυχθούν ως αρχαιολογικοί χώροι από τις αρμόδιες Υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού ή ώστε να εμπλουτιστούν οι φάκελοι των ήδη κηρυγμένων, όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο. Για την πληρέστερη τεκμηρίωσή τους, μπορούν να πραγματοποιηθούν ανασκαφικές τομές σε συγκεκριμένα σημεία, οι οποίες θα δώσουν στοιχεία και για τη χρονολόγησή τους, ενώ απαραίτητη κρίνεται και η πλήρης φωτογραφική τεκμηρίωση. Εξίσου σημαντική είναι η σήμανσή τους με πινακίδες που θα οδηγούν τον επισκέπτη αλλά και η επί τόπου τοποθέτηση ενημερωτικής πινακίδας με πληροφορίες για την ιστορία και την αρχιτεκτονική τους. Χρήσιμη θεωρείται και η δημιουργία σημείων στάσης με παγκάκια, κατά προτίμηση σε χώρο με σκίαση, η τοποθέτηση κάδων απορριμμάτων και ο ηλεκτροφωτισμός. Τέλος και προκειμένου ο επισκέπτης να έχει μία συνολική πληροφόρηση για τα μνημεία που μπορεί να επισκεφτεί στην περιοχή των Τζουμέρκων, θα μπορούσε να εκδοθεί ένας πολιτιστικός χάρτης με σημειωμένα τα μνημεία και συνοπτικές πληροφορίες για το κάθε ένα, ενώ αντίστοιχα να δημιουργηθεί και μια σχετική ιστοσελίδα. 

Προτεραιότητα θα πρέπει να δοθεί στα αρχαία μνημεία που σώζονται σε καλύτερη κατάσταση. Ενδεικτικά αναφέρονται: η ακρόπολη στα Γουριανά, το τείχος στη θέση «Τσούκα» του Παλαιοκάτουνου, το τείχος στην Ανεμορράχη, τα λείψανα του οικισμού στα Πράμαντα, η ακρόπολη στη θέση «Σιρούνο» μεταξύ Χουλιαράδων και Βαπτιστής. Επίσης, το σύνολο των οχυρωματικών έργων (περιβόλων, ακροπόλεων), όπου επάνω από τα θεμέλια ή τα τείχη της κλασικής αρχαιότητας είναι πιθανό να αποκαλυφθούν και βυζαντινές επισκευές ή προσθήκες, και εν κατακλείδι όλες οι γνωστές θέσεις με αρχαία λείψανα.

Ι.Μ.Γενεθλίου της Θεοτόκου ή Μουχουστίου

Σε ό,τι αφορά την ανεύρεση τυχόν άλλων βυζαντινών μνημείων, θέσεις που χρήζουν άμεσης έρευνας είναι: 

- H ευρύτερη περιοχή του Βουργαρελίου με σκοπό την αποκάλυψη τυχόν λειψάνων οικισμού που θα πλαισίωνε το συγκρότημα της Κόκκινης Εκκλησιάς. 

- Eκκλησιαστικά μνημεία τα οποία έχουν ανακαινιστεί κατά τους πρώτους αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας και πιθανώς να αντικατέστησαν αντίστοιχα βυζαντινά, π.χ. η Ι.Μ. Γενεθλίου της Θεοτόκου ή Μουχουστίου, η Ι.Μ. Γεννήσεως της Θεοτόκου ή Χρυσοσπηλιώτισσα ή Σπηλιώτισσα, η Ι.Μ. Κοιμήσεως της Θεοτόκου ή Σέλτσου. 

- Η περιοχή κοντά στον Ι.Ν. του προφήτη Ηλία στο Κάτω Γραικικό, όπου, κατά τη δεκαετία του ’50, ο καθηγητής Σ. Δάκαρης ανέσκαψε βυζαντινούς τάφους. 

