Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Απριλίου 2017

Διονύσιος Σολωμός (1798-1857) - Ὁ ἐθνικὸς ποιητὴς τῆς Ἑλλάδος.




Ὁ Ζακυνθηνὸς ποιητής, σὲ ὅλο τὸ ἔργο του, ἐκήρυξε μὲ ἱερὴ ἐμμονὴ τὶς ἀθάνατες ἀξίες τῆς ζωῆς: Δικαιοσύνη, Ἐλευθερία, Ἀλήθεια, Πίστη, Ἀγάπη, Χρέος. 

Γεννήθηκε στὴ Ζάκυνθο σάν σήμερα τὸ 1798. Κεντρικὸ πρόσωπο τῆς Ἑπτανησιακῆς σχολῆς, ὁ Διονύσιος Σολωμὸς ὁρίστηκε ἐθνικὸς ποιητὴς τῆς Ἑλλάδος ὄχι μόνον γιατί ἔγραψε τὸν Ἐθνικὸ Ὕμνο, ἀλλὰ καὶ γιατί ἐπηρέασε σὲ μεγάλο βαθμὸ τὸν νεοελληνικὸ ποιητικὸ λόγο. 

Ζῶν ὁ ποιητὴς δημοσίευσε μόνον ἕνα μικρὸ μέρος τοῦ ἔργου του. Ἡ ποιητικὴ φήμη του ὀφειλόταν κυρίως στὸ νεανικό του ἔργο «Ὁ Ὕμνος πρὸς τὴν Ἐλευθερίαν». Τὰ περισσότερα καὶ καλύτερα ποιήματά του, ἰδίως ἐκεῖνα ποὺ ἀνήκουν στὸ ὥριμο ἔργο του ἔμειναν ἀνέκδοτα, ἀνολοκλήρωτα καὶ ἀκατάστατα γραμμένα στὰ αὐτόγραφα τετράδια του ἢ σὲ σκόρπια φύλλα.

 ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~ 

Ηχητικό απόσπαμα: Carmen Seculare [απόσπασμα] (ανάγνωση: 588 Kb - 01:11) 
(διαβάζει: Λάγιος Ηλίας, Aνέκδοτη ηχογράφηση, 2000)

Κυριακή 24 Απριλίου 2016

Ο θάνατος του Διάκου



Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα, 
καν ο Καλύβας έρχεται, καν ο Λεβεντογιάννης. 
-Ουδ’ ο Καλύβας έρχεται, ουδ’ ο Λεβεντογιάννης, 
Ομέρ-Βρυώνης πλάκωσε με δεκοχτώ χιλιάδες. 
Ο Διάκος σαν τ’αγρίκησε, πολύ του κακοφάνη, 
ψιλή φωνή ν’ εσήκωσε, τον πρώτο του φωνάζει: 
- Το στράτευμά μου (1) σύναξε, μάσε τα παληκάρια, 
δωσ’ τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις φούχτες 
γλήγορα και να πιάσωμε (2) κάτω στην Αλαμάνα, 
όπου ταμπούρια δυνατά έχει (3) και μετερίζια. 
Επήραν τ’ αλαφρά (4) σπαθιά και τα βαριά τουφέκια, 
στην Αλαμάναν’ έφτασαν κι’ έπιασαν τα ταμπούρια. 
-Καρδιά, παιδιά μου, φώναξε (5), παιδιά μη φοβηθήτε, 
ανδρεία (6) ωσάν Έλληνες, ωσάν Γραικοί σταθήτε! 
Εκείνοι εφοβήθηκαν (7) κι’ εσκόρπισαν στους λόγγους. 
Έμειν’ ο Διάκος στη φωτιά (8) με δεκοχτώ λεβέντες, 
τρεις ώρες επολέμαε με δεκοχτώ χιλιάδες. 
Σκίστηκε το τουφέκι του κι’ εγίνηκε κομμάτια, 
και το σπαθί του έσυρε και στη φωτιά ν’ εμπήκε, 
έκοψε Τούρκους άπειρους κι’ εφτά μπουλουκμπασάδες. 
Πλην το σπαθί του έσπασε ν’απάν’ από τη χούφτα (9) 
κι’ έπεσ’ ο Διάκος ζωντανός εις των εχθρών τα χέρια. 
Χίλιοι τον πήραν απ’ εμπρός και δυο χιλιάδες πίσω. 
Κι’ [ο] Ομέρ Βριώνης μυστικά στο δρόμο τον ερώτα: 
- Γένεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστη σου ν’ αλλάξης, 
να προσκυνάς εις το τζαμί, την εκκλησιά ν’ αφήσης, 
Κι’ εκείνος τ’ απεκρίθηκε και με θυμό του λέει: 
-Πάτε κι’ εσείς και’ η πίστη σας, μουρτάτες να χαθήτε, 
εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θελ’ απεθάνω. (10) 
Αν θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες, 
μόνο πέντ’ έξι ημερών (11) ζωή να μου χαρίστε, 
όσο να φτάσ’ ο Οδυσσεύς και ο Θανάσης Βάγιας. 
Σαν τ’ άκουσ’ ο Χαλίλμπεης με δάκρυα φωνάζει: 
-Χίλια πουγγιά σας δίνω ’γω κι’ ακόμα πεντακόσια, 
το Διάκο να χαλάσετε, το φοβερό τον κλέφτη, 
ότι (12) θα σβήση την Τουρκιά και όλο το Δοβλέτι. (13) 
Το Διάκο τον επήρανε και στο σουβλί τον βάλαν, 
Ολόρθο τον εστήσανε, κι’ αυτός χαμογελούσε. 
Την πίστη τους τους έβριζε, τους έλεγε μουρτάτες. 
- Εμέν’ αν εσουβλίσετε (14), ένας Γραικός εχάθη, 
ας είν’ καλά ο Οδυσσεύς κι’ ο καπιτάν Νικήτας, 
αυτοί θα κάψουν την Τουρκιά κι’ όλο σας το Δοβλέτι. 



Δημήτριος Σ. Λουκᾶτος - Τὰ Πρῶτα Τραγουδήματα τοῦ Εἰκοσιένα 
(Κείμενα ἀπὸ τὸν Φλωριέλ) 
 Ἀπὸ περ. ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, Ἀφιέρωμα στὸ ’21, 
Δεκέμβριος 1970, Νο 1043 σσ. 246-59


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

1. Ο Πολίτης (Εκλογαί 11) διορθώνει σωστά: «τον ταϊφά μου». 
2. Θα ήταν δημοτικότερα: «Ογλήγορα να πιάσωμε». 
3. Ίσως: «Πο ’χει ταμπούρια δυνατά, έχει και μ». 
4. αλαφριά 
5. Ίσως: «Κάντε καρδιά, τους φώναξε». 
6. ανδρείοι ωσάν Ε. (Η έκφραση συνηθιζόταν στις προκηρύξεις). 
7. εφοβήθηκανε, 
8. ή: μονάχος, 
9. Λέγεται και φούχτα και χούφτα, 
10. Απ’ αυτό και «θε να πεθάνω», 
11. Ίσως ήταν: «μόνο τριώ μερών ζωή, θέλω να μου χαρίστε» (ή: μονάχα πεντ–έξι μερών»), 
12. γιατί… 
13. Θα πήγαινε κι’ εδώ (όπως και στον στίχ. 42): κι’ όλο σας το Δεβλέτι (ή Δοβλέτι), 
14. Άλλοι διορθώνουν: κι’ αν με σουβλίσετε.



Σάββατο 9 Απριλίου 2016

Τοῦ Ὀλύμπου



                       
Τό τραγοῦδι τοῦ Ὀλύμπου εἶναι ἀναμφισβητήτως ἕνα ἐκ τῶν ὡραιοτέρων τῆς ποιήσεως. Ἴσως μάλιστα, ἐξ ὅλων τῶν κλέφτικων τραγουδιῶν, εἶναι ἐκεῖνο, εἰς τοῦ ὁποίου τήν σύνθεσιν καί τάς λεπτομερείας εὑρίσκομεν εἰς μεγαλύτερον βαθμόν τήν πρωτόγονον τόλμην τῆς επινοήσεως, τήν τραχεῖαν ὁρμήν τῆς φαντασίας καί τήν αποτελεσματικήν ἁπλότητα τῆς ἐκφράσεως, τά ὁποῖα κυρίως χαρακτηρίζουν ὅλα τά δημοτικά τραγούδια. 

Ἡ πραγματική ὑπόθεσις τοῦ τραγουδιοῦ εἶναι ὁ ἐπικείδιος ἔπαινος κάποιου Κλέφτη, ἀγνώστου σήμερον μεταξύ τῶν Κλεφτῶν τῆς Θεσσαλίας. Τό μάλωμα τοῦ Ὀλύμπου καί τοῦ Κισσάβου (ἡ Ὄσσα τῶν ἀρχαίων) ὅσον λαμπρόν καί ἄν εἶναι ἐξεταζόμενον ὠς ὑπόθεσις, ἐν τούτοις πρέπει νά θεωρηθή ὠς δευτερεῦον στοιχεῖον, ὠς πλαίσιο τῆς εικόνος, ἐκ τοῦ βάθους τῆς ὁποίας ἡ ἱστορία καί ὁ ἔπαινος τοῦ νεκροῦ πολεμιστοῦ ἀναδύεται λαμπρῶς καί κατά τόν πλέον ἐντυπωσιακόν τρόπον. Θά ἠθέλομεν νά γνωρίσωμεν, ποιος εἶναι ὁ γενναῖος αὐτός Ἕλλην, τοῦ ὁποίου τά κατορθώματα ἦσαν ἡ ἀφορμή μιᾶς τόσον ζωηρᾶς ἐμπνεύσεως· ἀλλά τό όνομά του δεν ἀνεφέρθη· παρέμεινε εἰς τήν σκέψιν, σχεδόν θα ἔλεγα εἰς τήν ἔκστασιν τοῦ ποιητοῦ καί τίποτε δέν μᾶς βοηθεῖ νά τό ὑποθέσωμεν. 

Τό τραγοῦδι τοῦ Ὁλύμπου, κατά τήν γνώμην μου, πρέπει νά συμπεριληφθῆ μεταξύ τῶν πλέον ἀρχαίων τοῦ εἴδους του· καί σχεδόν δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι συνετέθη εἰς τήν Θεσσαλίαν, ἀλλά τραγουδεῖται εἰς ὅλην τήν Ἑλλάδα καί δέν εἶναι ἄγνωστον ἀκόμη καί εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν. Εἶναι ἀνωφελές νά προσθέσω ὅτι τά ληφθέντα ἀντίγραφα εἰς διαφόρους τόπους διαφέρουν ἀρκετά μεταξύ των· ἐχρησιμοποίησα δύο ή τρία διά νά συνθέσω τό κείμενον τό ὁποίον ἀκολουθεῖ. 


  ΤΟΥ ὈΛΥΜΠΟΥ


«Ὁ Ὄλυμπος κ' ὁ Κίσσαβος, τά δυό βουνά μαλώνουν· 
Γυρίζει τότ' ὁ Ὄλυμπος, καί λέγει τοῦ Κισσάβου· 
Μή με μαλώνεις, Κίσσαβε, κονιαροπατημένε! 
Ἐγώ είμ' ὁ γέρος Ὄλυμπος, 'σ τόν κόσμον ξακουσμένος. 
Ἔχω σαράντα δυό κορφαῖς, ἑξήντα δυό βρυσούλαις· 
Πᾶσα βρυσή καί φλάμπουρον, παντοῦ κλαδί καί κλέφτης· 
Καί 'σ τήν ψηλήν μου κορυφήν ἀετός εἶν' καθισμένος, 
Καί εἰς τά νύχια του κρατεῖ κεφάλ' ἀνδρειωμένου· 
»Κεφάλι μου, τί ἔκαμες, κ' εἶσαι κριματισμένον;
- »Φάγε, πουλί, τά νεάτα μου, φάγε καί τήν ανδρείαν μου,
»Νά κάμης πήχην τό φτερόν, και πιθαμήν τό νύχι. 
»'Σ τόν Λοῦρον, 'σ τό Ξερόμερον ἁρματωλός ἐστάθην, 
»'Σ τά Χάσια καί 'σ τόν Όλυμπον δώδεκα χρόνους κλέφτης· 
»Ἑξῆντ' ἀγάδαις σκότωσα, κ' ἔκαψα τά χωριά τους· 
»Κ' ὅσους 'σ τόν τόπον ἄφησα καί Τούρκους κ' Ἀρβανίταις, 
»Εἶναι πολλοί, πουλάκι μου, καί μετρημόν δέν ἔχουν. .
»Πλήν ἦρθε κ' ἡ ἀράδα μου 'σ τόν πόλεμον νά πέσω».


Από την συλλογή του Claude Fauriel  
«Τα Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια», (1824),
μετάφραση Απ.Δ.Χατζηεμμανουήλ.

