Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΜΑΧΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΜΑΧΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Ιουλίου 2016

Ὁ πόλεμος τοῦ Μαραθῶνα - 5 Ἰουλίου 1824


Ὁ κάμπος τοῦ Μαραθῶνα

Ὁ πόλεμος τοῦ Μαραθῶνα
(Μαραθών)
Μιὰ φορὰ ᾿ς τὸν καιρὸ τῶν Ἑλλήνων ἦρθαν πολλαῖς φούσταις ᾿ς αὐτὸν τὸν κάμπο. Οἱ Ἀθηναῖοι, ποὺ εἶχαν τὸ στρατό τους πάνω ᾿ς τῆς Γριᾶς τὸ μανδρί, ἔπεσαν κατὰ πάνω τους καὶ τόσο πολλοὺς ἐσκότωσαν, ποὺ ἐκοκκίνησε ἀπὸ τὸ αἷμα τὸ ποτάμι. 

Ὁ πεζοδρόμος τοῦ Μαραθῶνα 
(Ἀττική) 

᾿Σ τὸν κάμπο τοῦ Μαραθῶνα ἔγινε μιὰ φορὰ μεγάλη μάχη. Τοῦρκοι πολλοὶ μὲ ἄρμενα πολλὰ ἦρθαν νὰ σκλαβώσουν τὴ χώρα καὶ ἀπ᾿ ἐκεῖ νὰ περάσουν ᾿ς τὴν Ἀθήνα. Δὲν ἐπῆγαν γραμμὴ ᾿ς τὴν Ἀθήνα, γιατὶ οἱ Ἕλληνες ἐφύλαγαν μὲ πολλὰ πλεούμενα καὶ τρικάταρτα τὸν Πειραιᾶ. Ἐσυνάχτηκαν ἀπ᾿ ὅλα περίγυρα τὰ χωριὰ καὶ ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, κ᾿ ἔπιασαν πόλεμο φριχτό. Ἂν τοὺς νικήσουμε, σοῦ λέγει, ἐδῶ, πάει, τοὺς σπάσαμε· δὲ θὰ ἰδοῦν τὴ στράτα νὰ φύγουν. 

Ἐπολέμησαν ἀπὸ τὴν αὐγὴ ἕως τὸ βράδυ. Ἀπελπισμένοι ἐπολέμησαν οἱ ἐχτροί, ἀλλὰ πλέον ἀπελπισμένοι ἐπολέμησαν οἱ Ἕλληνες. Τὸ αἷμα ἐπῆγε ποτάμι· ἔφτασεν ἕως τὰ ῥιζὰ τοῦ Βρανᾶ καὶ ἕως τὸ Μαραθῶνα ἀντίκρυ. Ἔσυρεν ὣς τὴ θάλασσα κ᾿ ἔβαψε κατακόκκινα τὰ κύματα. Θρῆνος καὶ κακὸ ἔγινε. Τέλος ἐνίκησαν οἱ Ἕλληνες. Οἱ Τοῦρκοι ἔτρεξαν νὰ γλυτώσουν ᾿ς τὰ καράβια. Οἱ Ἕλληνες τοὺς ἐκυνήγησαν κ᾿ ἐκεῖ, τοὺς κατάσφαξαν, κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἐχτροὺς δὲν ἐγύρισε πίσω. 

Ἔτρεξαν τότε δύο νὰ φέρουν τὴν εἴδηση ᾿ς τὴν Ἀθήνα. Ὁ ἕνας ἔτρεξε καβαλλάρης, ὁ ἄλλος πεζὸς κι᾿ ἀρματωμένος. Ὁ καβαλλάρης ἐπῆγεν ἀπὸ τὸ Χαλάντρι· ὁ πεζὸς ἔπιασε τὴ Σταμάτα. Φτεροπόδαρος ἀνέβηκε τὸν Ἀφορεσμὸ καὶ κατέβηκε ᾿ς τὸ χωριό. Καθὼς τὸν εἶδαν οἱ γυναῖκες ἔτρεξαν κοντά του· «Σταμάτα, τοῦ φώναζαν, σταμάτα!» Ἤθελαν νὰ τὸν ἐρωτήσουν τὶ ἀπόγινε ἡ μάχη. Ἐστάθηκε μιὰ στιγμὴ νὰ πάρῃ φύσημα, κ᾿ ἔπειτα, πάλι δρόμο. Τέλος φτάνει ᾿ς τὸ Ψυχικό· ἐκεῖ ἐπῆγε νὰ ξεψυχήσῃ, πιάστηκε ἡ ἀναπνοή του, τὰ πόδια του ἔτρεμαν, τώρα ἔλεγε νὰ πέσῃ. Ἀντρειεύεται τότε καὶ παίρνει βαθυὸ ἀνασασμό, καὶ μιὰ καὶ δύο, ἔφτασε τἐλος ᾿ς τὴν Ἀθήνα. «Ἐνικήσαμε!» εἶπε, κ᾿ ἔπεσε εὐτὺς κ᾿ ἐξεψύχησε. Ὁ καβαλλάρης ταχυδρόμος ἀκόμα δὲν ἐφάνηκε! 

Ἐκεῖ ὅμως ποὺ σταμάτησε ὁ πεζοδρόμος κ᾿ ἐκεῖ ποὺ πῆρε ἀνάσα, ἄφησε τ᾿ ὄνομα τοῦ καμώματός του. Τὸ πρῶτο χωριὸ τ᾿ ὠνόμασαν Σταμάτα, τὸ δεύτερο Ψυχικό. 

Ὁ κάμπος τοῦ Μαραθῶνα 
(Σοῦλι καὶ Βρανᾶ τοῦ δήμου Μαραθῶνος) 

᾿Σ τὸν κάμπο τοῦ Μαραθῶνα ἀκούγονται πολλαῖς φοραῖς τὴ νύχτα φωναῖς λυπητεραῖς, σὰ γυναικῶν ποὺ νὰ τοῖς βασανίζουν. Ὅσο κοντοζυγώνεις ᾿ς τὸ μέρος ποὺ ἀκούγονται οἱ φωναῖς, τόσο αὐταῖς ἀλαργεύουν. 


Νικολάου Πολίτου, «Μελέται περὶ τοῦ βίου καὶ τῆς γλώσσης τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Παραδόσεις Α'», Ἀθῆναι, ἐκδοτικὸς ὀργανισμὸς «Ἐργάνη» - Ε.Π.Ε., 1965.


~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~


Σημείωση: Ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι ἐνῶ οἱ λαϊκὲς παραδόσεις ποὺ κατέγραψε ὁ Νικόλαος Πολίτης ἀναφέρουν τοὺς ἀρχαίους εἰσβολεῖς ὡς Τούρκους, ἡ γραφὶς τῶν λογίων τῆς Ἐπαναστάσεως, ἀλλὰ καὶ ἀγράμματοι ἀκόμη ἀγωνιστές, συγκινούμενοι ἀπὸ τὴν ἀρχαία δόξα τῆς Ἑλλάδος ποὺ ἀνασταίνεται, ἀποκαλοῦν τοὺς Τούρκους, Πέρσες! 

Ἔτσι, τὸν Μαραθῶνα καὶ τὸν Μιλτιάδη ἐπικαλεῖται ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης στὴν προκήρυξι «Μάχου ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος» καὶ καλεῖ τοὺς Ἕλληνες νὰ μιμηθοῦν τοὺς προγόνους, «οἵτινες κατέκοψαν τοσάκις τοὺς ἀναριθμήτους στρατοὺς τῶν βαρβάρων Περσῶν, τῶν ὁποίων τοὺς βαρβαροτέρους καὶ ἀνανδροτέρους ἀπογόνους πρόκειται εἰς ἡμᾶς σήμερον, μὲ πολλὰ μικρὸν κόπον, νὰ ἑξαφανίσωμεν ἐξ ὁλοκλήρου.» 

Ὁ δὲ Νικηταρᾶς ὁ Τουρκοφάγος, «Σταθῆτε Πέρσαι νὰ πολεμήσωμε!», φωνάζει στοὺς Τούρκους στὴν μάχη τῶν Δολιανῶν - Περσιάνους μάλιστα τοὺς ἀπεκάλει. 

Σὲ ἀμφότερες τίς περιπτώσεις, ἡ ἴδια πραγματικότης· ὁλόκληρη ἡ Ἱστορία τῆς Φυλῆς μας συγχρόνως παρούσα, ὄχι νεκρὸ γράμμα, ἀλλὰ ζωντανὴ παράδοσις, αἷμα κοχλάζον στὸ σῶμα τῶν ἀνδρῶν καὶ τῶν γυναικῶν τοῦ λαοῦ μας.

Κυριακή 29 Μαΐου 2016

Ἡ Ρωμανία κι ἂν πέρασεν ἀνθεῖ καὶ φέρει κι ἄλλο...


Η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως - Θεόφιλος Χατζημιχαήλ


Χωρίς ἀμφιβολία, τό θλιβερώτερο γεγονός τῆς ἱστορίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶναι ἡ ἅλωσις τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τούς Τούρκους. Ἡ ἀποφράς ἡμέρα τῆς 29ης Μαΐου τοῦ 1453 δέν σήμανε ἁπλῶς τήν πτῶσι μιᾶς πόλεως.Ἡ πτῶσις τῆς Βασιλεύουσας, πού μένει στούς αἰῶνας γεγονός μέ συνέπειες παγκοσμίου σημασίας, ἔθλιψε βαθύτατα τούς ἁπανταχοῦ Ἕλληνας. 