- Οι τέως κοινότητες Συρράκου και Καλαρρυτών, οι οποίες, μετά την οθωμανική κατάκτηση, έλαβαν σημαντικά προνόμια, ένδειξη ότι στις συγκεκριμένες θέσεις προϋπήρχαν ακμαίοι και σημαντικοί οικισμοί. 

- Eκκλησιαστικά μνημεία θεμελιωμένα επάνω σε προγενέστερα κτίρια. 

- Eκκλησιαστικά μνημεία τα οποία, σύμφωνα με την εγχώρια παράδοση, ιδρύθηκαν κατά τη βυζαντινή περίοδο π.χ. Ι.Ν. Υπαπαντής Λεπιανών, Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Καλαρρυτών, Ι.Μ. Κοιμήσεως της Θεοτόκου ή Κηπίνας, Ι.Μ. Ευαγγελισμού της Θεοτόκου ή Βύλιζας, Ι.Μ. Αγίου Βλασίου στο Προσήλιο κ.ά. 

Ι.Μ. Κοιμήσεως της Θεοτόκου ή Κηπίνας

Επιπρόσθετα, εξαιρετικά χρήσιμη για την έρευνα είναι η περισυλλογή πληροφοριών από τον εγχώριο πληθυσμό, όπως και η συγκέντρωση γραπτών μαρτυριών από ιστοριοδίφες, εγχωρίων παραδόσεων αλλά και της τοπικής βιβλιογραφίας, σχετικά με θέσεις όπου έχουν εντοπιστεί παλαιότερα λείψανα οχυρώσεων, αρχαίοι τοίχοι, τάφοι, κεραμίδια και όστρακα, καθώς είναι πολύ πιθανό, εκτός από τις εντοπισμένες και καταγεγραμμένες θέσεις, να υπάρχουν και άλλες με αρχαία ή βυζαντινά λείψανα. 

Ωστόσο, οποιαδήποτε επέμβαση για την αποκάλυψη, την ανάδειξη και την αξιοποίηση τόσο των αρχαίων όσο και των βυζαντινών και μεταβυζαντινών μνημείων των Τζουμέρκων θα πρέπει να πραγματοποιηθεί με σεβασμό στην ιδιαίτερη φυσιογνωμία τους και με γνώμονα τη διατήρηση του χαρακτήρα τόσο του ίδιου του μνημείου όσο και του περιβάλλοντος χώρου του. Ακριβώς εξαιτίας του προαναφερθέντος λόγου, οι επεμβάσεις θα πρέπει να υλοποιούνται πάντοτε σε συνεργασία με τις αρμόδιες Υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού και με βάση εγκεκριμένες μελέτες που θα έχουν εκπονηθεί από ειδικούς. 

Η διαδρομή από τη σύνταξη της παρούσας μελέτης έως τη διενέργεια αρχαιολογικών ερευνών και επεμβάσεων στα μνημεία των Τζουμέρκων φαντάζει και είναι στην πραγματικότητα μακρά και δυσχερής. Επιπλέον, η αποκλειστική ευθύνη βαρύνει τις αρμόδιες Εφορείες Αρχαιοτήτων. Ωστόσο, εξακολουθεί να υπάρχει ένα ευρύ πεδίο δράσης, στο οποίο μπορούν να κινηθούν οι κάτοικοι και οι πολιτιστικοί φορείς της περιοχής αλλά και κάθε ενδιαφερόμενος. 

Επιπλέον και μόνο η εκπόνηση της παρούσας μελέτης, με τη συγκέντρωση των σημαντικότερων στοιχείων και της κυριότερης βιβλιογραφίας αναφορικά με την αρχαία Αθαμανία και το βυζαντινό Τζεμέρνικο, μπορεί να αποτελέσει αφετηρία για τις επόμενες επιστημονικές προσπάθειες, γενικές και εξειδικευμένες, ενώ συντελεί καταλυτικά και στην παρουσίαση τόσο της ιστορίας όσο και των μνημείων της περιοχής. 

Κωνσταντίνα Ζήδρου Αρχαιολόγος, 
Υπ. Διδάκτωρ Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