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

Τὸ δημοτικὸ τραγούδι στὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821


 Η Έξοδος του Μεσολογγίου - Θ. Βρυζάκης

Ἀναντίρρητα ξεχωριστὴ θέση μεταξὺ τῶν μνημείων τοῦ λόγου στὸ λαό μας, κατέχουν τὰ τραγούδια. «Ὄχι μόνον ὡς ἰσχυρῶς κινοῦντα τὴν ψυχὴν διὰ τὸ ἀπέριττον κάλλος, τὴν ἀβίαστον ἁπλότητα, τὴν πρωτοτυπίαν καὶ τὴν φραστικὴν δύναμιν καὶ ἐνάργειαν, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀκριβέστερον παντὸς ἄλλου πνευματικοῦ δημιουργήματος τοῦ λαοῦ ἐμφαίνοντα τὸν ἰδιάζοντα χαρακτήρα τοῦ ἔθνους...» σημειώνει χαρακτηριστικὰ ὁ Ν.Γ. Πολίτης στὶς «Ἐκλογὲς ἀπὸ τὰ τραγούδια τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ»

Ὁ ἴδιος, ἰδανικὸς θεματοφύλακας τῶν ἑλληνικῶν δημοτικῶν τραγουδιῶν καὶ ἀξεπέραστος συλλέκτης αὐτῶν τῶν δημιουργημάτων ἑνὸς λαοῦ προικισμένου μὲ ἀπαράμιλλη ποιητικὴ φλέβα, τονίζει: «Ἡ δημοτικὴ ποίησις εἶναι ἡ ἀσφαλεστάτη ἀφετηρία καὶ τὸ στερεότατων Θεμέλιον πάσης δημιουργίας τῆς ἑλληνικῆς τέχνης. Τὸ ἔργον τοῦ ποιητοῦ καὶ τοῦ καλλιτέχνου εἶναι τελειότερον καὶ μονιμώτερον, ὅταν τὰς ρίζας του ἔχη εἰς τὸ πάτριον ἔδαφος ... Καθόλα δὲ ἡ δημοτικὴ ποίησις εἶναι τελεσφορώτατον ὄργανον τῆς ἐθνικῆς ἀγωγῆς, ἐκτρέφουσα καὶ συντηροῦσα τὸ ἐθνικὸν φρόνημα, πᾶς δ᾿ Ἕλλην πρέπει νὰ γιγνώσκη καὶ μελετᾶ τουλάχιστον τὰ κράτιστα καὶ κυριώτατα τῶν δημωδῶν λογοτεχνημάτων, μὴ ἀρκούμενος εἰς ὅσα τυχὸν ἐν τῷ καθ᾿ ἡμέραν βίῳ ἔχει ἀποκομίση ἐκ τῆς προφορικῆς παραδόσεως ...». 

Ἀπειράριθμα εἶναι τὰ δημοτικὰ τραγούδια ποὺ γεννήθηκαν ἀπ᾿ τὰ σπλάγχνα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ στὴν ἱστορική του διαδρομή, καί, ὅπως εἶναι φυσικό, ἀφοροῦν ὅλες τὶς «λειτουργίες» τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Ἔτσι, οἱ μελέτες κατανέμουν τὰ δημοτικὰ τραγούδια - ἀνάλογα μὲ τὸ περιεχόμενό τους - σὲ συγκεκριμένες κατηγορίες, οἱ σπουδαιότερες τῶν ὁποίων εἶναι οἱ ἑξῆς: Ἱστορικὰ τραγούδια, Κλέφτικα, Ἀκριτικά, Τραγούδια τῆς ἀγάπης, Νυφιάτικα, Ναναρίσματα, Τραγούδια τῆς ξενιτιᾶς, Μοιρολόγια καὶ Περιγελαστικά. 



Ἀναφορικὰ μὲ τὰ ἱστορικὰ τραγούδια ὁ μελετητής τους Uhland σημειώνει: «... Λέγοντας δημώδη ἱστορικὰ τραγούδια, ἐννοοῦμεν ἄσματα ἐκπηγάσαντα ἀμέσως ἐξ ἱστορικῶν γεγονότων ἢ περιστάσεων καὶ προωρισμένα νὰ τραγουδοῦνται ὑπὸ τοῦ λαοῦ...». 

Ὁ πόλεμος ἀρχίνησε καὶ ἀνάψαν τὰ τουφέκια. 
Τὸν Ζέρβα καὶ τὸν Μπότσαρη  ἐφώναξε ὁ Τζαβέλας: 
«Παιδιά μ᾿ ἦρθ᾿ ὥρα τοῦ σπαθιοῦ κι ἂς πάψη τὸ τουφέκι». 
Κι ὅλοι ἔπιασαν καὶ σπάσανε τὶς θήκαις τῶν σπαθιῶν τους, 
τοὺς Τούρκους βάνουνε μπροστά, τοὺς βάνουν σὰν κριάρια... 

Ὅσον ἀφορᾶ τὰ κλέφτικα τραγούδια ὁ μελετητὴς Κarl Mendelssohn Bartholdy γράφει: «...Τὰ κλέφτικα τραγούδια νομίζεις πὼς εἶναι χείμαρροι ἀφρισμένοι, ἐκρέοντες ὄχι ἀπὸ ἀνθρώπινα χείλη, ἀλλ᾿ ἀπὸ τοὺς βράχους τῆς Οἴτης καὶ τοῦ Ὀλύμπου...». 

Ὁ πλούσιος ἔχει τὰ φλωριά, ἔχει ὁ φτωχὸς τὰ γλέντια. 
Ἄλλοι παινᾶνε τὸν πασὰ καὶ ἄλλοι τὸ βεζίρη, 
μὰ ‘γῶ παινάω τὸ σπαθὶ τὸ τουρκοματωμένο, 
τὸ ᾿χει καμάρι ἡ λεβεντιά, κι ὁ κλέφτης περηφάνεια... 

Η μάχη των Δερβενακίων

Ἐρχόμενοι στοὺς «καθ᾿ ἡμᾶς» σύγχρονους μελετητές, ἀπὸ τοὺς γνωστότερους ἐρευνητὲς τῆς δημοτικῆς, μουσικοποιητικῆς παράδοσης στὴν Ἑλλάδα, μὲ μιὰ σειρὰ ἀπὸ πλούσιες καταθέσεις στὸ ἐνεργητικό του, εἶναι ὁ Γιώργης Μελίκης. Οἱ δίσκοι, τὰ βιβλία καὶ οἱ χιλιάδες ραδιοτηλεοπτικές του ἐκπομπές, τὸν ἔχουν ἀναδείξει ὡς ἕναν ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ συνεχίζουν νὰ ἀνακαλύπτουν καὶ νὰ προβάλουν τὴν αὐθεντικὴ δημοτικὴ μουσική, μὲ τὸν πλέον συστηματικὸ τρόπο. 

Μιλώντας λοιπὸν ὁ ἴδιος γιὰ τὸ πῶς γεννήθηκε τὸ δημοτικὸ τραγούδι καὶ εἰδικότερα στὴν ἐπανάσταση τοῦ 1821, τονίζει: 

«...Τὸ δημοτικὸ τραγούδι τοῦ 1821, ὡς ὅρος καὶ χαρακτηρισμός, ἐκτιμῶ πὼς εἶναι ἀδόκιμο, δηλαδὴ δὲν εἶναι κάτι ξεκομμένο καὶ αὐθαίρετο μέσα στὴ λαϊκὴ ἔκφραση καὶ δημιουργία. Εἶναι σχετικὰ ἕνα μικρὸ κεφάλαιο ποὺ ὑμνεῖ κλέη καὶ πάθη ἡρώων μία ἱστορικὴ περίοδο ποὺ σηματοδότησε τὴ δημιουργία τοῦ νέου ἑλληνικοῦ κράτους. Εἶναι προϊὸν ἱστορικῆς ἀνάγκης ἀλλὰ καὶ ἐθνο-μουσικολογικὴ συνήθεια ποὺ ἀπαντᾶται σὲ ὅλους τοὺς λαούς...». 



Τὸ ἱστορικὸ στοιχεῖο 

Ἡ ὑπερεκτίμηση μεγεθῶν σὲ πρόσωπα καὶ τόπους εἶναι ἀπαραίτητο ἱστορικὸ στοιχεῖο γιατὶ ὁ ἐχθρὸς πρέπει νὰ ὑποτιμηθεῖ, νὰ ὑπερκερασθεῖ καὶ στὴ συνέχεια νὰ κατατροπωθεῖ γιὰ νὰ κραταιωθεῖ ὁ Ἕλληνας στὸ χῶρο, τὴν ἰθαγένεια καὶ τὴν ἱστορική του διάσταση. 

Λάμπουν τὰ χιόνια στὰ βουνὰ κι ὁ ἥλιος στὰ λαγκάδια, 
λάμπουν καὶ τ᾿ ἀλαφρὰ σπαθιὰ τῶν Κολοκοτρωναίων, 
πὄ ᾿χουν τ᾿ ἀσήμια τὰ πολλά, τὶς ἀσημένιες πάλαις, 
τὶς πέντε ἀράδαις τὰ κουμπιά, τὶς ἕξι τὰ τσαπράζια
ὁποῦ δὲν καταδέχονται τῆς γῆς νὰ τὴν πατήσουν... 

 «...Τὸ δημοτικὸ τραγούδι ἤθελε νὰ ἐκφράσει τὸ ἀνώτερο καὶ τὸ ἰδεῶδες», συνεχίζει ὁ Γ. Μελίκης, «... καὶ ἦταν συνυφασμένο ἢ καὶ ἐνσωματωμένο μέσα στὴν δικαιοπρακτική του συναλλαγὴ ποὺ πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἐκφράζεται στὸ τρίπτυχο: «Πατρίδα - Θρησκεία – Οἰκογένεια». 

Ὅσο γιὰ τὰ εἴδη τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ ποὺ ἄνθισαν στὴ διάρκεια τῆς ἐπανάστασης τοῦ 1821, πρόκειται γιὰ τὸ σύσσωμο τὸν ἔρωτα καὶ τὸ σύψυχο τῆς ἱστορίας σὲ ἕνα ἑνιαῖο καὶ ἀδιάσπαστο διαχρονικὸ πλαίσιο. Ἡ Θεματολογία τους προσωπική, μὲ διαπροσωπικὲς καὶ κοινωνικὲς κυρίως προεκτάσεις ἐπιβεβλημένες ἀπὸ τὶς ἱστορικὲς συγκυρίες, κυρίως ὅμως ἀπὸ τὰ εὐρωπαϊκὰ ἀπελευθερωτικὰ κινήματα ποὺ γιὰ κάθε λαὸ ὑπόδουλο εἶναι τὰ ἴδια σὲ ἐκφραστικὰ μέσα καὶ ἔνταση: Ἔρωτας, γενναιότητα, ἄθλοι καὶ κατορθώματα καὶ ὑπόμνηση τῆς καταγωγῆς ...». 

Ary Scheffer, Les femmes souliotes

Ὁ Γιώργης Μελίκης, ἀναφερόμενος στὸ πόσα καὶ πῶς ἔχουν διασωθεῖ μέχρι τὶς μέρες μας, τονίζει: 

«... Ἡ ἐπανάσταση τοῦ ᾿21 εἶναι ὁρόσημο καὶ ἀφετηρία μιᾶς πορείας. Γιατὶ ἔχουμε διάφορες ἱστορικὲς ἀπελευθερωτικὲς χρονολογίες. Π.χ. στὴ Μακεδονία τὸ 1912 μετράει περισσότερο ἀπὸ τὸ 1821. Ὡστόσο ὅμως, τὸ ᾿21 ἐκφράζει μία γενικότερη ἱστορικὴ πράξη, τὸ ὅραμα ἑνὸς ὑπόδουλου λαοῦ. Ὁ Ἕλληνας, κατεξοχὴν ὁραματιστὴς ἀπὸ τὴν προϊστορία του ἀκόμη, δημιούργησε ἔπη καὶ τραγούδια μοναδικὰ καὶ πολλὰ τόσο σὲ ἀριθμό, ὅσο καὶ σὲ ποιότητα. Ἔτσι ἔχουμε ἑκατοντάδες τραγούδια ὅλων τῶν κατηγοριῶν ποὺ ἀναφέρονται στὰ πρόσωπα, στοὺς τόπους καὶ στὰ κατορθώματα τῶν ἡρώων του 21 ...». 