Ἡ λαϊκή μοῦσα ἐθρήνησε τήν ἅλωσι τῆς Πόλεως, ἀνακαλώντας στήν μνήμη της καί περιγράφοντας τήν ἡμέρα ἐκείνη μέ τά μελανώτερα χρώματα: 

Πάρθεν ἡ Ρωμανία 
(Δημοτικὸ τοῦ Πόντου) 

Ἕναν πουλίν, καλὸν πουλὶν ἐβγαίν᾿ ἀπὸ τὴν Πόλιν, 
οὐδὲ στ᾿ ἀμπέλια κόνεψεν οὐδὲ στὰ περιβόλιαν, 
ἐπῆγεν καὶ ἐκόνεψεν, σ᾿ Ἁγιά-Σοφιᾶς τὴν πόρταν. 
Ἔδειξεν τ᾿ ἕναν τὸ φτερόν, στὸ αἷμα βουτεμένον, 
καὶ σ᾿ ἄλλον τὸ φτερὸν μαθέ, χαρτὶν βαστᾷ γραμμένον, 
ἀτό, κανεὶς κι ἀναγνῶθ᾿, κανεὶς καὶ ξέρ᾿ντὸ λέγει, 
μηδὲ κι ὁ Πατριάρχης μου, μ᾿ ὅλους τοὺς πουπᾶδες. 
Κ᾿ ἕνα παιδίν, καλὸν παιδίν, πάει κι ἀναγνώθει, 
σίντα ἀναγνώθει, σίντα κλαίει, σίντα κλούει τὴν καρδίαν: 

- Νὰ ἠλὶ ἐμᾶς, νὰ βάι ἐμᾶς, πᾶρθεν ἡ Ρωμανίαν, 
νὰ ἠλὶ ἐμᾶς, νὰ βάι ἐμᾶς, οἱ Τοῦρκοι τὴ Πόλη ἐπέραν, 
ἐπέραν τὸ βασιλοσκᾶν καὶ ἕνα, ἕνα παιδία 
μοιρολογοῦν τὰ ἐγκλησίας, κλαῖγνε τὰ μοναστήρια, 
κι ἀ᾿ γιὰ δὲς τὸ Χρυσόστομον, κλαίγνει δε᾿γνὸ μὴ ῾σκᾶτε 
μὴν κλαὶς Ἅη-Γιάννε μου, καὶ δε᾿γνὸ μὴ ῾σκάσε 
ἡ Ρωμανίαν ἐπέρασεν, ἡ Ρωμανίαν ἐπάρθεν. 

Ἡ Ρωμανία κι ἂν πέρασεν ἀνθεῖ καὶ φέρει κι ἄλλο.



Κυριακή 24 Απριλίου 2016

Ο θάνατος του Διάκου



Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα, 
καν ο Καλύβας έρχεται, καν ο Λεβεντογιάννης. 
-Ουδ’ ο Καλύβας έρχεται, ουδ’ ο Λεβεντογιάννης, 
Ομέρ-Βρυώνης πλάκωσε με δεκοχτώ χιλιάδες. 
Ο Διάκος σαν τ’αγρίκησε, πολύ του κακοφάνη, 
ψιλή φωνή ν’ εσήκωσε, τον πρώτο του φωνάζει: 
- Το στράτευμά μου (1) σύναξε, μάσε τα παληκάρια, 
δωσ’ τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις φούχτες 
γλήγορα και να πιάσωμε (2) κάτω στην Αλαμάνα, 
όπου ταμπούρια δυνατά έχει (3) και μετερίζια. 
Επήραν τ’ αλαφρά (4) σπαθιά και τα βαριά τουφέκια, 
στην Αλαμάναν’ έφτασαν κι’ έπιασαν τα ταμπούρια. 
-Καρδιά, παιδιά μου, φώναξε (5), παιδιά μη φοβηθήτε, 
ανδρεία (6) ωσάν Έλληνες, ωσάν Γραικοί σταθήτε! 
Εκείνοι εφοβήθηκαν (7) κι’ εσκόρπισαν στους λόγγους. 
Έμειν’ ο Διάκος στη φωτιά (8) με δεκοχτώ λεβέντες, 
τρεις ώρες επολέμαε με δεκοχτώ χιλιάδες. 
Σκίστηκε το τουφέκι του κι’ εγίνηκε κομμάτια, 
και το σπαθί του έσυρε και στη φωτιά ν’ εμπήκε, 
έκοψε Τούρκους άπειρους κι’ εφτά μπουλουκμπασάδες. 
Πλην το σπαθί του έσπασε ν’απάν’ από τη χούφτα (9) 
κι’ έπεσ’ ο Διάκος ζωντανός εις των εχθρών τα χέρια. 
Χίλιοι τον πήραν απ’ εμπρός και δυο χιλιάδες πίσω. 
Κι’ [ο] Ομέρ Βριώνης μυστικά στο δρόμο τον ερώτα: 
- Γένεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστη σου ν’ αλλάξης, 
να προσκυνάς εις το τζαμί, την εκκλησιά ν’ αφήσης, 
Κι’ εκείνος τ’ απεκρίθηκε και με θυμό του λέει: 
-Πάτε κι’ εσείς και’ η πίστη σας, μουρτάτες να χαθήτε, 
εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θελ’ απεθάνω. (10) 
Αν θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες, 
μόνο πέντ’ έξι ημερών (11) ζωή να μου χαρίστε, 
όσο να φτάσ’ ο Οδυσσεύς και ο Θανάσης Βάγιας. 
Σαν τ’ άκουσ’ ο Χαλίλμπεης με δάκρυα φωνάζει: 
-Χίλια πουγγιά σας δίνω ’γω κι’ ακόμα πεντακόσια, 
το Διάκο να χαλάσετε, το φοβερό τον κλέφτη, 
ότι (12) θα σβήση την Τουρκιά και όλο το Δοβλέτι. (13) 
Το Διάκο τον επήρανε και στο σουβλί τον βάλαν, 
Ολόρθο τον εστήσανε, κι’ αυτός χαμογελούσε. 
Την πίστη τους τους έβριζε, τους έλεγε μουρτάτες. 
- Εμέν’ αν εσουβλίσετε (14), ένας Γραικός εχάθη, 
ας είν’ καλά ο Οδυσσεύς κι’ ο καπιτάν Νικήτας, 
αυτοί θα κάψουν την Τουρκιά κι’ όλο σας το Δοβλέτι. 



Δημήτριος Σ. Λουκᾶτος - Τὰ Πρῶτα Τραγουδήματα τοῦ Εἰκοσιένα 
(Κείμενα ἀπὸ τὸν Φλωριέλ) 
 Ἀπὸ περ. ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, Ἀφιέρωμα στὸ ’21, 
Δεκέμβριος 1970, Νο 1043 σσ. 246-59


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

1. Ο Πολίτης (Εκλογαί 11) διορθώνει σωστά: «τον ταϊφά μου». 
2. Θα ήταν δημοτικότερα: «Ογλήγορα να πιάσωμε». 
3. Ίσως: «Πο ’χει ταμπούρια δυνατά, έχει και μ». 
4. αλαφριά 
5. Ίσως: «Κάντε καρδιά, τους φώναξε». 
6. ανδρείοι ωσάν Ε. (Η έκφραση συνηθιζόταν στις προκηρύξεις). 
7. εφοβήθηκανε, 
8. ή: μονάχος, 
9. Λέγεται και φούχτα και χούφτα, 
10. Απ’ αυτό και «θε να πεθάνω», 
11. Ίσως ήταν: «μόνο τριώ μερών ζωή, θέλω να μου χαρίστε» (ή: μονάχα πεντ–έξι μερών»), 
12. γιατί… 
13. Θα πήγαινε κι’ εδώ (όπως και στον στίχ. 42): κι’ όλο σας το Δεβλέτι (ή Δοβλέτι), 
14. Άλλοι διορθώνουν: κι’ αν με σουβλίσετε.



Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

Τὸ δημοτικὸ τραγούδι στὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821


 Η Έξοδος του Μεσολογγίου - Θ. Βρυζάκης

Ἀναντίρρητα ξεχωριστὴ θέση μεταξὺ τῶν μνημείων τοῦ λόγου στὸ λαό μας, κατέχουν τὰ τραγούδια. «Ὄχι μόνον ὡς ἰσχυρῶς κινοῦντα τὴν ψυχὴν διὰ τὸ ἀπέριττον κάλλος, τὴν ἀβίαστον ἁπλότητα, τὴν πρωτοτυπίαν καὶ τὴν φραστικὴν δύναμιν καὶ ἐνάργειαν, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀκριβέστερον παντὸς ἄλλου πνευματικοῦ δημιουργήματος τοῦ λαοῦ ἐμφαίνοντα τὸν ἰδιάζοντα χαρακτήρα τοῦ ἔθνους...» σημειώνει χαρακτηριστικὰ ὁ Ν.Γ. Πολίτης στὶς «Ἐκλογὲς ἀπὸ τὰ τραγούδια τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ»

Ὁ ἴδιος, ἰδανικὸς θεματοφύλακας τῶν ἑλληνικῶν δημοτικῶν τραγουδιῶν καὶ ἀξεπέραστος συλλέκτης αὐτῶν τῶν δημιουργημάτων ἑνὸς λαοῦ προικισμένου μὲ ἀπαράμιλλη ποιητικὴ φλέβα, τονίζει: «Ἡ δημοτικὴ ποίησις εἶναι ἡ ἀσφαλεστάτη ἀφετηρία καὶ τὸ στερεότατων Θεμέλιον πάσης δημιουργίας τῆς ἑλληνικῆς τέχνης. Τὸ ἔργον τοῦ ποιητοῦ καὶ τοῦ καλλιτέχνου εἶναι τελειότερον καὶ μονιμώτερον, ὅταν τὰς ρίζας του ἔχη εἰς τὸ πάτριον ἔδαφος ... Καθόλα δὲ ἡ δημοτικὴ ποίησις εἶναι τελεσφορώτατον ὄργανον τῆς ἐθνικῆς ἀγωγῆς, ἐκτρέφουσα καὶ συντηροῦσα τὸ ἐθνικὸν φρόνημα, πᾶς δ᾿ Ἕλλην πρέπει νὰ γιγνώσκη καὶ μελετᾶ τουλάχιστον τὰ κράτιστα καὶ κυριώτατα τῶν δημωδῶν λογοτεχνημάτων, μὴ ἀρκούμενος εἰς ὅσα τυχὸν ἐν τῷ καθ᾿ ἡμέραν βίῳ ἔχει ἀποκομίση ἐκ τῆς προφορικῆς παραδόσεως ...». 

Ἀπειράριθμα εἶναι τὰ δημοτικὰ τραγούδια ποὺ γεννήθηκαν ἀπ᾿ τὰ σπλάγχνα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ στὴν ἱστορική του διαδρομή, καί, ὅπως εἶναι φυσικό, ἀφοροῦν ὅλες τὶς «λειτουργίες» τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Ἔτσι, οἱ μελέτες κατανέμουν τὰ δημοτικὰ τραγούδια - ἀνάλογα μὲ τὸ περιεχόμενό τους - σὲ συγκεκριμένες κατηγορίες, οἱ σπουδαιότερες τῶν ὁποίων εἶναι οἱ ἑξῆς: Ἱστορικὰ τραγούδια, Κλέφτικα, Ἀκριτικά, Τραγούδια τῆς ἀγάπης, Νυφιάτικα, Ναναρίσματα, Τραγούδια τῆς ξενιτιᾶς, Μοιρολόγια καὶ Περιγελαστικά. 



Ἀναφορικὰ μὲ τὰ ἱστορικὰ τραγούδια ὁ μελετητής τους Uhland σημειώνει: «... Λέγοντας δημώδη ἱστορικὰ τραγούδια, ἐννοοῦμεν ἄσματα ἐκπηγάσαντα ἀμέσως ἐξ ἱστορικῶν γεγονότων ἢ περιστάσεων καὶ προωρισμένα νὰ τραγουδοῦνται ὑπὸ τοῦ λαοῦ...». 

Ὁ πόλεμος ἀρχίνησε καὶ ἀνάψαν τὰ τουφέκια. 
Τὸν Ζέρβα καὶ τὸν Μπότσαρη  ἐφώναξε ὁ Τζαβέλας: 
«Παιδιά μ᾿ ἦρθ᾿ ὥρα τοῦ σπαθιοῦ κι ἂς πάψη τὸ τουφέκι». 
Κι ὅλοι ἔπιασαν καὶ σπάσανε τὶς θήκαις τῶν σπαθιῶν τους, 
τοὺς Τούρκους βάνουνε μπροστά, τοὺς βάνουν σὰν κριάρια... 

Ὅσον ἀφορᾶ τὰ κλέφτικα τραγούδια ὁ μελετητὴς Κarl Mendelssohn Bartholdy γράφει: «...Τὰ κλέφτικα τραγούδια νομίζεις πὼς εἶναι χείμαρροι ἀφρισμένοι, ἐκρέοντες ὄχι ἀπὸ ἀνθρώπινα χείλη, ἀλλ᾿ ἀπὸ τοὺς βράχους τῆς Οἴτης καὶ τοῦ Ὀλύμπου...». 

Ὁ πλούσιος ἔχει τὰ φλωριά, ἔχει ὁ φτωχὸς τὰ γλέντια. 
Ἄλλοι παινᾶνε τὸν πασὰ καὶ ἄλλοι τὸ βεζίρη, 
μὰ ‘γῶ παινάω τὸ σπαθὶ τὸ τουρκοματωμένο, 
τὸ ᾿χει καμάρι ἡ λεβεντιά, κι ὁ κλέφτης περηφάνεια... 

Η μάχη των Δερβενακίων

Ἐρχόμενοι στοὺς «καθ᾿ ἡμᾶς» σύγχρονους μελετητές, ἀπὸ τοὺς γνωστότερους ἐρευνητὲς τῆς δημοτικῆς, μουσικοποιητικῆς παράδοσης στὴν Ἑλλάδα, μὲ μιὰ σειρὰ ἀπὸ πλούσιες καταθέσεις στὸ ἐνεργητικό του, εἶναι ὁ Γιώργης Μελίκης. Οἱ δίσκοι, τὰ βιβλία καὶ οἱ χιλιάδες ραδιοτηλεοπτικές του ἐκπομπές, τὸν ἔχουν ἀναδείξει ὡς ἕναν ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ συνεχίζουν νὰ ἀνακαλύπτουν καὶ νὰ προβάλουν τὴν αὐθεντικὴ δημοτικὴ μουσική, μὲ τὸν πλέον συστηματικὸ τρόπο. 

Μιλώντας λοιπὸν ὁ ἴδιος γιὰ τὸ πῶς γεννήθηκε τὸ δημοτικὸ τραγούδι καὶ εἰδικότερα στὴν ἐπανάσταση τοῦ 1821, τονίζει: 

«...Τὸ δημοτικὸ τραγούδι τοῦ 1821, ὡς ὅρος καὶ χαρακτηρισμός, ἐκτιμῶ πὼς εἶναι ἀδόκιμο, δηλαδὴ δὲν εἶναι κάτι ξεκομμένο καὶ αὐθαίρετο μέσα στὴ λαϊκὴ ἔκφραση καὶ δημιουργία. Εἶναι σχετικὰ ἕνα μικρὸ κεφάλαιο ποὺ ὑμνεῖ κλέη καὶ πάθη ἡρώων μία ἱστορικὴ περίοδο ποὺ σηματοδότησε τὴ δημιουργία τοῦ νέου ἑλληνικοῦ κράτους. Εἶναι προϊὸν ἱστορικῆς ἀνάγκης ἀλλὰ καὶ ἐθνο-μουσικολογικὴ συνήθεια ποὺ ἀπαντᾶται σὲ ὅλους τοὺς λαούς...». 



Τὸ ἱστορικὸ στοιχεῖο 

Ἡ ὑπερεκτίμηση μεγεθῶν σὲ πρόσωπα καὶ τόπους εἶναι ἀπαραίτητο ἱστορικὸ στοιχεῖο γιατὶ ὁ ἐχθρὸς πρέπει νὰ ὑποτιμηθεῖ, νὰ ὑπερκερασθεῖ καὶ στὴ συνέχεια νὰ κατατροπωθεῖ γιὰ νὰ κραταιωθεῖ ὁ Ἕλληνας στὸ χῶρο, τὴν ἰθαγένεια καὶ τὴν ἱστορική του διάσταση. 

Λάμπουν τὰ χιόνια στὰ βουνὰ κι ὁ ἥλιος στὰ λαγκάδια, 
λάμπουν καὶ τ᾿ ἀλαφρὰ σπαθιὰ τῶν Κολοκοτρωναίων, 
πὄ ᾿χουν τ᾿ ἀσήμια τὰ πολλά, τὶς ἀσημένιες πάλαις, 
τὶς πέντε ἀράδαις τὰ κουμπιά, τὶς ἕξι τὰ τσαπράζια
ὁποῦ δὲν καταδέχονται τῆς γῆς νὰ τὴν πατήσουν... 

 «...Τὸ δημοτικὸ τραγούδι ἤθελε νὰ ἐκφράσει τὸ ἀνώτερο καὶ τὸ ἰδεῶδες», συνεχίζει ὁ Γ. Μελίκης, «... καὶ ἦταν συνυφασμένο ἢ καὶ ἐνσωματωμένο μέσα στὴν δικαιοπρακτική του συναλλαγὴ ποὺ πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἐκφράζεται στὸ τρίπτυχο: «Πατρίδα - Θρησκεία – Οἰκογένεια». 