Κρυφὰ τὸ λένε τὰ πουλιά, κρυφὰ τὸ λὲν τ᾿ ἀηδόνια, 
κρυφὰ τὸ λέει ὁ γούμενος ἀπὸ τὴν Ἁγία Λαύρα: 
«Παιδιά, γιὰ μεταλάβετε, γιὰ ξεμολογηθῆτε, 
δὲν εἶν᾿ ὁ περσινὸς καιρὸς κι ὁ φετεινὸς χειμώνας. 
Μᾶς ἦρθε γῆ ἄνοιξη πικρή, τὸ καλοκαίρι μαῦρο, 
γιατὶ σηκώθη πόλεμος καὶ πολεμοῦν τοὺς Τούρκους. 
Νὰ διώξουμ᾿ ὅλη τὴν Τουρκιὰ ἢ νὰ χαθοῦμε οὖλοι» 


Γιὰ τὸ ἂν ὑπάρχουν ἢ ὄχι συλλογὲς μὲ δημοτικὰ τραγούδια καὶ γιὰ τὸ ποιὲς εἶναι αὐτὲς ὁ Γ. Μελίκης, λέει: «... Τὰ φιλελληνικὰ κινήματα ποὺ δημιουργήθηκαν στὴν Εὐρώπη μὲ τοὺς λόγιους καὶ ρομαντικούς «τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ κάλλους» σηματοδότησαν τὶς πρῶτες καταγραφές. Ὁ Κλὼντ Φωριὲλ διέσωσε μεταξὺ τῶν πρώτων καὶ «ἐν θερμῷ» τραγούδια τοῦ ᾿21, ὅπως τ᾿ ἄκουσε ἀπὸ τοὺς ἐπιζῶντες ἀκόμη ἀγωνιστές. Ἔτσι ἀπὸ τὸν Φωριὲλ καὶ μέχρι σήμερα ἑκατοντάδες καταγραφὲς δημοτικῶν τραγουδιῶν, περιέσωσαν τραγούδια καὶ αὐτῆς τῆς ἐποχῆς. Ἕνα σημαντικὸ στοιχεῖο στὰ τραγούδια αὐτὰ εἶναι ὅτι μποροῦμε νὰ τὰ χρονολογήσουμε μὲ ἀκρίβεια, ἐνῶ γιὰ τὰ ἄλλα ἔχουμε πάντα τὶς γνωστὲς καὶ σχετικὲς δυσκολίες ...». 

Κατάληψη του κάστρου των Σαλώνων, Louis Dupré

Πολύτιμο Κεφάλαιο 

Ὁ ἐρευνητὴς Γιώργης Μελίκης ἐπὶ πολλὰ χρόνια, μ᾿ ἕνα μαγνητόφωνο στὴν πλάτη, γυρίζει σ᾿ ὁλόκληρη τὴν Βόρεια Ἑλλάδα - κυρίως - καὶ καταγράφει χιλιάδες στίχους - δημιουργήματα τῆς ἀνώνυμης, λαϊκῆς πολυφωνίας. Τὸ πλούσιο ἀρχεῖο - συλλογή του ἀποτελεῖ γιὰ τοὺς ἐθνο-μουσικολόγους ἕνα πολύτιμο κεφάλαιο γιὰ τὴν μελέτη τῆς αὐθεντικῆς, δημοτικῆς, μουσικοποιητικῆς παράδοσης. 

Ἔτσι στὴν ἐρώτησή ἂν οἱ δίσκοι τοὺς ὁποίους ἔχει ἐπιμεληθεῖ καὶ κυκλοφορήσει περιλαμβάνουν τραγούδια σχετικὰ μὲ τὸ ᾿21, τονίζει: «... Ἡ διαχρονικὴ ἱστορική μας περιπέτεια ὡς λαὸς καὶ ὡς πολιτισμὸς δὲν μπορεῖ νὰ ἀφήσει ἀπ᾿ ἔξω ἕνα τόσο μεγάλο κεφάλαιο τῆς μουσικοποιητικῆς μας δημιουργίας. Μὲ αὐτὴ τὴ λογικὴ καὶ τὸ εὖρος ἑνὸς τόσο μεγάλου ἱστορικό-κοινωνικοῦ ἀγώνα καὶ βέβαια στοὺς δίσκους μου ὑπάρχουν καὶ τέτοια τραγούδια ...». 



Εἶναι γεγονὸς ὅτι στὰ δημοτικὰ τραγούδια περιλαμβάνονται κυριολεκτικὰ τὰ ὡραιότερα τραγούδια τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ὅπως ἔλεγε καὶ ὁ Ν.Γ. Πολίτης: «... εἰς τὰ τραγούδια καὶ τὰς παραδόσεις ὁ ἐθνικὸς χαρακτὴρ ἀποτυπώνεται ἀκραιφνὴς καὶ ἀκίβδηλος ...». 

Μιᾶς λοιπὸν καὶ στὰ δημοτικὰ τραγούδια συναντᾶμε τὴν «λαϊκὴ ποίηση» εἶναι σκόπιμο νὰ ἀναφερθεῖ καὶ ὁ λόγος περὶ αὐτῆς τοῦ ἐθνικοῦ μας ποιητὴ Δ. Σολωμοῦ: «... Ὁ θεμελιώδης ρυθμός, ἂς στυλωθῆ εἰς τὸ κέντρον τῆς ἐθνικότητος, καὶ ἂς ὑψώνεται κάθετα, ἐνῶ τὸ νόημα ἀπὸ τὸ ὁποῖον πηγάζει ἡ ποίησις, καὶ τὸ ὁποῖον αὐτὴ ὑπηρετεῖ, ἁπλώνει βαθμηδὸν τοὺς κύκλους του ...». 
  (ἄρθρο τοῦ Δανιὴλ Παπαδανιήλ)



Αθανάσιος Διάκος


ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΥ 

Τρία πουλάκια κάθουνταν ψηλὰ στὴ Χαλκουμάτα. 
Τό ᾿να τηράει τὴ Λειβαδιὰ καὶ τ᾿ ἄλλο τὸ Ζητούνι, 
τὸ τρίτο τὸ καλύτερο μοιρολογάει καὶ λέει: 
- Πολλὴ μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σὰν καλιακούδα. 
Μὴν᾿ ὁ Καλύβας ἔρχεται, μην᾿ ὁ Λεβεντογιάννης; 
- Νοὔδ᾿ ὁ Καλύβας ἔρχεται νοὔδ᾿ ὁ Λεβεντογιάννης. 
Ὀμὲρ Βρυώνης πλάκωσε μὲ δεκαοχτὼ χιλιάδες. 

Ὁ Διάκος σὰν τ᾿ ἀγροίκησε πολὺ τοῦ κακοφάνη. 
Ψηλὴ φωνὴ ἐσήκωσε, τὸν πρῶτο του φωνάζει. 
«Τὸν ταϊφᾶ μου σύναξε, μᾶσε τὰ παλληκάρια, 
δώσ᾿ τους μπαρούτη περισσὴ καὶ βόλια μὲ τὶς χοῦφτες, 
γλήγορα γιὰ νὰ πιάσουμε κάτω στὴν Ἀλαμάνα, 
ποὺ ᾿ναι ταμπούρια δυνατὰ κι ὄμορφα μετερίζια». 

Παίρνουνε τ᾿ ἀλαφριὰ σπαθιὰ καὶ τὰ βαριὰ τουφέκια, 
στὴν Ἀλαμάνα φτάνουνε καὶ πιάνουν τὰ ταμπούρια. 
«Καρδιά, παιδιά μου» φώναξε, «παιδιὰ μὴ φοβηθῆτε, 
σταθεῖτε ἀντρειὰ σὰν Ἕλληνες καὶ σὰ Γραικοὶ σταθῆτε». 

Ψιλὴ βροχούλαν ἔπιασε κι ἕνα κομμάτι ἀντάρα, 
τρία γιουρούσιαν ἔκαμαν, τὰ τρία ἀράδα ἀράδα. 
Ἔμεινε ὁ Διάκος στὴ φωτιὰ μὲ δεκαοχτὼ λεβέντες. 
Τρεῖς ὧρες ἐπολέμαε μὲ δεκαοχτὼ χιλιάδες. 
Βουλῶσαν τὰ κουμπούρια του κι ἀνάψαν τὰ τουφέκια, 
κι ὁ Διάκος ἐξεσπάθωσε καὶ στὴ φωτιὰ χουμάει. 
Ξήντα ταμπούρια χάλασε κι ἑφτὰ μπουλουκμπασῆδες, 
καὶ τὸ σπαθί του κόπηκε ἀνάμεσα ἀπ᾿ τὴ χούφτα 
καὶ ζωντανὸ τὸν ἔπιασαν καὶ στὸν πασᾶ τὸν πάνουν. 
Χίλιοι τὸν πᾶν ἀπὸ μπροστὰ καὶ χίλιοι ἀπὸ κατόπι. 

Κι ὁ Ὁμὲρ Βρυώνης μυστικὰ στὸ δρόμο τὸν ἐρώτα: 
«Γίνεσαι Τοῦρκος Διάκο μου, τὴν πίστη σου ν᾿ ἀλλάξεις, 
νὰ προσκυνήσεις στὸ τζαμί, τὴν ἐκκλησιὰ ν᾿ ἀφήσεις;» 
Κι ἐκεῖνος τ᾿ ἀποκρίθηκε καὶ στρίφτει τὸ μουστάκι: 
«Πᾶτε κι ἐσεῖς κι ἡ πίστη σας, μουρτάτες νὰ χαθεῖτε! 
Ἐγὼ Γραικὸς γεννήθηκα Γραικὸς θὲ ν᾿ ἀποθάνω. 
Ἄ, θέλετε χίλια φλωριὰ καὶ χίλιους μαχμουτιέδες 
μόνον ἑφτὰ μερῶν ζωὴ θέλω νὰ μοῦ χαρίστε, 
ὅσο νὰ φτάσει ὁ Ὀδυσσεὺς καὶ ὁ Θανάσης Βόγιας». 
Σὰν τ᾿ ἄκουσε ὁ Χαλίλμπεης, ἀφρίζει καὶ φωνάζει:
«Χίλια πουγκιὰ σᾶς δίνω ῾γὼ κι ἀκόμα πεντακόσια, 
τὸ Διάκο νὰ χαλάσετε, τὸ φοβερὸ τὸν κλέφτη, 
γιατὶ θὰ σβήσει τὴ Τουρκιὰ κι ὅλο μας τὸ ντοβλέτι». 

Τὸ Διάκο τότε παίρνουνε καὶ στὸ σουβλὶ τὸν βάζουν. 
Ὁλόρτο τὸν ἐστήσανε κι αὐτὸς χαμογελοῦσε, 
τὴν πίστη τους τοὺς ὕβριζε, τοὺς ἔλεγε μουρτάτες: 
«Σκυλιά, κι ἂ᾿ μὲ σουβλίσετε ἕνας Γραικὸς ἐχάθη. 
Ἂς εἶν’ ὁ Ὀδυσσεὺς καλὰ κι ὁ καπετὰν Νικήτας, 
ποὺ θὰ σᾶς σβήσουν τὴν Τουρκιὰ κι ὅλο σας τὸ ντοβλέτι ».


François-Émile de Lansac, Episode of the siege of Missolonghi


ΤΗΣ ΔΕΣΠΩΣ 

Ἀχὸς βαρὺς ἀκούεται, πολλὰ τουφέκια πέφτουν. 
Μήνα σὲ γάμο ρίχνονται, μήνα σὲ χαροκόπι; 
- Οὐδὲ σὲ γάμο ρίχνονται οὐδὲ σὲ χαροκόπι. 
Ἡ Δέσπω κάνει πόλεμο μὲ νύφες καὶ μ᾿ ἀγγόνια. 
Ἀρβανιτιὰ τὴν πλάκωσε στοῦ Δημουλᾶ τὸν πύργο: 
«Γιώργαινα, ρίξε τ᾿ ἄρματα, δὲν εἶναι ἐδῶ τὸ Σούλι. 
Ἐδῶ εἶσαι σκλάβα τοῦ πασᾶ, σκλάβα τῶν Ἀρβανίτων.» 
«Τὸ Σούλι κι ἂν προσκύνησε, κι ἂν τούρκεψεν ἡ Κιάφα, 
ἡ Δέσπω ἀφέντες Λιάπηδες δὲν ἔκαμε, δὲν κάνει». 
Δαυλὶ στὸ χέρι ἅρπαξε, κόρες καὶ νύφες κράζει: 
«Σκλάβες Τούρκων μὴ ζήσωμε, παιδιά μ᾿, μαζί μου ἐλᾶτε». 
Καὶ τὰ φυσέκια ἀνάψανε, κι ὅλοι φωτιὰ γενῆκαν. 




Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Ὕμνος τῶν Αἰώνων




Μητέρα μας πολύπαθη, ὦ ἀθάνατη, 
δὲν εἶναι μόνο σου στολίδι οἱ Παρθενῶνες· 
τοῦ συντριμμοῦ σου τὰ σπαθιὰ στὰ κάμανε 
φυλαχτὰ καὶ στεφάνια σου οἱ αἰῶνες. 

Καὶ οἱ πέτρες ποὺ τὶς ἔστησε στὸ χῶμα σου 
τὸ νικηφόρο χέρι τοῦ Ῥωμαίου, 
κ᾿ ἡ σταυροθόλωτη ἐκκλησιὰ ἀπὸ τὸ Βυζάντιο, 
στὸν τόπο τοῦ πολύστυλου ναοῦ τοῦ ἀρχαίου, 

Κι αὐτὸ τὸ κάστρο ποὺ μουγγρίζει μέσα του 
τῆς Βενετιᾶς ἀκόμη τὸ λιοντάρι,
 κι ὁ μιναρὲς ποὺ στέκει, τῆς ὁλόμαυρης 
καὶ τῆς πικρότατης σκλαβιᾶς ἀπομεινάρι, 

Καὶ τοῦ Σλάβου τὸ διάβα ἀντιλαλούμενο 
στ᾿ ὄνομα ποὺ μᾶς ἔρχεται στὸ στόμα -
μὲ τὸ γάλα τῆς μάννας ποὺ βυζάξαμε- 
σὰν ξένη ἀνθοβολιὰ στὸ ντόπιο χῶμα, 

Ὅλα ἕνα νύφης φόρεμα σοῦ ὑφαίνουνε, 
σοῦ πρέπουνε, ὦ βασίλισσα, σὰ στέμμα, 
στὴν ὀμορφάδα σου ὀμορφιὰ ἀπιθώσανε 
κ᾿ εἶναι σὰ σπλάχνα ἀπ᾿ τὸ δικό σου τὸ αἷμα. 

Ὦ τίμια φυλαχτά, στολίδια ἀταίριαστα, 
ὦ διαβατάρικα, ἀπὸ σᾶς πλάθετ᾿ αἰώνια, 
κόσμος ἀπὸ παλιὰ κοσμοσυντρίμματα, 
ἡ νέα τρανὴ Πατρίδα ἡ παναρμόνια!

Κωστής Παλαμάς 


Ακούστε το ηχητικό απόσπασμα εδώ
(διαβάζει ο Κωστής Παλαμάς)





Κωστὴς Παλαμᾶς (1859-1943) -
ὁ διαχρονικὸς & ἐπίκαιρος στοχαστής!!! 

Ὁ Κωστὴς Παλαμᾶς εἶναι ὁ νεότερος ἐθνικὸς ποιητής μας καὶ μία ἀπὸ τὶς κορυφαῖες πνευματικὲς φυσιογνωμίες τοῦ νεότερου ἑλληνισμοῦ, στὸν ὁποῖο ὀφείλουμε τὴν θεμελίωση τῆς νέας λογοτεχνίας μας. 

Γεννήθηκε, σαν σήμερα, στὴν Πάτρα στὶς 13 Ἰανουαρίου τοῦ 1859, ἡ καταγωγή του ὅμως ἦταν ἀπὸ τὸ Μεσολόγγι. Ἡ ποίηση τοῦ Παλαμᾶ εἶναι ἕνας ὠκεανός, ὅπου συναντιοῦνται τὸ ἐπικὸ καὶ τὸ λυρικό, τὸ δραματικὸ καὶ τὸ φιλοσοφικό. Δοκίμασε ὅλους τοὺς ρυθμοὺς καὶ τὰ μέτρα, ὅλες τὶς ἐμπνεύσεις καὶ τραγούδησε τὸ αἰώνιο καὶ τὸ πρόσκαιρο, τὸ μεγάλο καὶ τὸ μικρό, τὸ προσωπικὸ καὶ τὸ ἀντικειμενικό. 

Τρυφερὸς καὶ λεπτός, ζωγραφικὸς καὶ αἰσθηματικὸς στὰ λυρικά του ποιήματα, ξέρει, ὅμως, κυρίως νὰ γίνεται μεγαλόπνευστος καὶ προφητικὸς μὲ τὰ μεγάλα ποιητικά του συνθέματα. Μέσα σ᾿ αὐτὰ περνάει ἡ δόξα καὶ ἡ τέφρα, ἡ αἴγλη καὶ τὰ ἐρείπια, ἡ μοίρα καὶ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδας, τῆς αἰώνιας Ἑλλάδας ἀρχαίας - βυζαντινῆς - τουρκοκρατούμενης - ἐπαναστατημένης, ἐλευθερωμένης. 

Τέτοιος ὑπῆρξε ὁ Παλαμᾶς, ἕνας ἀληθινὸς Τιτάνας τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων, ποὺ ἡ μορφή του θὰ φαντάζει πάντοτε ἀνάμεσα στὶς φωτεινότερες, μέσα στὸ πνευματικὸ Πάνθεο τῶν νεοτέρων χρόνων.

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2015

Ναναρίσματα




Από την συλλογή του Claude Fauriel 
«Τα Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια», (1824),
μετάφραση Απ.Δ.Χατζηεμμανουήλ. 

Στην εισαγωγή του βιβλίου έγινε λόγος στα τραγούδια των μητέρων και των ελληνίδων τροφών. Έκτοτε συνέλεξα πολλά και από την ηπειρωτική Ελλάδα και από τις νήσους • και αμέσως κατωτέρω δημοσιεύω τρία εξ’ αυτών, τα οποία μου φάνηκαν ότι παρουσιάζουν χάρη και ποικιλία. Αρκούν, νομίζω, για να δώσουν μια γενική ιδέα όλων των τραγουδιών και είδους αυτού, και της χαριτωμένης εξάρσεως φαντασίας και τρυφερότητος, η οποία κυρίως τα χαρακτηρίζει. 

Κάθε ένα εξ’ αυτών μπορεί να θεωρηθεί πρότυπο πλήθους άλλων παρόμοιων τραγουδιών. Το πρώτο και το τρίτο είναι από την νήσος Χίο ενώ το δεύτερο από την Κύπρο. Το τρίτο μάλιστα, είναι το πρωτοτυπώτερο όλων και παρουσιάζει την μεγαλύτερη ποιητική φαντασία και τις περισσότερες ειδωλολατρικές ιδέες. Όλες οι προσωποποιήσεις του ύπνου και του ανέμου, του ήλιου και των άστρων είναι απολύτως σύμφωνοι με το πνεύμα της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας. Παρέλειψα να αναφέρω ότι οι Έλληνες ονομάζουν τα τραγούδια του είδους αυτού ναναρίσματα. Ναναρίζω σημαίνει τραγουδώ για να αποκοιμήσω ένα παιδί. Από αυτό οι Ιταλοί ονόμασαν nane τα τραγούδια των τροφών. 

I. Ναννάρισμα 

Νάννι! Θα’ έρθ’ η μάννα σου αφ’ το δαφνοπόταμο, 
Κ’ απαί το γλυκό νερό, να σου φέρη πούλουδα, 
Πούλουδα τραντάφυλλα, και μοσκογαρούφαλλα. 

II. Ναννάρισμα 

Ναννά, ναννά το υιούδι μου 
Και το παλληκαρούδι μου. 
Κοιμήσου, υιούδι μ’ ακριβό 
Κ’ έχω να σου χαρίσω• 
Την Αλεξάνδρεια ζάχαρι, 
Και το Μισίρι ρύζι, 
Και την Κωνσταντινούπολιν, 
Τρεις χρόνους να ορίζης• 
Κ’ ακόμη άλλα τρία χωριά, 
Τρία μοναστήράκια• 
'Σ ταις χώραις σου κ’ εις τα χωριά, 
Να πας να σεργιανίσης, 
'Σ τα τρία μοναστήρια σου 
Να πας να προσκυνήσης. 

III. Ναννάρισμα 

Να μου το πάρης, ύπνε μου •τρεις βίγλαις θα του βάλω•
Τρεις βίγλαις, τρεις βιγλάτοραις κ’ οι τρεις ανδρειωμένοι 
Βάλλω τον ήλιον 'σ τα βουνά, τον αετόν 'σ τους κάμπους 
Τον κυρ- Βορέα , τον δροσερόν ανάμεσα πελάγου. 
Ο ήλιος εβασίλεψεν, αετός απεκοιμήθη, 
Κ’ ο κυρ- Βορέας, ο δροσερός , 'στης μάνας του υπάγει. 
Υιέ μου, που ήσουν χθες, προχθές; μήνα με το φεγγάρι; 
Μήνα με τον αυγερινόν, που είμεστ’ αγαπημένοι; 
Μήτε με τα’ άστρη μάλονες; Μήτε με το φεγγάρι; 
Μήτε με τον αυγερινόν, που ειστ’ αγαπημένοι• 
Χρυσόν υιόν εβίγλιζα ‘σ την αργυρή του κούνια. 


George Goodwin Kilburn - The lullaby




Τρίτη 4 Αυγούστου 2015

Ὁ Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν



Από τα 158 τετράστιχα του Εθνικού μας Ύμνου, πόσα να γνωρίζουμε οι περισσότεροι, παρά μόνο μέχρι τέσσερα; Και όμως, μια ανάγνωση τους, θα μας φώτιζε, καθώς θα βλέπαμε την ιστορική άποψη του Δ. Σολωμού για τα γεγονότα της εποχής του, που την καταθέτει στους στίχους του ολοκάθαρα, πίσω από τους ποιητικούς συμβολισμούς.

Ὁ Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν - 
Διονυσίου Σολωμού

1
Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη 
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή, 
σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη, 
ποῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ. 

Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη 
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά, 
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη, 
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά! 

Ἐκεῖ μέσα ἐκατοικοῦσες 
πικραμένη, ἐντροπαλή, 
κι ἕνα στόμα ἀκαρτεροῦσες,
«ἔλα πάλι», νὰ σοῦ πῇ. 

Ἄργειε νά ῾λθη ἐκείνη ἡ μέρα 
κι ἦταν ὅλα σιωπηλά, 
γιατὶ τά ῾σκιαζε ἡ φοβέρα 
καὶ τὰ πλάκωνε ἡ σκλαβιά. 

Δυστυχής! Παρηγορία 
μόνη σου ἔμεινε νὰ λὲς 
περασμένα μεγαλεῖα 
καὶ διηγώντας τα νὰ κλαῖς. 

Καὶ ἀκαρτέρει, καὶ ἀκαρτέρει 
φιλελεύθερη λαλιά, 
ἕνα ἐκτύπαε τ᾿ ἄλλο χέρι 
ἀπὸ τὴν ἀπελπισιά, 

κι ἔλεες «πότε, ἅ! πότε βγάνω 
τὸ κεφάλι ἀπὸ τς ἐρμιές;» 
Καὶ ἀποκρίνοντο ἀπὸ πάνω 
κλάψες, ἅλυσες, φωνές. 

Τότε ἐσήκωνες τὸ βλέμμα 
μὲς στὰ κλάιματα θολό, 
καὶ εἰς τὸ ροῦχο σου ἔσταζ᾿ αἷμα 
πλῆθος αἷμα ἑλληνικό. 

Μὲ τὰ ροῦχα αἱματωμένα 
ξέρω ὅτι ἔβγαινες κρυφὰ 
νὰ γυρεύῃς εἰς τὰ ξένα 
ἄλλα χέρια δυνατά. 

10 
Μοναχὴ τὸ δρόμο ἐπῆρες, 
ἐξανάλθες μοναχή, 
δὲν εἶν᾿ εὔκολες οἱ θύρες, 
ἐὰν ἡ χρεία τὲς κουρταλῆ. 

11 
Ἄλλος σου ἔκλαψε εἰς τὰ στήθια 
ἀλλ᾿ ἀνάσασιν καμιὰ 
ἄλλος σοῦ ἔταξε βοήθεια 
καὶ σὲ γέλασε φρικτά. 

12 
Ἄλλοι, ὀϊμέ! στὴ συμφορά σου, 
ὅπου ἐχαίροντο πολύ, 
«σύρε νά ῾βρῃς τὰ παιδιά σου, 
σύρε», ἐλέγαν οἱ σκληροί. 

13 
Φεύγει ὀπίσω τὸ ποδάρι 
καὶ ὁλογλήγορο πατεῖ 
ἢ τὴν πέτρα ἢ τὸ χορτάρι 
ποὺ τὴ δόξα σου ἐνθυμεῖ. 

14 
Ταπεινότατή σου γέρνει 
ἡ τρισάθλια κεφαλή, 
σὰν πτωχοῦ ποὺ θυροδέρνει 
κι εἶναι βάρος του ἡ ζωή. 

15 
Ναί· ἀλλὰ τώρα ἀντιπαλεύει 
κάθε τέκνο σου μὲ ὁρμή, 
ποὺ ἀκατάπαυστα γυρεύει 
ἢ τὴ νίκη ἢ τὴ θανή! 

16 
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη 
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά, 
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη 
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά! 

17 
Μόλις εἶδε τὴν ὁρμή σου 
ὁ οὐρανός, ποὺ γιὰ τ᾿ς ἐχθροὺς 
εἰς τὴ γῆ τὴ μητρική σου 
ἔτρεφ᾿ ἄνθια καὶ καρπούς, 

18 
ἐγαλήνευσε καὶ ἐχύθη 
καταχθόνια μία βοὴ 
καὶ τοῦ Ρήγα σου ἀπεκρίθη 
πολεμόκραχτη ἡ φωνή1 

19 
ὅλοι οἱ τόποι σου σ᾿ ἐκράξαν 
χαιρετώντας σε θερμά, 
καὶ τὰ στόματα ἐφωνάξαν, 
ὅσα αἰσθάνετο ἡ καρδιά. 