Ὅσο γιὰ τὰ εἴδη τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ ποὺ ἄνθισαν στὴ διάρκεια τῆς ἐπανάστασης τοῦ 1821, πρόκειται γιὰ τὸ σύσσωμο τὸν ἔρωτα καὶ τὸ σύψυχο τῆς ἱστορίας σὲ ἕνα ἑνιαῖο καὶ ἀδιάσπαστο διαχρονικὸ πλαίσιο. Ἡ Θεματολογία τους προσωπική, μὲ διαπροσωπικὲς καὶ κοινωνικὲς κυρίως προεκτάσεις ἐπιβεβλημένες ἀπὸ τὶς ἱστορικὲς συγκυρίες, κυρίως ὅμως ἀπὸ τὰ εὐρωπαϊκὰ ἀπελευθερωτικὰ κινήματα ποὺ γιὰ κάθε λαὸ ὑπόδουλο εἶναι τὰ ἴδια σὲ ἐκφραστικὰ μέσα καὶ ἔνταση: Ἔρωτας, γενναιότητα, ἄθλοι καὶ κατορθώματα καὶ ὑπόμνηση τῆς καταγωγῆς ...». 

Ary Scheffer, Les femmes souliotes

Ὁ Γιώργης Μελίκης, ἀναφερόμενος στὸ πόσα καὶ πῶς ἔχουν διασωθεῖ μέχρι τὶς μέρες μας, τονίζει: 

«... Ἡ ἐπανάσταση τοῦ ᾿21 εἶναι ὁρόσημο καὶ ἀφετηρία μιᾶς πορείας. Γιατὶ ἔχουμε διάφορες ἱστορικὲς ἀπελευθερωτικὲς χρονολογίες. Π.χ. στὴ Μακεδονία τὸ 1912 μετράει περισσότερο ἀπὸ τὸ 1821. Ὡστόσο ὅμως, τὸ ᾿21 ἐκφράζει μία γενικότερη ἱστορικὴ πράξη, τὸ ὅραμα ἑνὸς ὑπόδουλου λαοῦ. Ὁ Ἕλληνας, κατεξοχὴν ὁραματιστὴς ἀπὸ τὴν προϊστορία του ἀκόμη, δημιούργησε ἔπη καὶ τραγούδια μοναδικὰ καὶ πολλὰ τόσο σὲ ἀριθμό, ὅσο καὶ σὲ ποιότητα. Ἔτσι ἔχουμε ἑκατοντάδες τραγούδια ὅλων τῶν κατηγοριῶν ποὺ ἀναφέρονται στὰ πρόσωπα, στοὺς τόπους καὶ στὰ κατορθώματα τῶν ἡρώων του 21 ...». 

Κρυφὰ τὸ λένε τὰ πουλιά, κρυφὰ τὸ λὲν τ᾿ ἀηδόνια, 
κρυφὰ τὸ λέει ὁ γούμενος ἀπὸ τὴν Ἁγία Λαύρα: 
«Παιδιά, γιὰ μεταλάβετε, γιὰ ξεμολογηθῆτε, 
δὲν εἶν᾿ ὁ περσινὸς καιρὸς κι ὁ φετεινὸς χειμώνας. 
Μᾶς ἦρθε γῆ ἄνοιξη πικρή, τὸ καλοκαίρι μαῦρο, 
γιατὶ σηκώθη πόλεμος καὶ πολεμοῦν τοὺς Τούρκους. 
Νὰ διώξουμ᾿ ὅλη τὴν Τουρκιὰ ἢ νὰ χαθοῦμε οὖλοι» 


Γιὰ τὸ ἂν ὑπάρχουν ἢ ὄχι συλλογὲς μὲ δημοτικὰ τραγούδια καὶ γιὰ τὸ ποιὲς εἶναι αὐτὲς ὁ Γ. Μελίκης, λέει: «... Τὰ φιλελληνικὰ κινήματα ποὺ δημιουργήθηκαν στὴν Εὐρώπη μὲ τοὺς λόγιους καὶ ρομαντικούς «τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ κάλλους» σηματοδότησαν τὶς πρῶτες καταγραφές. Ὁ Κλὼντ Φωριὲλ διέσωσε μεταξὺ τῶν πρώτων καὶ «ἐν θερμῷ» τραγούδια τοῦ ᾿21, ὅπως τ᾿ ἄκουσε ἀπὸ τοὺς ἐπιζῶντες ἀκόμη ἀγωνιστές. Ἔτσι ἀπὸ τὸν Φωριὲλ καὶ μέχρι σήμερα ἑκατοντάδες καταγραφὲς δημοτικῶν τραγουδιῶν, περιέσωσαν τραγούδια καὶ αὐτῆς τῆς ἐποχῆς. Ἕνα σημαντικὸ στοιχεῖο στὰ τραγούδια αὐτὰ εἶναι ὅτι μποροῦμε νὰ τὰ χρονολογήσουμε μὲ ἀκρίβεια, ἐνῶ γιὰ τὰ ἄλλα ἔχουμε πάντα τὶς γνωστὲς καὶ σχετικὲς δυσκολίες ...». 

Κατάληψη του κάστρου των Σαλώνων, Louis Dupré

Πολύτιμο Κεφάλαιο 

Ὁ ἐρευνητὴς Γιώργης Μελίκης ἐπὶ πολλὰ χρόνια, μ᾿ ἕνα μαγνητόφωνο στὴν πλάτη, γυρίζει σ᾿ ὁλόκληρη τὴν Βόρεια Ἑλλάδα - κυρίως - καὶ καταγράφει χιλιάδες στίχους - δημιουργήματα τῆς ἀνώνυμης, λαϊκῆς πολυφωνίας. Τὸ πλούσιο ἀρχεῖο - συλλογή του ἀποτελεῖ γιὰ τοὺς ἐθνο-μουσικολόγους ἕνα πολύτιμο κεφάλαιο γιὰ τὴν μελέτη τῆς αὐθεντικῆς, δημοτικῆς, μουσικοποιητικῆς παράδοσης. 

Ἔτσι στὴν ἐρώτησή ἂν οἱ δίσκοι τοὺς ὁποίους ἔχει ἐπιμεληθεῖ καὶ κυκλοφορήσει περιλαμβάνουν τραγούδια σχετικὰ μὲ τὸ ᾿21, τονίζει: «... Ἡ διαχρονικὴ ἱστορική μας περιπέτεια ὡς λαὸς καὶ ὡς πολιτισμὸς δὲν μπορεῖ νὰ ἀφήσει ἀπ᾿ ἔξω ἕνα τόσο μεγάλο κεφάλαιο τῆς μουσικοποιητικῆς μας δημιουργίας. Μὲ αὐτὴ τὴ λογικὴ καὶ τὸ εὖρος ἑνὸς τόσο μεγάλου ἱστορικό-κοινωνικοῦ ἀγώνα καὶ βέβαια στοὺς δίσκους μου ὑπάρχουν καὶ τέτοια τραγούδια ...». 



Εἶναι γεγονὸς ὅτι στὰ δημοτικὰ τραγούδια περιλαμβάνονται κυριολεκτικὰ τὰ ὡραιότερα τραγούδια τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ὅπως ἔλεγε καὶ ὁ Ν.Γ. Πολίτης: «... εἰς τὰ τραγούδια καὶ τὰς παραδόσεις ὁ ἐθνικὸς χαρακτὴρ ἀποτυπώνεται ἀκραιφνὴς καὶ ἀκίβδηλος ...». 

Μιᾶς λοιπὸν καὶ στὰ δημοτικὰ τραγούδια συναντᾶμε τὴν «λαϊκὴ ποίηση» εἶναι σκόπιμο νὰ ἀναφερθεῖ καὶ ὁ λόγος περὶ αὐτῆς τοῦ ἐθνικοῦ μας ποιητὴ Δ. Σολωμοῦ: «... Ὁ θεμελιώδης ρυθμός, ἂς στυλωθῆ εἰς τὸ κέντρον τῆς ἐθνικότητος, καὶ ἂς ὑψώνεται κάθετα, ἐνῶ τὸ νόημα ἀπὸ τὸ ὁποῖον πηγάζει ἡ ποίησις, καὶ τὸ ὁποῖον αὐτὴ ὑπηρετεῖ, ἁπλώνει βαθμηδὸν τοὺς κύκλους του ...». 
  (ἄρθρο τοῦ Δανιὴλ Παπαδανιήλ)



Αθανάσιος Διάκος


ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΥ 

Τρία πουλάκια κάθουνταν ψηλὰ στὴ Χαλκουμάτα. 
Τό ᾿να τηράει τὴ Λειβαδιὰ καὶ τ᾿ ἄλλο τὸ Ζητούνι, 
τὸ τρίτο τὸ καλύτερο μοιρολογάει καὶ λέει: 
- Πολλὴ μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σὰν καλιακούδα. 
Μὴν᾿ ὁ Καλύβας ἔρχεται, μην᾿ ὁ Λεβεντογιάννης; 
- Νοὔδ᾿ ὁ Καλύβας ἔρχεται νοὔδ᾿ ὁ Λεβεντογιάννης. 
Ὀμὲρ Βρυώνης πλάκωσε μὲ δεκαοχτὼ χιλιάδες. 