20 
Ἐφωνάξανε ὡς τ᾿ ἀστέρια 
τοῦ Ἰονίου καὶ τὰ νησιά,
καὶ ἐσηκώσανε τὰ χέρια, 
γιὰ νὰ δείξουνε χαρά, 

21 
μ᾿ ὅλον πού ῾ναι ἁλυσωμένο 
τὸ καθένα τεχνικὰ 
καὶ εἰς τὸ μέτωπο γραμμένο 
ἔχει: ψεύτρα Ἐλευθεριά. 

22 
Γκαρδιακὰ χαροποιήθη 
καὶ τοῦ Βάσιγκτον ἡ γῆ 
καὶ τὰ σίδερα ἐνθυμήθη 
ποῦ τὴν ἔδεναν κι αὐτή. 

23 
Ἀπ᾿ τὸν πύργο του φωνάζει, 
σὰ νὰ λέῃ «σὲ χαιρετῶ», 
καὶ τὴ χήτη του τινάζει 
τὸ Λεοντάρι τὸ Ἰσπανό. 

24 
Ἐλαφιάσθη τῆς Ἀγγλίας 
τὸ θηρίο καὶ σέρνει εὐθὺς 
κατὰ τ᾿ ἄκρα τῆς Ῥουσίας 
τὰ μουγκρίσματα τ᾿ς ὀργῆς. 

25 
Εἰς τὸ κίνημά του δείχνει 
πὼς τὰ μέλη εἶν᾿ δυνατὰ 
καὶ στοῦ Αἰγαίου τὸ κῦμα ρίχνει 
μία σπιθόβολη ματιά. 

26 
Σὲ ξανοίγει ἀπὸ τὰ νέφη 
καὶ τὸ μάτι τοῦ Ἀετοῦ, 
ποὺ φτερὰ καὶ νύχια θρέφει 
μὲ τὰ σπλάχνα τοῦ Ἰταλοῦ· 

27 
καὶ σ᾿ ἐσὲ καταγειρμένος, 
 γιατὶ πάντα σὲ μισεῖ, 
ἔκρωζ᾿, ἔκρωζε ὁ σκασμένος, 
νὰ σὲ βλάψῃ, ἂν ἠμπορῇ. 

28 
Ἄλλο ἐσὺ δὲν συλλογιέσαι 
πάρεξ ποὺ θὰ πρωτοπᾷς 
δὲν μιλεῖς καὶ δὲν κουνιέσαι 
στὲς βρισίες ὅπου ἀγρικᾷς· 

29 
σὰν τὸ βράχον ὅπου ἀφήνει 
κάθε ἀκάθαρτο νερὸ 
εἰς τὰ πόδια του νὰ χύνῃ 
εὐκολόσβηστον ἀφρό, 

30 
ὅπου ἀφήνει ἀνεμοζάλη 
καὶ χαλάζι καὶ βροχὴ 
νὰ τοῦ δέρνουν τὴ μεγάλη, 
τὴν αἰώνια κορυφή. 

31 
Δυστυχιά του, ὢ δυστυχιά του, 
ὁποιανοῦ θέλει βρεθῆ 
στὸ μαχαῖρι σου ἀποκάτου 
καὶ σ᾿ ἐκεῖνο ἀντισταθῇ. 

32 
Τὸ θηρίο, π᾿ ἀνανογιέται 
πῶς τοῦ λείπουν τὰ μικρά, 
περιορίζεται, πετιέται, 
αἷμα ἀνθρώπινο διψᾷ. 

33 
Τρέχει, τρέχει ὅλα τὰ δάση, 
τὰ λαγκάδια, τὰ βουνά, 
καὶ ὅπου φθάση, ὅπου περάσῃ 
φρίκη, θάνατος, ἐρμιά· 

34 
ἐρμιά, θάνατος καὶ φρίκη, 
 ὅπου ἐπέρασες κι ἐσύ· 
ξίφος ἔξω ἀπὸ τὴν θήκη 
πλέον ἀνδρείαν σοῦ προξενεῖ. 

35 
Ἰδοὺ ἐμπρός σου ὁ τοῖχος 
στέκει τῆς ἀθλίας Τριπολιτσᾶς· 
τώρα τρόμου ἀστροπελέκι 
νὰ τῆς ρίψῃς πιθυμᾶς. 

36 
Μεγαλόψυχο τὸ μάτι 
δείχνει πάντα ὅπως νικεῖ, 
καὶ ἂς εἶναι ἄρματα γεμάτη 
καὶ πολέμιαν χλαλοή. 

37 
Σοὺ προβαίνουνε καὶ τρίζουν, 
γιὰ νὰ ἰδῆς πὼς εἶν᾿ πολλὰ 
δὲν ἀκοῦς ποὺ φοβερίζουν 
ἄνδρες μύριοι καὶ παιδιά;2 

38 
Λίγα μάτια, λίγα στόματα 
θὰ σᾶς μείνουνε ἀνοιχτά, 
γιὰ νὰ κλαύσετε τὰ σώματα, 
ποὺ θὲ ναὔρῃ ἡ συμφορά. 

39 
Κατεβαίνουνε, καὶ ἀνάφτει 
τοῦ πολέμου ἀναλαμπή· 
τὸ τουφέκι ἀνάβει, ἀστράφτει, 
λάμπει, κόφτει τὸ σπαθί. 

40 
Γιατί ἡ μάχη ἐστάθη ὀλίγη; 
λίγα τὰ αἵματα γιατί; 
τὸν ἐχθρὸ θωρῶ νὰ φύγῃ 
καὶ στὸ κάστρο ν᾿ ἀνεβῇ.3 

41 
Μέτρα! εἶν᾿ ἄπειροι οἱ φευγάτοι, 
ὁποὺ φεύγοντας δειλιοῦν· 
τὰ λαβώματα στὴν πλάτη 
δέχοντ᾿, ὥστε ν᾿ ἀνεβοῦν. 

42 
Ἐκεῖ μέσα ἀκαρτερεῖτε 
τὴν ἀφεύγατη φθορά· 
νά, σᾶς φθάνει· ἀποκριθῆτε 
στῆς νυκτὸς τὴ σκοτεινιά.4 

43 
Ἀποκρίνονται, καὶ ἡ μάχη 
ἔτσι ἀρχίζει, ὅπου μακριὰ 
ἀπὸ ράχη ἐκεῖ σὲ ράχη 
ἀντιβούιζε φοβερά. 

44 
Ἀκούω κούφια τὰ τουφέκια, 
ἀκούω σμίξιμο σπαθιῶν, 
ἀκούω ξύλα, ἀκούω πελέκια, 
ἀκούω τρίξιμο δοντιῶν. 

45 
Ἄ! τί νύκτα ἦταν ἐκείνη 
ποὺ τὴν τρέμει ὁ λογισμός; 
Ἄλλος ὕπνος δὲν ἐγίνη 
πάρεξ θάνατου πικρός. 

46 
Τῆς σκηνῆς ἡ ὥρα, ὁ τόπος, 
οἱ κραυγές, ἡ ταραχή, 
ὁ σκληρόψυχος ὁ τρόπος 
τοῦ πολέμου, καὶ οἱ καπνοί, 

47 
καὶ οἱ βροντές, καὶ τὸ σκοτάδι, 
ὅπου ἀντίσκοφτε ἡ φωτιά, 
ἐπαράσταιναν τὸν ᾅδη 
ποῦ ἀκαρτέρειε τὰ σκυλιά· 

48 
τ᾿ ἀκαρτέρειε. ἐφαίνοντ᾿ 
ἴσκιοι ἀναρίθμητοι γυμνοί,
 κόρες, γέροντες, νεανίσκοι, 
βρέφη ἀκόμη εἰς τὸ βυζί. 

49 
Ὅλη μαύρη μυρμηγκιάζει, 
μαύρη ἡ ἐντάφια συντροφιά, 
σὰν τὸ ροῦχο ὁποὺσκεπάζει 
τὰ κρεββάτια τὰ στερνά. 

50 
Τόσοι, τόσοι ἀνταμωμένοι 
ἐπετιοῦντο ἀπὸ τὴ γῆ, 
ὅσοι εἶν᾿ ἄδικα σφαγμένοι 
ἀπὸ τούρκικην ὀργή. 

51 
Τόσα πέφτουνε τὰ θέρι- 
σμένα ἀστάχια εἰς τοὺς ἀγρούς· 
σχεδὸν ὅλα ἐκειὰ τὰ μέρη 
ἐσκεπάζοντο ἀπ᾿ αὐτούς. 

52 
Θαμποφέγγει κανέν᾿ ἄστρο, 
καὶ ἀναδεύοντο μαζί, 
 ἀναβαίνοντας τὸ κάστρο 
μὲ νεκρώσιμη σιωπή. 

53 
Ἔτσι χάμου εἰς τὴν πεδιάδα, 
μὲς στὸ δάσος τὸ πυκνό, 
ὅταν στέλνῃ μίαν ἀχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό, 

54 
ἐὰν οἱ ἄνεμοι μὲς στ᾿ ἄδεια 
τὰ κλαδιὰ μουγκοφυσοῦν, 
σειοῦνται, σειοῦνται τὰ μαυράδια, 
ὅπου οἱ κλῶνοι ἀντικτυποῦν. 

55 
Μὲ τὰ μάτια τους γυρεύουν 
ὅπου εἶν᾿ αἵματα πηχτά, 
 καὶ μὲς στ᾿ αἵματα χορεύουν 
μὲ βρυχίσματα βραχνά, 

56 
 καὶ χορεύοντας μανίζουν 
εἰς τοὺς Ἕλληνας κοντά, 
καὶ τὰ στήθια τους ἐγγίζουν 
μὲ τὰ χέρια τὰ ψυχρά. 

57 
Ἐκειὸ τὸ ἔγγισμα πηγαίνει 
βαθιὰ μὲς στὰ σωθικά, 
ὅθεν ὅλη ἡ λύπη βγαίνει, 
καὶ ἄκρα αἰσθάνονται ἀσπλαχνιά. 

58 
Τότε αὐξαίνει τοῦ πολέμου 
ὁ χορὸς τρομακτικά, 
σὰν τὸ σκόρπισμα τοῦ ἀνέμου 
στοῦ πελάου τὴ μοναξιά. 

59 
Κτυποῦν ὅλοι ἀπάνου κάτου· 
κάθε κτύπημα ποὺ ἐβγῇ 
 εἶναι κτύπημα θανάτου, 
χωρὶς νὰ δευτερωθῇ. 

60 
Κάθε σῶμα ἱδρώνει, ρέει 
λὲς καὶ ἐκεῖθεν ἡ ψυχὴ 
ἀπ᾿ τὸ μῖσος ποὺ τὴν καίει 
πολεμάει νὰ πεταχθῇ. 

61 
Τῆς καρδίας κτυπίες βροντᾶνε 
 μὲς στὰ στήθια τους ἀργά, 
καὶ τὰ χέρια ὁποὺ χουμᾶνε 
περισσότερο εἶν᾿ γοργά. 

62 
Οὐρανὸς γι᾿ αὐτοὺς δὲν εἶναι, 
οὐδὲ πέλαο, οὐδὲ γῆ· 
γι᾿ αὐτοὺς ὅλους τὸ πᾶν εἶναι 
μαζωμένο ἀντάμα ἐκεῖ. 

63 
Τόση ἡ μάνητα καὶ ἡ ζάλη, 
ποὺ στοχάζεσαι, μὴ πὼς 
ἀπὸ μία μεριὰ καὶ ἀπ᾿ ἄλλη 
δὲν μείνῃ ἕνας ζωντανός. 

64 
Κοίτα χέρια ἀπελπισμένα 
πῶς θερίζουνε ζωές! 
Χάμου πέφτουνε κομμένα 
χέρια, πόδια, κεφαλές, 

65 
 καὶ παλάσκες καὶ σπαθία 
μὲ ὁλοσκόρπιστα μυαλά, 
καὶ μὲ ὁλόσχιστα κρανία 
σωθικὰ λαχταριστά. 

66 
Προσοχὴ καμία δὲν κάνει 
κανείς, ὄχι, εἰς τὴ σφαγὴ 
πᾶνε πάντα ἐμπρός. Ὤ! φθάνει, 
φθάνει ἕως πότε οἱ σκοτωμοί; 

67 
Ποῖος ἀφήνει ἐκεῖ τὸν τόπο, 
 πάρεξ ὅταν ξαπλωθῇ; 
Δὲν αἰσθάνονται τὸν κόπο 
καὶ λὲς κι εἶναι εἰς τὴν ἀρχή. 

68 
Ὀλιγόστευαν οἱ σκύλοι, 
 καὶ «Ἀλλά» ἐφώναζαν, «Ἀλλά» 
καὶ τῶν χριστιανῶν τὰ χείλη 
«φωτιά» ἐφώναζαν, «φωτιά». 

69 
Λεονταρόψυχα ἐκτυπιοῦντο, 
πάντα ἐφώναζαν «φωτιά», 
καὶ οἱ μιαροὶ κατασκορπιοῦντο, 
πάντα σκούζοντας «Ἀλλά». 

70 
Παντοῦ φόβος καὶ τρομάρα 
 καὶ φωνὲς καὶ στεναγμοί· 
παντοῦ κλάψα, παντοῦ ἀντάρα, 
καὶ παντοῦ ξεψυχισμοί. 

71 
Ἦταν τόσοι! πλέον τὸ βόλι 
εἰς τ᾿ αὐτιὰ δὲν τοὺς λαλεῖ. 
Ὅλοι χάμου ἐκείτοντ᾿ 
ὅλοι εἰς τὴν τέταρτην αὐγή. 

72 
Σὰν ποτάμι τὸ αἷμα ἐγίνη 
καὶ κυλάει στὴ λαγκαδιά, 
 καὶ τὸ ἀθῷο χόρτο πίνει 
αἷμα ἀντὶς γιὰ τὴ δροσιά. 

73 
Τῆς αὐγῆς δροσάτο ἀέρι, 
δὲν φυσᾷς τώρα ἐσὺ 
πλιὸ στῶν ψευδόπιστων τὸ ἀστέρι5 
φύσα, φύσα εἰς τὸ Σταυρό. 

74 
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη 
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά, 
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη, 
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά! 

75 
Τῆς Κορίνθου ἰδοὺ καὶ οἱ κάμποι 
δὲν λάμπ᾿ ἥλιος μοναχὰ 
εἰς τοὺς πλάτανους, δὲν λάμπει 
εἰς τ᾿ ἀμπέλια, εἰς τὰ νερά· 

76 
εἰς τὸν ἥσυχον αἰθέρα 
τώρα ἀθῴα δὲν ἀντηχεῖ 
τὰ λαλήματα ἡ φλογέρα, 
τὰ βελάσματα τὸ ἀρνί· 

77 
τρέχουν ἅρματα χιλιάδες 
σὰν τὸ κῦμα εἰς τὸ γιαλὸ 
ἀλλ᾿ οἱ ἀνδρεῖοι παλικαράδες 
δὲν ψηφοῦν τὸν ἀριθμό. 

78 
Ὢ τρακόσιοι! σηκωθῆτε 
καὶ ξανάλθετε σ᾿ ἐμᾶς· 
τὰ παιδιά σας θέλ᾿ ἰδῆτε 
πόσο μοιάζουνε μ᾿ ἐσᾶς. 

79 
Ὅλοι ἐκεῖνοι τὰ φοβοῦνται, 
καὶ μὲ πάτημα τυφλὸ 
εἰς τὴν Κόρινθο ἀποκλειοῦνται
κι ὅλοι χάνουνται ἀπ᾿ ἐδῶ. 

80 
Στέλνει ὁ ἄγγελος τοῦ ὀλέθρου 
πεῖναν καὶ θανατικὸ 
ποῦ σὲ σχῆμα ἑνὸς σκελέθρου 
περπατοῦν ἀντάμα οἱ δυό· 

81 
καὶ πεσμένα εἰς τὰ χορτάρια 
ἀπεθαίνανε παντοῦ 
τὰ θλιμμένα ἀπομεινάρια 
τῆς φυγῆς καὶ τοῦ χαμοῦ. 

82 
Καὶ ἐσὺ ἀθάνατη, ἐσὺ θεία, 
ποῦ ὅ,τι θέλεις ἠμπορεῖς, 
εἰς τὸν κάμπο, Ἐλευθερία, 
ματωμένη περπατεῖς. 

83 
Στὴ σκιὰ χεροπιασμένες,6 
στὴ σκιὰ βλέπω κι ἐγὼ 
κρινοδάκτυλες παρθένες, 
ὅπου κάνουνε χορό· 

84 
στὸ χορὸ γλυκογυρίζουν 
ὡραία μάτια ἐρωτικά, 
καὶ εἰς τὴν αὔρα κυματίζουν 
μαῦρα, ὁλόχρυσα μαλλιά. 

85 
Ἡ ψυχή μου ἀναγαλλιάζει 
πὼς ὁ κόρφος καθεμιᾶς 
γλυκοβύζαστο ἑτοιμάζει 
γάλα ἀνδρείας καὶ ἐλευθεριᾶς. 

86 
 Μὲς στὰ χόρτα, τὰ λουλούδια, 
τὸ ποτήρι δὲν βαστῶ· 
φιλελεύθερα τραγούδια 
σὰν τὸν Πίνδαρο ἐκφωνῶ. 

87 
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη 
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά, 
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη, 
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά! 

88 
Πῆγες εἰς τὸ Μεσολόγγι 
τὴν ἡμέρα τοῦ Χριστοῦ, 
μέρα ποὺ ἄνθισαν οἱ λόγγοι7 
γιὰ τὸ τέκνο τοῦ Θεοῦ. 

89 
Σοὖλθε ἐμπρὸς λαμποκοπώντας 
ἡ Θρησκεία μ᾿ ἕνα σταυρὸ 
καὶ τὸ δάκτυλο κινώντας 
ὅπου ἀνεῖ τὸν οὐρανό, 

90 
 «σ᾿ αὐτό», ἐφώναξε, «τὸ χῶμα 
στάσου ὁλόρθη, Ἐλευθεριά»· 
καὶ φιλώντας σου τὸ στόμα 
μπαίνει μὲς στὴν ἐκκλησιά.8 

91 
Εἰς τὴν τράπεζα σιμώνει, 
καὶ τὸ σύγνεφο τὸ ἀχνὸ 
γύρω γύρω της πυκνώνει 
ποὺ σκορπάει τὸ θυμιατό. 

92
Ἀγρικάει τὴν ψαλμῳδία 
ὁποὺ ἐδίδαξεν αὐτή· 
βλέπει τὴ φωταγωγία 
στοὺς ἁγίους ἐμπρὸς χυτή. 

93 
Ποιοὶ εἶν᾿ αὐτοὶ ποὺ πλησιάζουν 
μὲ πολλὴ ποδοβολή, 
κι ἅρματ᾿, ἅρματα ταράζουν; 
Ἐπετάχτηκες Ἐσύ. 

94 
 Ἄ! τὸ φῶς, ποὺ σὲ στολίζει 
σὰν ἡλίου φεγγοβολὴ 
καὶ μακρόθεν σπινθηρίζει, 
δὲν εἶναι, ὄχι, ἀπὸ τὴ γῆ· 

95 
λάμψιν ἔχει ὅλη φλογώδη 
 χεῖλος, μέτωπο, ὀφθαλμός· 
φῶς τὸ χέρι, φῶς τὸ πόδι, 
κι ὅλα γύρω σου εἶναι φῶς. 

96 
Τὸ σπαθί σου ἀντισηκώνεις, 
τρία πατήματα πατᾷς, 
σὰν τὸν πύργο μεγαλώνεις, 
καὶ εἰς τὸ τέταρτο κτυπᾷς· 

97 
μὲ φωνὴ ποὺ καταπείθει 
προχωρώντας ὁμιλεῖς· 
«Σήμερ᾿, ἄπιστοι, ἐγεννήθη, 
 ναί, τοῦ κόσμου ὁ Λυτρωτής». 

98 
Αὐτὸς λέγει... «Ἀφοκρασθῆτε 
Ἐγὼ εἶμ᾿ Ἄλφα, Ὠμέγα ἐγώ·9 
πέστε, ποῦ θ᾿ ἀποκρυφθῆτε 
ἐσεῖς ὅλοι, ἂν ὀργισθῶ; 

99 
»Φλόγα ἀκοίμητήν σας βρέχω, 
ποὺ μ᾿ αὐτὴν ἂν συγκριθῇ 
κείνη ἡ κάτω ὅπου σας ἔχω 
σὰν δροσιὰ θέλει βρεθῇ. 

100 
»Κατατρώγει, ὡσὰν τὴ σχίζα, 
τόπους ἄμετρα ὑψηλούς, 
χῶρες, ὄρη ἀπὸ τὴ ρίζα, 
ζῷα καὶ δένδρα καὶ θνητούς, 

101 
»καὶ τὸ πᾶν τὸ κατακαίει, 
καὶ δὲν σῴζεται πνοή, 
πάρεξ τοῦ ἀνέμου ποὺ πνέει 
μὲς στὴ στάχτη τὴ λεπτή». 

102 
Κάποιος ἤθελε ἐρωτήσει: 
τοῦ θυμοῦ του εἶσαι ἀδελφή; 
Ποῖος εἶν᾿ ἄξιος νὰ νικήσῃ 
ἢ μ᾿ ἐσὲ νὰ μετρηθῆ; 

103 
Ἡ γῆ αἰσθάνεται τὴν τόση 
τοῦ χεριοῦ σου ἀνδραγαθιά, 
ποὺ ὅλην θέλει θανατώσῃ 
τὴ μισόχριστη σπορά. 

104 
Τὴν αἰσθάνονται, καὶ ἀφρίζουν 
τὰ νερά, καὶ τ᾿ ἀγρικῶ 
δυνατὰ νὰ μουρμουρίζουν 
σὰν νὰ ρυάζετο θηριό. 

105 
Κακορίζικοι, ποὺ πάτε 
τοῦ Ἀχελῴου μὲς στὴ ροή,10 
καὶ πιδέξια πολεμᾶτε 
ἀπὸ τὴν καταδρομὴ 

106 
ν᾿ ἀποφύγετε! τὸ κῦμα 
ἔγινε ὅλο φουσκωτό· 
ἐκεῖ εὑρήκατε τὸ μνῆμα 
πρὶν νὰ εὐρῆτε ἀφανισμό. 

107 
Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει 
κάθε λάρυγγας ἐχθροῦ, 
καὶ τὸ ρεῦμα γαργαρίζει 
τὲς βλασφήμιες τοῦ θυμοῦ. 

108 
Σφαλερὰ τετραποδίζουν 
πλῆθος ἄλογα, καὶ ὀρθὰ 
τρομασμένα χλιμιτρίζουν 
καὶ πατοῦν εἰς τὰ κορμιά. 

109 
Ποῖος στὸν σύντροφον ἁπλώνει 
χέρι, ὡσὰν νὰ βοηθηθῇ· 
ποῖος τὴ σάρκα του δαγκώνει, 
ὅσο ὅπου νὰ νεκρωθῇ· 

110 
κεφαλὲς ἀπελπισμένες 
μὲ τὰ μάτια πεταχτά, 
κατὰ τ᾿ ἄστρα σηκωμένες 
γιὰ τὴν ὕστερη φορά. 

111 
Σβηέται -αὐξαίνοντας ἡ πρώτη 
τοῦ Ἀχελῴου νεροσυρμή- 
τὸ χλιμίτρισμα, καὶ οἱ κρότοι 
καὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ γογγυσμοί. 

112 
Ἔτσι ν᾿ ἄκουα νὰ βουίξῃ 
τὸν βαθὺν Ὠκεανό, 
καὶ στὸ κῦμα του νὰ πνίξῃ 
κάθε σπέρμα Ἀγαρηνό· 

113 
Καὶ ἐκεῖ ποὖναι ἡ Ἁγία Σοφία, 
 μὲς στοὺς λόφους τοὺς ἑπτά, 
ὅλα τ᾿ ἄψυχα κορμία, 
βραχοσύντριφτα, γυμνά, 

114 
σωριασμένα νὰ τὰ σπρώξῃ 
ἡ κατάρα τοῦ Θεοῦ, 
 κι ἀπ᾿ ἐκεῖ νὰ τὰ μαζώξῃ 
ὁ ἀδελφός του Φεγγαριοῦ.11 

115 
Κάθε πέτρα μνῆμα ἂς γένῃ, 
καὶ ἡ Θρησκεία κι ἡ Ἐλευθεριὰ 
μ᾿ ἀργοπάτημα ἂς πηγαίνῃ 
μεταξύ τους, καὶ ἂς μετρᾷ. 

116 
Ἕνα λείψανο ἀνεβαίνει 
τεντωτό, πιστομητό, 
κι ἄλλο ξάφνου κατεβαίνει 
καὶ δὲν φαίνεται καὶ πλιό. 

117 
Καὶ χειρότερα ἀγριεύει 
καὶ φουσκώνει ὁ ποταμός· 
πάντα πάντα περισσεύει 
πολυφλοίσβισμα καὶ ἀφρός. 

118 
Ἄ! γιατί δὲν ἔχω τώρα 
τὴ φωνὴ τοῦ Μωυσῆ; 
Μεγαλόφωνα, τὴν ὥρα 
ὅπου ἐσβηοῦντο οἱ μισητοί, 

119 
τὸν Θεὸν εὐχαριστοῦσε 
στοῦ πελάου τὴ λύσσα ἐμπρός, 
καὶ τὰ λόγια ἠχολογοῦσε 
ἀναρίθμητος λαός· 

120 
ἀκλουθάει τὴν ἁρμονία 
ἡ ἀδελφή του Ἀαρών, 
ἡ προφήτισσα Μαρία, 
μ᾿ ἕνα τύμπανο τερπνόν,12 

121 
καὶ πηδοῦν ὅλες οἱ κόρες 
 μὲ τς ἀγκάλες ἀνοικτές, 
τραγουδώντας, ἀνθοφόρες, 
μὲ τὰ τύμπανα κι ἐκειές. 