Ὁ Διάκος σὰν τ᾿ ἀγροίκησε πολὺ τοῦ κακοφάνη. 
Ψηλὴ φωνὴ ἐσήκωσε, τὸν πρῶτο του φωνάζει. 
«Τὸν ταϊφᾶ μου σύναξε, μᾶσε τὰ παλληκάρια, 
δώσ᾿ τους μπαρούτη περισσὴ καὶ βόλια μὲ τὶς χοῦφτες, 
γλήγορα γιὰ νὰ πιάσουμε κάτω στὴν Ἀλαμάνα, 
ποὺ ᾿ναι ταμπούρια δυνατὰ κι ὄμορφα μετερίζια». 

Παίρνουνε τ᾿ ἀλαφριὰ σπαθιὰ καὶ τὰ βαριὰ τουφέκια, 
στὴν Ἀλαμάνα φτάνουνε καὶ πιάνουν τὰ ταμπούρια. 
«Καρδιά, παιδιά μου» φώναξε, «παιδιὰ μὴ φοβηθῆτε, 
σταθεῖτε ἀντρειὰ σὰν Ἕλληνες καὶ σὰ Γραικοὶ σταθῆτε». 

Ψιλὴ βροχούλαν ἔπιασε κι ἕνα κομμάτι ἀντάρα, 
τρία γιουρούσιαν ἔκαμαν, τὰ τρία ἀράδα ἀράδα. 
Ἔμεινε ὁ Διάκος στὴ φωτιὰ μὲ δεκαοχτὼ λεβέντες. 
Τρεῖς ὧρες ἐπολέμαε μὲ δεκαοχτὼ χιλιάδες. 
Βουλῶσαν τὰ κουμπούρια του κι ἀνάψαν τὰ τουφέκια, 
κι ὁ Διάκος ἐξεσπάθωσε καὶ στὴ φωτιὰ χουμάει. 
Ξήντα ταμπούρια χάλασε κι ἑφτὰ μπουλουκμπασῆδες, 
καὶ τὸ σπαθί του κόπηκε ἀνάμεσα ἀπ᾿ τὴ χούφτα 
καὶ ζωντανὸ τὸν ἔπιασαν καὶ στὸν πασᾶ τὸν πάνουν. 
Χίλιοι τὸν πᾶν ἀπὸ μπροστὰ καὶ χίλιοι ἀπὸ κατόπι. 

Κι ὁ Ὁμὲρ Βρυώνης μυστικὰ στὸ δρόμο τὸν ἐρώτα: 
«Γίνεσαι Τοῦρκος Διάκο μου, τὴν πίστη σου ν᾿ ἀλλάξεις, 
νὰ προσκυνήσεις στὸ τζαμί, τὴν ἐκκλησιὰ ν᾿ ἀφήσεις;» 
Κι ἐκεῖνος τ᾿ ἀποκρίθηκε καὶ στρίφτει τὸ μουστάκι: 
«Πᾶτε κι ἐσεῖς κι ἡ πίστη σας, μουρτάτες νὰ χαθεῖτε! 
Ἐγὼ Γραικὸς γεννήθηκα Γραικὸς θὲ ν᾿ ἀποθάνω. 
Ἄ, θέλετε χίλια φλωριὰ καὶ χίλιους μαχμουτιέδες 
μόνον ἑφτὰ μερῶν ζωὴ θέλω νὰ μοῦ χαρίστε, 
ὅσο νὰ φτάσει ὁ Ὀδυσσεὺς καὶ ὁ Θανάσης Βόγιας». 
Σὰν τ᾿ ἄκουσε ὁ Χαλίλμπεης, ἀφρίζει καὶ φωνάζει:
«Χίλια πουγκιὰ σᾶς δίνω ῾γὼ κι ἀκόμα πεντακόσια, 
τὸ Διάκο νὰ χαλάσετε, τὸ φοβερὸ τὸν κλέφτη, 
γιατὶ θὰ σβήσει τὴ Τουρκιὰ κι ὅλο μας τὸ ντοβλέτι». 

Τὸ Διάκο τότε παίρνουνε καὶ στὸ σουβλὶ τὸν βάζουν. 
Ὁλόρτο τὸν ἐστήσανε κι αὐτὸς χαμογελοῦσε, 
τὴν πίστη τους τοὺς ὕβριζε, τοὺς ἔλεγε μουρτάτες: 
«Σκυλιά, κι ἂ᾿ μὲ σουβλίσετε ἕνας Γραικὸς ἐχάθη. 
Ἂς εἶν’ ὁ Ὀδυσσεὺς καλὰ κι ὁ καπετὰν Νικήτας, 
ποὺ θὰ σᾶς σβήσουν τὴν Τουρκιὰ κι ὅλο σας τὸ ντοβλέτι ».


François-Émile de Lansac, Episode of the siege of Missolonghi


ΤΗΣ ΔΕΣΠΩΣ 

Ἀχὸς βαρὺς ἀκούεται, πολλὰ τουφέκια πέφτουν. 
Μήνα σὲ γάμο ρίχνονται, μήνα σὲ χαροκόπι; 
- Οὐδὲ σὲ γάμο ρίχνονται οὐδὲ σὲ χαροκόπι. 
Ἡ Δέσπω κάνει πόλεμο μὲ νύφες καὶ μ᾿ ἀγγόνια. 
Ἀρβανιτιὰ τὴν πλάκωσε στοῦ Δημουλᾶ τὸν πύργο: 
«Γιώργαινα, ρίξε τ᾿ ἄρματα, δὲν εἶναι ἐδῶ τὸ Σούλι. 
Ἐδῶ εἶσαι σκλάβα τοῦ πασᾶ, σκλάβα τῶν Ἀρβανίτων.» 
«Τὸ Σούλι κι ἂν προσκύνησε, κι ἂν τούρκεψεν ἡ Κιάφα, 
ἡ Δέσπω ἀφέντες Λιάπηδες δὲν ἔκαμε, δὲν κάνει». 
Δαυλὶ στὸ χέρι ἅρπαξε, κόρες καὶ νύφες κράζει: 
«Σκλάβες Τούρκων μὴ ζήσωμε, παιδιά μ᾿, μαζί μου ἐλᾶτε». 
Καὶ τὰ φυσέκια ἀνάψανε, κι ὅλοι φωτιὰ γενῆκαν. 




Κυριακή 17 Μαΐου 2015

Καγκελευτός χορός





Στην Ιερισσό, στην χερσόνησο της Χαλκιδικής, μεταξύ των πολλών τραγουδιών και χορών τα οποία αποτελούν την πλούσια μουσική παράδοση της, υπάρχει και ο Καγκελευτός χορός. Ιστορικός χορός ο οποίος χορεύεται κατ’ αναπαράσταση της σφαγής 400 κατοίκων της Ιερισσού από τους Τούρκους το 1821, ως αντίποινα για την επανάσταση της Χαλκιδικής. 

Κατά τον ιστορικό I. Βασδραβέλλη («Οι Μακεδόνες εις τους υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνας»), η σύλληψη και η σφαγή των 400 Ιερισσιωτών έγινε από τον Σιντίκ Γιουσούφ Μπέη, όταν αμέσως μετά τις σφαγές της Θεσσαλονίκης και την έκδοση του φιρμανίου με το οποίο διετάσσετο η εξόντωση των επαναστατών της Χαλκιδικής και η καταστροφή των χωριών της, εξεστάτευσε δια μέσου του λεκανοπεδίου του Λαγκαδά στην Ιερισσό, για να επιτηρεί από εκεί τους επαναστάτες του Εμμανουήλ Παπά στο Αγιο Όρος. 

Κατά την παράδοση, η σφαγή εκείνη έγινε με τρόπο αποτρόπαιο. Οι μελλοθάνατοι οδηγήθηκαν στο «Αλώνι» και διετάχθησαν να σχηματίσουν αλυσίδα χορού. Εκεί, χειροκροτούμενοι υποχρεώθηκαν να βαδίζουν κάτω από τα σπαθιά των δημίων, οι οποίοι τους αποκεφάλιζαν στην στροφή του «χορού». Πιστή αναπαράσταση εκείνου του τραγικού γεγονότος, είναι ο «καγκελευτός χορός», ο οποίος επινοήθηκε και καθιερώθηκε να χορεύευται από άνδρες και γυναίκες, κάθε Τρίτη του Πάσχα στον τόπο της σφαγής που από τότε λέγεται «Μαύρο Αλώνι» ή «Στου Μαυριανού τ’ αλώνι».

Ο χορός ανοίγει συνήθως με το τραγούδι: 

«Στου μαύρου νιού - μάννα μ' - τα' αλώνι του μαρμαρινό. 
Παίζουν ντ' ουμάδα - παίζουν - γιυιός κι βασιλιάς. 
Κανείς κι δεν την παίζει σαν ντου Γιαννάκη». 

Είναι αργόσυρτος χορός, στο τελευταίο κομμάτι του τραγουδιού οι δύο πρώτοι χορευτές, ο πρωτοσύρτης και ο πρωτοκαγκελευτής, ενώνουν τα χέρια τους δημιουργώντας μια αψίδα αναπαραστώντας τα τεντωμένα σπαθιά των Τούρκων. Από την υποτυπώδη αψίδα περνούν όλοι οι χορευτές δύο φορές, ενώ τα βήματα του χορού συνεχίζονται καθώς και το τραγούδι, το οποίο κάθε του στροφή του τραγουδιέται εναλλάξ, μια από τους άντρες και μια από τις γυναίκες. Συγκεκριμένα, η λαβή του χορού είναι αγκαζέ με το δεξί χέρι ενός χορευτή κάτω από το αριστερό χέρι του προηγούμενου και τα δάκτυλα μπλεγμένα. Χορεύεται σε σχήμα σαλίγκαρου και όταν φθάσει ο πρώτος το κένρο, τότε σχηματίζουν μια αψίδα μαζί με το δεύτερο σηκώνοντας τα χέρια τους σε αψίδα, απ΄ όπου περνούν οι υπόλοιποι από κάτω.