122 
Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη 
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή, 
σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη, 
ποῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ. 

123 
Εἰς αὐτήν, εἶν᾿ ξακουσμένο, 
δὲν νικιέσαι ἐσὺ ποτέ· 
ὅμως, ὄχι, δὲν εἶν᾿ ξένο 
καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ. 

124 
Τὸ στοιχεῖον αὐτὸ ξαπλώνει 
 κύματ᾿ ἄπειρα εἰς τὴ γῆ, 
μὲ τὰ ὁποῖα τὴν περιζώνει
κι εἶναι εἰκόνα σου λαμπρή. 

125 
Μὲ βρυχίσματα σαλεύει, 
ποὺ τρομάζει ἡ ἀκοὴ 
κάθε ξύλο κινδυνεύει 
καὶ λιμιώνα ἀναζητεῖ. 

126 
Φαίνετ᾿ ἔπειτα ἡ γαλήνη 
καὶ τὸ λάμψιμο τοῦ ἡλιοῦ, 
καὶ τὰ χρώματα ἀναδίνει 
τοῦ γλαυκότατου οὐρανοῦ. 

127 
Δὲν νικιέσαι, εἶν᾿ ξακουσμένο, 
στὴν ξηρὰν ἐσὺ ποτὲ 
ὅμως, ὄχι, δὲν εἶν᾿ ξένο 
καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ. 

128 
Περνοῦν ἄπειρα τὰ ξάρτια, 
καὶ σὰν λόγγος στριμωχτὰ 
τὰ τρεχούμενα κατάρτια, 
τὰ ὁλοφούσκωτα πανιά. 

129 
Σὺ τὲς δύναμές σου σπρώχνεις, 
καὶ ἀγκαλὰ δὲν εἶν᾿ πολλές, 
πολεμώντας ἄλλα διώχνεις, 
ἄλλα παίρνεις, ἄλλα καῖς 

130 
μὲ ἐπιθύμια νὰ τηράζῃς 
δυὸ μεγάλα σὲ θωρῶ,13 
καὶ θανάσιμον τινάζεις 
ἐναντίον τους κεραυνό. 

131 
Πιάνει, αὐξαίνει, κοκκινίζει 
καὶ σηκώνει μία βροντή, 
καὶ τὸ πέλαο χρωματίζει 
μὲ αἱματόχροη βαφή. 

132 
Πνίγοντ᾿ ὅλοι οἱ πολεμάρχοι 
καὶ δὲν μνέσκει ἕνα κορμί· 
χάρου, σκιὰ τοῦ Πατριάρχη, 
ποῦ σ᾿ ἐπέταξεν ἐκεῖ. 

133 
Ἐκρυφόσμιγαν οἱ φίλοι 
μὲ τ᾿ς ἐχθρούς τους τὴ Λαμπρή, 
 καὶ τοὺς ἔτρεμαν τὰ χείλη 
δίνοντάς τα εἰς τὸ φιλί. 

134 
Κειὲς τὲς δάφνες ποὺ ἐσκορπίστε14 
τώρα πλέον δὲν τὲς πατεῖ, 
καὶ τὸ χέρι ὅπου ἐφιλῆστε
πλέον, ἅ! πλέον δὲν εὐλογεῖ. 

135 
Ὅλοι κλαῦστε· ἀποθαμένος 
ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησιᾶς· 
κλαῦστε, κλαῦστε κρεμασμένος 
ὡσὰν νἄτανε φονιάς. 

136 
Ἔχει ὁλάνοιχτο τὸ στόμα 
π᾿ ὦρες πρῶτα εἶχε γευθεῖ 
τ᾿ Ἅγιον Αἷμα, τ᾿ Ἅγιον Σῶμα· 
λὲς πὼς θενὰ ξαναβγῇ 

137 
ἡ κατάρα ποὺ εἶχε ἀφήσει 
λίγο πρὶν νὰ ἀδικηθῇ 
εἰς ὁποῖον δὲν πολεμήσῃ 
 καὶ ἠμπορεῖ νὰ πολεμῇ. 

138 
Τὴν ἀκούω, βροντάει, δὲν παύει 
εἰς τὸ πέλαγο, εἰς τὴ γῆ, 
καὶ μουγκρίζοντας ἀνάβει 
τὴν αἰώνιαν ἀστραπή. 

139 
Ἡ καρδιὰ συχνοσπαράζει... 
 Πλὴν τί βλέπω; Σοβαρὰ 
νὰ σωπάσω μὲ προστάζει 
μὲ τὸ δάκτυλο ἡ θεά. 

140 
Κοιτάει γύρω εἰς τὴν Εὐρώπη 
τρεῖς φορὲς μ᾿ ἀνησυχιά· 
προσηλώνεται κατόπι 
στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀρχινᾷ: 

141 
«Παλληκάρια μου! οἱ πολέμοι 
γιὰ σᾶς ὅλοι εἶναι χαρά, 
καὶ τὸ γόνα σας δὲν τρέμει 
στοὺς κινδύνους ἐμπροστά. 

142 
 »Ἀπ᾿ ἐσᾶς ἀπομακραίνει 
 κάθε δύναμη ἐχθρική· 
ἀλλὰ ἀνίκητη μιὰ μένει 
ποὺ τὲς δάφνες σας μαδεῖ. 

143 
»Μία, ποὺ ὅταν ὡσὰν λύκοι 
ξαναρχόστενε ζεστοί, 
κουρασμένοι ἀπὸ τὴ νίκη, 
ἄχ! τὸν νοῦν σας τυραννεῖ. 

144 
»Ἡ Διχόνια, ποὺ βαστάει 
ἕνα σκῆπτρο ἡ δολερὴ 
καθενὸς χαμογελάει, 
πάρ᾿ το, λέγοντας, κι ἐσύ. 

145 
»Κειὸ τὸ σκῆπτρο ποὺ σᾶς δείχνει, 
 ἔχει ἀλήθεια ὡραῖα θωριά· 
μὴν τὸ πιᾶστε, γιατὶ ρίχνει 
εἰσὲ δάκρυα θλιβερά. 

146 
»Ἀπὸ στόμα ὅπου φθονάει, 
παλικάρια, ἂς μὴν ῾πωθῇ, 
πῶς τὸ χέρι σας κτυπάει 
τοῦ ἀδελφοῦ τὴν κεφαλή. 

147 
»Μὴν εἰποῦν στὸ στοχασμό τους 
τὰ ξένα ἔθνη ἀληθινά: 
«Ἐὰν μισοῦνται ἀνάμεσό τους, 
δὲν τοὺς πρέπει ἐλευθεριά». 

148 
»Τέτοια ἀφήστενε φροντίδα· 
ὅλο τὸ αἷμα ὁποὺ χυθῇ 
γιὰ θρησκεία καὶ γιὰ πατρίδα, 
ὅμοιαν ἔχει τὴν τιμή. 

149 
»Στὸ αἷμα αὐτό, ποὺ δὲν πονεῖτε, 
γιὰ πατρίδα, γιὰ θρησκειά, 
σᾶς ὁρκίζω, ἀγκαλιασθῆτε 
σὰν ἀδέλφια γκαρδιακά. 

150 
 »Πόσον λείπει, στοχασθῆτε, 
πόσο ἀκόμη νὰ παρθῇ 
πάντα ἡ νίκη, ἂν ἑνωθῆτε, 
πάντα ἐσᾶς θ᾿ ἀκολουθῇ. 

151 
»Ὢ ἀκουσμένοι εἰς τὴν ἀνδρεία!... 
 Καταστῆστε ἕνα σταυρὸ 
καὶ φωνάξετε μὲ μία: 
Βασιλεῖς, κοιτάξτ᾿ ἐδῶ. 

152 
 »Τὸ σημεῖον ποὺ προσκυνᾶτε 
εἶναι τοῦτο, καὶ γι᾿ αὐτὸ 
ματωμένους μας κοιτᾶτε 
στὸν ἀγῶνα τὸ σκληρό. 

153 
»Ἀκατάπαυστα τὸ βρίζουν 
τὰ σκυλιὰ καὶ τὸ πατοῦν 
καὶ τὰ τέκνα του ἀφανίζουν 
καὶ τὴν πίστη ἀναγελοῦν. 

 154 
»Ἐξ αἰτίας του ἐσπάρθη, 
ἐχάθη αἷμα ἀθῷο χριστιανικό, 
ποὺ φωνάζει ἀπὸ τὰ βάθη 
τῆς νυκτός: «Νὰ ῾κδικηθῶ». 

155 
»Δὲν ἀκοῦτε ἐσεῖς εἰκόνες 
τοῦ Θεοῦ, τέτοια φωνή; 
Τώρα ἐπέρασαν αἰῶνες 
καὶ δὲν ἔπαυσε στιγμή. 

156 
»Δὲν ἀκοῦτε; εἰς κάθε μέρος 
σὰν τοῦ Ἄβελ καταβοᾶ· 
δὲν εἶν᾿ φύσημα τοῦ ἀέρος 
ποῦ σφυρίζει εἰς τὰ μαλλιά. 

157 
»Τί θὰ κάμετε; θ᾿ ἀφῆστε 
νὰ ἀποκτήσωμεν ἐμεῖς 
Λευθεριάν, ἢ θὰ τὴν λῦστε 
ἐξ αἰτίας Πολιτικῆς; 

158 
»Τοῦτο ἀνίσως μελετᾶτε, 
 ἰδού, ἐμπρός σας τὸν Σταυρό· 
Βασιλεῖς! ἐλᾶτε, ἐλᾶτε, 
καὶ κτυπήσετε κι ἐδῶ».  


ΣHMEIΩΣEIΣ TOY ΠOIHTH
  
01) Δεῦτε παῖδες τῶν Ἑλλήνων... 
02) Ἀρματώθηκαν τότε ὅλοι ἀπὸ δεκατέσσερους χρόνους καὶ ἀπάνου. 
03) Ἡ περιτειχισμένη Τριπολιτσὰ δὲν ἔχει κάστρον, καὶ εἰς τὸν τόπον τοῦ κάστρου ἐννοεῖ ὁ ποιητὴς τὴν μεγάλην Τάπιαν τῆς πόλης. 
04) Ἀγκαλὰ καὶ ἦτον ἡμέρα ὅταν ἐπάρθηκεν ἡ Τριπολιτσά, ὁ ποιητὴς ἀκολούθησε τὴν κοινὴν φήμην ὅπου τότε ἐσκορπίστηκεν, ὅτι τὸ πάρσιμό της ἐσυνέβηκε τρεῖς ὧρες ἔπειτα ἀπὸ τὰ μεσάνυκτα. 
05) Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ φεγγάρι εὑρίσκεται τυπωμένον εἰς τὲς τούρκικες σημαῖες. 
06) Ὁ λὸρδ Μπάιρον εἰς τὴν τρίτην ᾠδὴν τοῦ Don Juan παρασταίνει ἕνα ποιητὴν Ἕλληνα, ὅπου ἀπελπισμένος καὶ παραπονεμένος διὰ τὴν σκλαβιὰν τῆς πατρίδος του, ἔχει ἐμπρός του ἕνα κρασοπότηρον, καὶ κοντὰ εἰς ἄλλα λέγει καὶ τὰ ἀκόλουθα λόγια: «...οἱ γυναῖκες μας χορεύουν ἀποκάτου ἀπὸ τὸν ἴσκιον βλέπω τὰ θέλγητρα τῶν ματιῶν τοὺς ἀλλὰ ὅταν συλλογίζωμαι ὅτι θὰ γεννήσουν σκλάβους, γεμίζουν τὰ μάτια μου δάκρυα». Ἐπέρασε ἕνας χρόνος ἀφοῦ ἐγράφθηκε τοῦτος ὁ ὕμνος ὁλοένα ὁ ποιητὴς ἑτοιμάζει ἕνα ποίημα γιὰ τὸν θάνατον τοῦ Λὸρδ Μπάιρον. 
07) Ἀγαλλιάσθω ἔρημος καὶ ἀνθείτω ὡς κρίνον. Ἡσαΐας Κεφ. λε´. 
08) Εἶναι ἀληθινὸν ὅτι οἱ Τοῦρκοι ὅρμησαν ἐναντίον τοῦ Μεσολογγιοῦ τὰ ξημερώματα αὐτῆς τῆς ἁγίας ἡμέρας δὲν εἶναι ὅμως ἀληθινόν, καθὼς τότε ἐκοινολογήθηκεν, ὅτι ἦταν ἀνοικτὲς καὶ οἱ ἐκκλησίες μάλιστα ἐκλείσθησαν ἐπιταυτοῦ διὰ νὰ ἔχουν οἱ Ἕλληνες ὅλην τὴν προσοχήν τους εἰς τὸν πόλεμον. 
09) Καὶ εἰπέ μοι γέγονε ἐγὼ εἰμὶ τὸ A καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος. Ἀποκάλ. Ἰωάννου Κεφ. κα´. 
10) Τὰ περιστατικὰ τοῦ περάσματος τοῦ ποταμοῦ, τῆς μάχης τῶν Χριστουγέννων καὶ τῆς πολιορκίας τοῦ Μεσολογγιοῦ εὑρίσκονται καταστρωμένα εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Σπυρίδωνος Τρικούπη, ἐγκαρδίου φίλου τοῦ ποιητῆ. Αὐτὴ ἡ ἱστορία γλήγορα θέλει πλουτίσει καὶ τὴν γλῶσσαν μας καὶ τὴν φιλολογίαν μας. 
11) Εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς τίτλους τοῦ Σουλτάνου. 
12) Ἔξοδος Κεφ. ιε´. 
13) Τὸ καύσιμό της καραβέλας τοῦ Καπετὰν πασᾶ καὶ ἑνὸς ἄλλου καραβίου κοντὰ εἰς τὴν Τένεδον, τὲς 29 Ὀκτωβρίου. 
14) Οἱ Χριστιανοὶ τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας συνηθίζουν νὰ σπέρνουν δάφνες εἰς τὲς ἐκκλησίες τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα. 

Ὅταν ἐπρωτοδιαβάσθηκε τὸ ποίημα, κάποιοι εἶπαν: Κρῖμα! ὑψηλὰ νοήματα καὶ στίχοι σφαλμένοι! 
Γιὰ νὰ δεχθῶ τὴν πρώτην, ἀκαρτερῶ νὰ δικαιολογήσουν τὴν δεύτερη παρατήρηση. Μὰ τὸν Δία ποὺ ἐσάστισα! Αὔριο θέλει ἔρθῃ καὶ κανένας νὰ μοῦ δείξῃ τ᾿ ἀλφαβητάρι μὲ τὸ κονδύλι στὸ χέρι ἀλλὰ ἐγὼ τοῦ τὸ παίρνω καὶ ἀπιθώνω τὴν ἄκρην του εἰς τὰ μεγάλα ὀνόματα τοῦ Δάντη καὶ τοῦ Πετράρχη, τοῦ Ἀριόστου καὶ τοῦ Τάσσου, καὶ εἰς τὰ ὀνόματα ὅσων στιχουργώντας τοὺς ἀκολούθησαν, καὶ τοῦ λέγω: 
Λάβε τὴν καλοσύνην, Διδάσκαλε, νὰ γύρῃς τ᾿ αὐτιά σου ἐδῶ πάνου, καὶ μέτρα. Κάθε συλλαβὴ εἶναι ἕνα πόδι, καὶ γιὰ μᾶς καὶ γιὰ αὐτούς, ὅποιος καὶ ἂν εἶναι ὁ στίχος ὅμως ἐσὺ δὲν ἠξεύρεις νὰ τὰ μετρᾷς. Τὸ φωνῆεν, μὲ τὸ ὁποῖον τελειώνει ἡ λέξη, χάνεται εἰς τὸ φωνῆεν, μὲ τὸ ὁποῖον ἡ ἀκόλουθη ἀρχινᾷ ὅμως τὸ προφέρω, ἐπειδὴ ἔτσι μὲ συμβουλεύει ἡ τέχνη τῆς ἀληθινῆς ἁρμονίας. Τὸ ιὰ (βία), τὸ έει (ρέει), τὸ άϊ (Μάϊ) καὶ τὰ ἑξῆς, ὅταν δὲν εἶναι εἰς τὸ τέλος τοῦ στίχου, δὲν κάνουν παρὰ μία συλλαβή. Τὸ τιμὴ εἶναι ὁμοιοτέλευτο μὲ τὸ πολλοί, τὸ κακὸς μὲ τὸ τυφλός, τὸ ἐχθὲς μὲ τὸ πολλές. Τοῦτοι οἱ κανόνες ἔχουν κάποιες ἐξαιρέσεις, τὲς ὁποῖες ὅποιος ἔχει καλὰ θρεμμένη μὲ τοὺς Κλασσικοὺς τὴν ψυχὴν τοῦ βάνει εἰς ἔργον, χωρὶς τόσο νὰ συλλογίζεται, εἰς τὴν ἴδιαν στιγμὴν εἰς τὴν ὁποίαν μορφώνει τὴν ὕλη. Πίστευσέ μου, Διδάσκαλε, ἡ ἁρμονία τοῦ στίχου δὲν εἶναι πρᾶγμα ὅλο μηχανικό, ἀλλὰ εἶναι ξεχείλισμα τῆς ψυχῆς μ᾿ ὅλον τοῦτο, ἂν φθάσης νὰ μοῦ ἀποδείξης ὅτι σφάλλω τοὺς στίχους, θέλει γράψω τῶν Ἰταλῶν καὶ τῶν Ἰσπανῶν, νὰ τοὺς δώσω τὴν εἴδησιν, ὅτι τοὺς ἔσφαλαν ἕως τώρα καὶ αὐτοί, καὶ μὴ φοβᾶσαι νὰ σοῦ πάρω γιὰ τὴν ἐφεύρεσιν τὸ βραβεῖον, γιατὶ θέλει σὲ μελετήσω. Ἀλλὰ ποῖος σοῦ εἶπε νὰ τσακίσης τὴν λέξη θερι- σμένα; (στρ. 51) – Ποῖος μοῦ τὄπε; τὸ ἀπόκρυφο τῆς τέχνης μου καὶ τὸ παράδειγμα τῶν μεγάλων. Ἄμετρα εἶναι τὰ παραδείγματα τέτοιας λογῆς, καὶ θέλει σοῦ τὰ ἀναφέρω ὅλα ἕνα ἕνα, ὅταν ἀνανοηθῶ πὼς ἔχω καιρὸν νὰ χάσω. 

Ὁ Πίνδαρος ἔχει τσακισμένες καμία χιλιάδα λέξεις οἱ τραγικοὶ στοὺς χοροὺς ἐτσάκισαν ἀρκετὲς καὶ αὐτοί, καὶ ὁ Ὀράτσιος τοὺς ἐμιμήθηκε. 

Τὸ παράδειγμα τοῦ Ἀριόστου 
Ne men ti raccomando la mia Fiordi... 
Ma dir non pote ligi; e qui finio [Canto XLII, 14] 
ἀναλεῖ τὴν εἰκόνα καὶ περιέχει πάθος λύπης. 

Τὸ παράδειγμα τοῦ Πινδάρου 
Ἰδοίσα δ᾿ ὀξεῖ Ἐρινὺς 
πέφνεν ἐοὶ σὺν ἀλλαλο- 
φονία γένος ἀρήιον [Ὀλύμπ. Εἴδ. β´, στίχ. 73] 
ἀναλεῖ τὴν εἰκόνα καὶ περιέχει πάθος τρομάρας. 

Τὸ παράδειγμα τοῦ Δάντη 
Cosi quelle carole differente- 
mente danzando, della sua ricchezza 
Mi si facean stimar veloci e lente [Parad. Canto 24] 

εἶναι τέτοιο, ὅπου ἂν τὸ διαβάσης μὲ ἐκεῖνες τὲς ἄλλες θεῖες ζωγραφίες, καὶ καταλάβῃς ὅτι τέτοιες δὲν τὲς κάνει κανένας, ἴσως ἠμπορεῖ, Διδάσκαλε, νὰ φιλιωθοῦμε καὶ ἡ φιλία θέλει βαστάξη, ὅσο νὰ σοῦ κάμω μία παρατήρηση εἰς τὸν Πίνδαρο. Ἡ λέξη ὅλον (Ὀλύμπ. Εἴδ. β´, στίχ. 55) βρίσκεται τσακισμένη γιὰ ὅποιο δίκαιο, ἢ μουσικῆς, ἢ ἄλλο ἐπαρακινήθηκεν ὁ Πίνδαρος νὰ τὴν τσακίση, τὸ πρῶτο δίκαιο τὸ εἶχε ἡ φύση τῆς λέξης, ἡ ὁποία, ἂν τσακισθῆ, ἐναντιώνεται μὲ τὴν ἰδέαν ποὺ παρασταίνει. Σὲ βλέπω καὶ φρίττεις καὶ ἑτοιμάζεσαι νὰ μαδήσῃς τὰ μαλλιά σου ὡσὰν τὸ Θ τοῦ Λουκιανοῦ (Δίκῃ φωνηέντων) ἀλλὰ ἡσύχασε, γιατὶ ὁ Πίνδαρος μ᾿ ὅλον τοῦτο μένει πάντα ὁ ἴδιος γιὰ καθέναν ὁ ἴδιος γιὰ μὲ ὅπου βρίσκω τὴν τέχνην ὅπου εἶναι, ὁ ἴδιος γιὰ σὲ ὅπου ξανοίγεις τὲς ὀξεῖες ὅπου δὲν λείπουν... βλέπω ἕνα χαμόγελο εἰς τὰ χεῖλα τῶν ξένων ἀλλλᾶ δὲν τὸ κάνουν τόσο πικρό, γιατὶ βέβαια θυμοῦνται καὶ τὰ δικά τους. 


----------------------------------------



Η Ελλάς ευγνωμονούσα - Θεόδ. Βρυζάκης


Ο Ύμνος εις την Ελευθερία γράφτηκε από τον 25χρονο, τότε, Διονύσιο Σολωμό (1798-1857) στην Ζάκυνθο, πρώτα στα ιταλικά και εν συνεχεία στα ελληνικά, τον Μάιο του 1823, σε μία περίοδο ιδιαίτερης έξαρσης της Ελληνικής Επαναστάσεως. Οι δύο πρώτες στροφές του ποιήματος, σε μουσική του Νικολάου Μάντζαρου (1795-1872), αποτελούν τον Εθνικό Ύμνο της Ελλάδος (1865) και της Κύπρου (1966). 

Η φήμη του ποιήματος ξεπέρασε γρήγορα τα στενά όρια της Ζακύνθου. Το 1824 μεταφράστηκε μέρος του στα αγγλικά και ολόκληρο στα γαλλικά. Μεταξύ 1828 και 1830, ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν μελοποιήθηκε από τον κερκυραίο μουσουργό Νικόλαο Μάντζαρο για τετράφωνη ανδρική χορωδία και ακουγόταν με ενθουσιασμό σε εθνικές εορτές στα Επτάνησα. 

Από το 1865, με το Βασιλικό Διάταγμα της 4ης Αυγούστου 1865, θεωρείται ως ο εθνικός ύμνος της Ελλάδος. Η παρούσα ανάρτηση πραγματοποιείται εξ αφορμής της επετειακής ημέρας ·αποτελεί, βεβαίως μια εξαιρετική ευκαιρία να στοχαστούμε τους τόσο εύστοχους και γεμάτους ανδρεία στίχους του.

Το ποίημα του Σολωμού αποτελείται από 158 τετράστιχες στροφές. Το μέτρο είναι τροχαϊκό με εναλλαγές επτασύλλαβων και οκτασύλλαβων στίχων. 

Σύμφωνα με το περιεχόμενό του μπορεί να χωρισθεί στα εξής μέρη: 

α) Προοίμιο (στρ. 1-34). Ο ποιητής παρουσιάζει την θεά ελευθερία, θυμίζει τα περασμένα μαρτύρια του Ελληνισμού, την εξέγερση των σκλάβων, την χαρά του Ελληνισμού, την έχθρα των Ευρωπαίων ηγεμόνων και την περιφρονητική αδιαφορία των Ελλήνων για τα φιλότουρκα αισθήματά τους. 
β) Η περιγραφή της Μάχης της Τριπολιτσάς (στρ. 35-74). 
γ) Η μάχη της Κορίνθου και η καταστροφή του Δράμαλη στα Δερβενάκια (στρ. 75-87). 
δ) Η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου στα 1822 και ο πνιγμός των Τούρκων στον ποταμό Αχελώο (στρ. 88-122). 
ε) Τα πολεμικά κατορθώματα στην θάλασσα, η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας κοντά στην Τένεδο και ο απαγχονισμός του Γρηγορίου Ε'. (στρ. 123-138). 
στ) Επίλογος (στρ. 139-158). Ο ποιητής συμβουλεύει τους αγωνιστές να απαλλαγούν από την διχόνοια και προτρέπει τους δυνατούς της Ευρώπης να αφήσουν την Ελλάδα να ελευθερωθεί. 


ΗΧΗΤΙΚΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

~ Ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν [απόσπασμα] (ανάγνωση: 11164 Kb - 09:31) 
(διαβάζει: Αργυρόπουλος Γιάγκος, Απαγγελία, Polydor 1971) 



~ Ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν [απόσπασμα] (ανάγνωση: 3402 Kb - 03:38) 
(διαβάζει: Τσάγκας Χρίστος)