Τα βήματα του χορού είναι τα εξής:

1: Αφού σηκωθεί λυγισμένο το αριστερό πόδι, πατάει προς την φόρα. 
2: Το δεξί εκτελεί ένα βήμα προς την φορά. 
3: Το αριστερό βήμα προς την φορά. 
4: Το δεξί βήμα προς την φορά. 
5 - 6: Το αριστερό κάνοντας ένα λύγισμα αρχικά, έρχεται και ακουμπά με τα δάκτυλα στο έδαφος, πλάγια και αριστερά από το δεξί, ενώ το βάρος του σώματος παραμένει στο δεξί. 

Παλαιότερα ο κάθε Ιερισσιώτης θεωρούσε καθήκον ιερό να πάρει μέρος στο χορό αυτόν. Το θεαματικότερο και επίσημο μέρος του χορού, αρχίζει με τον στίχο παράγγελμα: 

N’ ακούς ισύ προυτουσυρτή 
κ’ ισύ προυτουκαγκιλευτή,
για βιργουλύγα του χουρό,
για βιργουκαγκιλέψτι τουν. 
Για βιργουκαγκιλέψτι τουν
να δγιω ψηλές, να δγιω λιγνές,
να δγιω την κόρη π’ αγαπώ,
του ποιος κρατεί του χέρι της,
του ποιος στην αρραβώνα της.
Ένας εχθρός μου γείτονας
ας του κρατεί κι ας χαίριτι,
ως την αϊπάνου Κυριακή,
ώσπου ν’ αρραβουνιάσουμι
κι ύστιρα να βλουγήσουμι. 




Τρίτη 12 Μαΐου 2015

ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ ΤΟΥ ΒΑΛΤΕΤΣΙΟΥ



Η μάχη του Βαλτετσίου (24 Απριλίου και 12-13 Μαΐου) υπήρξε μία από τις κρισιμότερες μάχες κατά την Ελληνική επανάσταση. Η νίκη της 12-13 Μαΐου 1821 άνοιξε τον δρόμο για την Άλωση της Τριπολιτσάς, και αποτέλεσε την αναβίωση της Αρχαίας Δωρικής πολεμικότητος. Θεμελίωσε δε, την ελπίδα της νίκης και έδωσε το όραμα της λευτεριάς στους επαναστατημένους Έλληνες. 

Μανιάτες, Μεσσήνιοι και Αρκάδες οχυρωμένοι στα ταμπούρια του Βαλτετσίου, αμύνθηκαν με επιτυχία στις επιθέσεις των Τούρκων της Τριπολιτσάς, οι οποίοι ανέρχονταν περίπου σε 10-12.000 άνδρες υπό την ηγεσία του πολέμαρχου Κεχαγιάμπεη Μουσταφά. Πολλά επαναστατικά σώματα Ελλήνων οπλαρχηγών από διάφορα μέρη της Πελοποννήσου, που πολιορκούσαν την Τριπολιτσά, έσπευσαν να βοηθήσουν τους αμυνόμενους. Μετά από σκληρό αγώνα, βλέποντας οι Τούρκοι το ακατάβλητο των Ελλήνων και την συνεχή αύξηση των επιτιθεμένων επαναστατών αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν και μάλιστα υπό άτακτη φυγή να αναζητούν καταφύγιο πίσω από τα τείχη της Τριπολιτσάς. 

Στην μάχη αυτή συμμετείχαν γνωστοί αλλά και λιγότερο αναγνωρισμένοι από την ιστορική συνείδηση οπλαρχηγοί, όπως οι Μητροπέτροβας, Ηλ. Μαυρομιχάλης, Κεφάλας, Ν. Φλέσσας, Αναγνωσταράς, Μούρτζινος, Γιατράκος, Νικηταράς, Πατσαντώνης, Κατριβάνος, Δαγρές και άλλοι. 


ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ 

Ενώ οι Έλληνες πολιορκούσαν την Ακροκόρινθο και την Τρίπολη, ο Χουρσίτ πασάς στέλνει ισχυρό στράτευμα με σκοπό να καταπνίξει το επαναστατικό κίνημα. Ο Κεχαγιάμπεης Μουσταφά (ή Μουσταφά Μπέη) με 3.500 Αλβανούς αναλαμβάνει την Δυτική Ελλάδα και, ξεκινά για τον Μοριά για να ενισχύσει την πολιορκημένη Τρίπολη. Ξεκίνησε από τα Γιάννενα, χωρίς να βρει πουθενά ιδιαίτερη αντίσταση. Έλυσε την πολιορκία της Ακροκορίνθου και του Άργους. Ο Γέρος του Μοριά, βάσει του στρατηγικού του σχεδίου, τον αφήνει σκόπιμα να περάσει. Ο Κεχαγιάμπεης προσπαθεί να ελκύσει προδότες μέσω αμοιβών, ο μόνος που ενέδωσε όμως ήταν ο ταχυδρόμος που παρέδιδε την αλληλογραφία μεταξύ της Μπουμπουλίνας και του Κολοκοτρώνη. Μικρό όφελος είχαν τα γράμματα τους μιας και περιείχαν ανακριβή στοιχεία περί των στρατευμάτων. Σύντομα ανακαλύφθηκε ο προδότης και εκτελέστηκε.


Ο Κολοκοτρώνης στήνει στρατόπεδο στο Βαλτέτσι, λόγω της στρατηγικής του θέσεως. Διατάζει να οχυρωθούν τα τέσσερα στρατηγικά σημεία του με ισχυρά ταμπούρια και να εγκατασταθεί φρουρά. Στις 24 Απριλίου ο Κεχαγιάμπεης εξαπολύει αιφνιδιαστική επίθεση με 4000 άνδρες, οι λιγοστοί Έλληνες αμύνονται ηρωικά ωστόσο καταφέρνει να καταλάβει, έστω και προσωρινώς, το στρατόπεδο. Στο μεταξύ καταφθάνουν ο Πλαπούτας με τον Κολοκοτρώνη και κυνηγούν τους Τούρκους μέχρι την Μάκρη Μαντινείας. Το στρατόπεδο αμέσως αναδιοργανώνεται και ενισχύεται, στήνονται μηχανισμοί ειδοποιήσεως με φωτιές και τοποθετούνται οπλαρχηγοί σε στρατηγικά σημεία.

Tην εκ νέου εγκατάσταση Ελλήνων στο Βαλτέτσι, όπως αναφέρεται, συνέστησε και ο Θ. Κολοκοτρώνης με επιστολή του. Ο ίδιος κατείχε το Χρυσοβίτσι, ενώ στη θέση της Πιάνας είχε στρατοπεδεύσει ο Κανέλλος Δεληγιάννης, ο Δημήτριος Πλαπούτας κ.ά. Οι τρεις αυτές θέσεις μπορούσαν να αλληλοβοηθούνται εύκολα σε περίπτωση τουρκικής προσβολής, γιατί το στρατόπεδο των Βερβαίνων ήταν κάπως απομακρυσμένο. Φθάνοντας στο Βαλτέτσι ο Ηλίας Μαυρομιχάλης έδωσε το παράδειγμα, βάζοντας το πρώτο λιθάρι, για να χτιστεί κλειστό ταμπούρι, το οποίο θα ήταν ασφαλέστερο και ακολούθησαν όλοι με ενθουσιασμό, ώστε την ίδια ημέρα είχε τελειώσει η κατασκευή του. Σε αυτό το ταμπούρι, εικάζεται ότι πρέπει να ήταν το ανατολικό, κλείστηκε ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης με 120 Μανιάτες, ανάμεσα στους οποίους ήταν ο Πρωτοσύγκελλος Μελέτιος Φραγκίσκος από την Αρεόπολη και η Μανιάτισσα χήρα Σταυριάνα Σάββαινα, η οποία στη διάρκεια της μάχης μετεκινείτο από ταμπούρι σε ταμπούρι και μοίραζε φυσέκια στους στρατιώτες. Αναφέρεται επίσης σε πιστοποιητικό που της χορήγησε ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης ότι: «...καθώς δεν έλλειψε και εις του Βαλτετσίου τον πόλεμον μαχομένη γενναιότατα δια την πατρίδα, σκοτώνοντας με το χέρι της δύο εχθρούς...». Στο επόμενο ταμπούρι οχυρώθηκαν ο Ηλίας Μαυρομιχάλης με τον Ηλία και το Νικήτα Φλέσσα από την Πολιανή, αδελφούς του Παπαφλέσσα, με 250 άνδρες. Σε ένα βορεινό ταμπούρι κλείστηκε ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης με τον Αναγνώστη Οικονομόπουλο από το Κουρτσαούση (Σπερχογεία), τον Παναγιώτη Κεφάλα από το Δυρράχη, τον παλαιό κλέφτη Γερο-Μήτρο Πέτροβα από τη Γαράντζα - που χαρακτηρίζεται ως το καλύτερο τουφέκι της Μεσσηνίας - το Δημήτριο Παπατσώνη από το Ναζίρι της Μεσηνίας και τον Αθανάσιο Σιώρη με τους Κατριβάνους από το Ίσαρι της Αρκαδίας με 330 άνδρες. Στην εκκλησία οχυρώθηκε ο Ιωάννης Κατσανός με Μανιάτες και οι Μπουραίοι από τους Κωνσταντίνους με 70 άνδρες. Στο πιο απομακρυσμένο ταμπούρι, πιθανώς το δυτικό, κλείστηκε ο Ηλίας Τσαλαφατίνος με Μανιάτες και 75 Λεονταρίτες, που τότε η πατρίδα τους υπαγόταν στη Μεσσηνία. 

Ο Κανέλλος Δεληγιάννης αναφέρει στα Απομνημονεύματά του: «Ό Κιαχαγιάμπεης, Κιαμίλμπεης και Δευτέρ Κιαχαγιάς έξεστράτευσαν επίτηδες διά τό Βαλτέτζι, γνωρίζοντες οί αυτόχθονες Τούρκοι ότι, άν δυνηθούν και διαλύσουν αυτό, τότε άποδειλιούν τά άλλα και ευκόλως δύνανται να προχωρήσουν συσσωματωμένοι είς άπασαν την Πελοπόννησον, να την υποτάξουν». 

Στις 12 Μαΐου, ο Κεχαγιάμπεης μαζί με 12000 Τουρκαλβανούς ξεκινά για να ξαναχτυπήσει το Βαλτέτσι. Αυτή είναι η δεύτερη φάση της ιστορικής μάχης. Σήμανε συναγερμός και ευθύς ο Κολοκοτρώνης με άλλους οπλαρχηγούς κατευθύνονται προς το Βαλτέτσι. Οι Τούρκοι υπό τις διαταγές του Ρουμπή ζητούν την παράδοση των Ελλήνων, αυτοί όμως αρνούνται και η μάχη αρχίζει. Ο Ρουμπής καταφέρνει να κυκλώσει τις θέσεις των Ελλήνων αποκόπτοντας τόσο την μεταξύ τους επικοινωνία όσο και την πρόσβαση τους στις πηγές νερού. Παρόλα αυτά δεν καταφέρνει να νικήσει και ζητά ενισχύσεις από τον Κεχαγιάμπεη. Την στιγμή εκείνη φθάνει ο Κολοκοτρώνης από το Χρυσοβίτσι με 700 άνδρες και πλαγιοκοπεί με επιτυχία τους Τούρκους. Ο Ρουμπής, ενώ ήταν έτοιμος να υποχωρήσει δέχεται την ενίσχυση του Κεχαγιάμπεη, και έτσι η μάχη αποκτά δύο μέτωπα. Αλλά και από την μεριά των Ελλήνων φθάνει δεύτερο κύμα ενισχύσεων από τον Πλαπούτα και η μάχη συνεχίζεται πεισματικά και από τα δύο μέρη, χωρίς κανείς να αφήνει τις θέσεις του ούτε καν κατά την διάρκεια της νυκτός, απεναντίας συνεχίσθη και την επομένη. 

Χαρακτηριστική είναι η σύσσωμη υποστήριξη του λαού καθώς περιγράφει ο Γέρος του Μοριά: 

«Οι Έλληνες μόνοι των άλεθαν, εζύμωναν, έψηναν το ψωμί και το έφερναν με τα ζώα των εις το Στρατόπεδο. Είχαμε φούρνο εθνικόν εις την Πιάνα, Αλωνίσταινα, Βυτίνα, Μαγούλιανα, Δημητσάνα, Στεμνίτσα. Πρόβατα μας έφερναν πότε από τα 30, πότε από τα 40 και τα έδιδαν με ευχαρίστησι τους. Μπαρούτι μας έδινε η Δημητσάνα, του μπαρουτιού την υπόθεσι την είχαν πάρει επάνω τους τα αδέλφια Σπηλιωτόπουλοι, οι Σπετσιώτες και οι Υδραίοι μας έστελναν και πολεμοφόδια και πετζιά για τζαρούχια». 


Τα χαράματα η μάχη ξαναρχίζει. Το σφυροκόπημα κράτησε ένα εικοσιτετράωρο. Τελικά ο Ρουμπής, βλέποντας ότι κινδυνεύει να περικυκλωθεί διατάζει υποχώρηση ενώ ο Κολοκοτρώνης προτρέπει τους Έλληνες να τους καταδιώξουν. «Έλληνες, οι Τούρκοι θα φύγουν, ριχτείτε επάνω τους». Οι τουρκικές δυνάμεις πετάνε μέχρι και τα όπλα τους για να τους καθυστερήσουν. Ο Κολοκοτρώνης παρακολουθώντας το κυνηγητό των Τούρκων, βλέπει ότι πλησιάζουν στον κάμπο όπου κινδυνεύουν από το εχθρικό ιππικό, και φωνάζει δυνατά: «Έλληνες, γυρίστε πίσω, αφήστε Τούρκους για να 'χουμε να σκοτώσουμε κι άλλη μέρα». 

Μετά από 23 ώρες μάχης η νίκη των Ελλήνων ήταν συντριπτική. Οι Τούρκοι υπέστησαν βαρύτατες απώλειες ενώ οι Έλληνες ελάχιστες. 

Από τον Κανέλλο Δεληγιάννη μαθαίνουμε για την βαρύτατη αυτή ήττα: 

«Επήραν δε oι έσωθεν και έξωθεν στρατιώται λάφυρα, τουφέκια, πιστόλας, σπαθιά υπέρ τάς τρεις χιλιάδας και ώπλίσθηκαν καλώς υπέρ τάς τρεις χιλιάδας στρατιώται με αργυρά όπλα και λαμπρά ενδύματα. Έπήραμεν δεκαοκτώ σημαίας, τέσσαρα κανόνια του κάμπου, τρείς σκηνάς (τζατήρια), άπειρα πολεμοεφόδια και όλας τάς άποσκευάς τού τούρκικου στρατοπέδου. Αύτάς τάς αδιαφιλονίκητους αληθείας του περιστατικού τούτου, άφού τάς γνωρίζω ό ίδιος ώς αυτόπτης, αυτουργός και ενεργός αυτών, τάς έβεβαιώθην μετά την πτώσιν τής Τριπολιτσάς έτι μάλλον άπό τον Μουσταφάμπεην, Δευτέρ Κιαχαγιάν, Σιακήρμπεην, Τρασιταίους και άπό άλλους επισήμους Τούρκους. Και αύτη ή ένδοξος νίκη ήτον ή κρίσις τής Ελληνικής Επαναστάσεως και εις αυτήν χρεωστείται ή ανεξαρτησία τής πατρίδος, καθότι ενεθάρρυνε και ένεψύχωσε τους Έλληνας• άφού ήρπασαν τόσα όπλα και τόσα λάφυρα άπό τους τυράννους των, έπολεμούσαν έπειτα άτρομήτως». 

Όταν και ο τελευταίος Τούρκος χάθηκε στον ορίζοντα τα παλικάρια φορτωμένα άρματα κύκλωσαν τον αρχηγό της νίκης. Εκείνος ανέβηκε σε μία πέτρα ξεσκούφωτος και είπε με βροντερή φωνή :  

«Έλληνες! Τούτες οι μέρες, δώδεκα – δεκατρείς του Μάη, θα δοξάζονται στους αιώνες αιώνων, ως ότου το γένος μας στέκει γιατί ήτον η ελευθερία της πατρίδος. Είναι δόξα δική σας και του γένους, όπου με 23 ώρες αδιάκοπο πόλεμο βαστάξατε την Τουρκιά και πατήσατε τον περήφανο αγά για πάντα. Γιατί πάει αυτός και πουθενά. Δεν θα σταθεί πια. Μα πρώτα είναι δόξα του Θεού μεγάλη αυτό που γίνηκε γιατί οργίστει τον μουρτάτη για την πολλή την ανομία, το άδικο, το αίμα και την τυραννία του ραγιά. Και σήκωσε τον αδύνατο, εμάς, για να τον ταπεινώσει και να κάμει την δικαιοσύνη του. Ζήτω το Γένος!». 



Η νίκη του Βαλτετσίου τραγουδήθηκε, με την γνωστή καλαισθησία και γάργαρη ροή του Ελληνικού λόγου: 

«Βαλτέτσι μου περήφανο και χιλιοδοξασμένο 
πού είναι οι λεβέντες σου που όλο τους περιμένω 
ναρθούνε να χορέψουνε στης Παναγιάς τη χάρη 
στου Βαλτετσίου τον πλάτανο να ρήξουν το λιθάρι
 ν' αναδειχτούνε στο σπαθί και στο καλό σημάδι,
 ν'αναδειχτούν και στο χορό, ποιός είναι παληκάρι.
Εδώ που μαζευτήκανε όλοι οι καπεταναίοι
 της Μάνης ο Πετρόμπεης και Κολοκοτρωναίοι
 κι' όλοι λεβέντες του Μοριά που ήτανε γενναίοι.
 Κολοκοτρώνης φώναξε ψηλά απ'το Ρεζενίκο
 γειά σου Κολοκοτρώνη μου πώς να σαλησμονίκω
 κράτα ρε Μήτρο Πέτροβα του κούκου το ταμπούρι
 σας φέρνουμε ζεστό ψωμί κρασί να πιείτε ούλοι.
 Σας φέρνω και αρνιά ψητά βαρώντας το νταούλι
 ετάξανε στην Παναγιά στην Παναγιά Παρθένα
 από τα παλικάρια τους μη σκοτωθεί κανένα.
Τότε στη μάχη ρίχτηκαν μες το Βαλτέτσι ούλοι
 και πήρανε τη λευτεριά για να μη ζούνε δούλοι
 μας χάρισαν τη λευτεριά και μεις δεν ζούμε δούλοι.
 Έφτασε κι ο Νικηταράς με το σπαθί στο χέρι
 πέντε πιστόλες κράταγε κι αστρακτερό μαχαίρι
 στην ρεματιά του Βαλτετσίου τους έκανε καρτέρι.
 γεια σου μωρέ Νικηταρά άλλον δεν είχες ταίρι
 είχες στα πόδια σου φτερά κι όλη η τουρκιά το ξέρει.
 Έτσι παιδιά μου τέλειωσε η μάχη στο Βαλτέτσι
 τους Τούρκους τους εκλείσανε σαν κότες στο κοτέτσι
 τους κλείσαν στην Τριπολιτσά προτού ο ήλιος πέσει.
 Εσείς που δοξαστήκατε στις δώδεκα του Μάη
 εμείς θα σας γιορτάζουμε αιώνια κάθε Μάη
 στεφάνια θα σας φέρνουμε με λουλούδια του Μάη
 δάφνες, σγουρό βασιλικό πανθήζουνε το Μάη». 


ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΜΕΡΙΚΟΥΣ 
ΕΚ ΤΩΝ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΩΝ ΗΡΩΩΝ 


Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς (1782-1849) 

Εξέχουσα και ηρωική φυσιογνωμία του Επαναστατικού Αγώνα του 1821. Γεννήθηκε, κατά μία εκδοχή, στο χωριό Τουρκολέκα της Μεγαλόπολης το 1782. Κατά μία άλλη εκδοχή, ο Νικηταράς γεννήθηκε το 1784 στο χωριό Νέδουσα Μεσσηνίας, ένα μικρό χωριό στους πρόποδες του Ταΰγετου, προς την μεριά του Μυστρά. Πατέρας του ήταν ο κλέφτης Σταματέλος Τουρκολέκας (εξού το επώνυμο Σταματελόπουλος από το βαπτιστικό όνομα του πατέρα του), μητέρα του η Σοφία Καρούτσου, αδελφή της γυναίκας του Θ.Κολοκοτρώνη. Ο Νικηταράς ήταν ανιψιός του Γέρου του Μωριά. Σε ηλικία ένδεκα χρονών ακολούθησε τον πατέρα του στο κλέφτικο. Αργότερα εντάχθηκε στο «μπουλούκι» του περίφημου κλέφτη Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη, κοντά στον οποίο έμαθε τα μυστικά της πολεμικής τέχνης. Παντρεύτηκε την κόρη του, Αγγελίνα και απέκτησαν έναν υιό και δύο θυγατέρες. Το 1805, κατά τον ανηλεή διωγμό των κλεφταρματολών της Πελοποννήσου, ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους και ο Νικηταράς ακολούθησε τον θείο του Κολοκοτρώνη στα Επτάνησα, όπου εντάχθηκε στα Ρωσικά τάγματα και μετέβη στην Ιταλία για να πολεμήσει κατά του στρατού του Ναπολέοντα. Στη συνέχεια επέστρεψε στα Επτάνησα και υπηρέτησε τους Γάλλους ενώ στις 18 Οκτωβρίου 1818 μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία από τον Η.Χρυσοσπάθη. Έπειτα, συμμετείχε στην εκστρατεία για την προετοιμασία του λαού για τον Αγώνα, περιοδεύοντας μαζί με τον Δ.Πλαπούτα και τον Αναγνωσταρά στην Πελοπόννησο.

Με την έκρηξη της Επαναστάσεως, στην πρώτη μάχη που δόθηκε στο Βαλτέτσι της Αρκαδίας στις 12 – 13 Μαΐου 1821, ο Νικηταράς ο οποίος κρατούσε με 200 άντρες τα Άνω Δολιανά, κατάφερε να αποκρούσει 6.000 Τούρκους που επιτίθεντο με πυροβολικό. Μετά την μάχη αυτή προήχθη σε στρατηγός και ονομάστηκε Τουρκοφάγος. Διακρίθηκε και στις μάχες που ακολούθησαν, όπου συνεργάστηκε με τνο θείο του, κυρίως δε στην πολιορκία και την άλωση της Τριπόλεως αλλά και στην μάχη των Δολιανών (18 Μαΐου 1821) καθώς και στην μάχη των Δερβενακίων (26 Ιουλίου 1822), όπου κατάφερε να εξολοθρεύσει μεγάλο μέρος του στρατού του Δράμαλη. Κατά τις εμφύλιες διαμάχες τάχθηκε υπέρ του Θ.Κολοκοτρώνη, ωστόσο επέδειξε συνετή στάση κάνοντας πολλές συμφιλιωτικές παρεμβάσεις. Η πορεία και η δράση του χαρακτηρίζεται από τόλμη, μετριοφροσύνη, γενναιότητα και ανιδιοτέλεια. Η αφιλοκέρδεια του Νικηταρά ήταν παροιμιώδης. Ποτέ δεν ζήτησε και ποτέ δεν πήρε.· «εις τους κινδύνους πρώτος, την διανομήν των λάφυρων φεύγων». Φυλακίστηκε αρχικά στο Παλαμήδι και στην συνέχεια στις φυλακές της Αίγινας, εξαιτίας ανυπόστατων κατηγοριών περί συνωμοσίας εναντίων του βασιλιά Όθωνα, ενώ το 1841 αμνηστεύτηκε και αφέθη ελεύθερος. Εξαιτίας της ταλαιπωρίας των φυλακίσεων κλονίστηκε σοβαρά η υγεία του και αποφυλακίστηκε σχεδόν τυφλός. Πέθανε το 1849 στον Πειραιά. 


Μητρο-Πέτροβας, ο αρχηγός των Μεσσηνίων (1745-1838) 

Ο Μητροπέτροβας, από την Γαράντζα (σημ. Άνω Μέλπεια) της επαρχίας Ανδρούσης, έδρασε στα Ορλοφικά (1770) και στην συνέχεια αγωνίστηκε εναντίον των Τούρκων και των Τουρκαλβανών, μαζί με τον Κωνσταντίνο Κολοκοτρώνη, πατέρα του αρχιστράτηγου Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία από τον Καμαρηνό. Όπως και όλη η οικογένειά του, συνδεόταν από τα παλιά χρόνια με τους Κολοκοτρωναίους και υπήρξε ο πρώτος δάσκαλος του νεαρού Θεόδωρου στα πολεμικά. Όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση, ο Μητροπέτροβας, ηλικίας τότε 76 ετών, ήταν ανάμεσα στους πρώτους που επαναστάτησαν στην Καλαμάτα. Ακολούθησε τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και επικεφαλής δικού του στρατιωτικού σώματος πήρε μέρος στις μάχες της Αρκαδίας, καθώς και στη μάχη του Βαλτετσίου όπου διακρίθηκε για τον ηρωισμό του, αντιμετωπίζοντας το μεγαλύτερο βάρος της ορμής των Τούρκων χωρίς να υποχωρήσει και προκαλώντας τον θαυμασμό των ίδιων των εχθρών.  

Στους «Βίους Πελοποννησίων ανδρών»   ο Φωτάκης γράφει: 

«Μητροπέτροβας : κατήγετο από το χωρίον Γαράντζα. Ούτος με τα παιδιά του και τους συγγενείς του και όλον το χωρίον Γαράντζα είχον όλοι όνομα επίσημον εις οιονδήποτε μάχην και αν ευρέθησαν διακρίθηκαν. Ιδίως δε διεκρίθησαν και ηδραγάθησαν εις την ένδοξον μάχην του Βαλτετσίου ένθα αφήκαν μνημεία αιώνια και μέχρι της σήμερον λέγονται και μαρτυρούνται τα ταμπούρια του Μητροπέτροβα και των Γαραντζαίων, διότι ίσα ίσα ταύτα εβάστασαν τας ορμάς των Τούρκων κείμενα εις το κάτω μέρος του χωρίου Βαλτέτσι όπου ήτο ολίγος κάμπος και το τουρκικόν ιππικόν τα εκτύπα, τα δε κανόνια δεν ηδύναντο να τα κτυπήσουν. Ο Μητροπέτροβας υπηρέτησε εν γένει καθ’ όλον τον αγώνα. Εφυλακίσθη δε και αυτός εις Ύδραν μετά των λοιπών».

Ο Μητροπέτροβας δεν διακρίθηκε όμως μόνο για τη γενναιότητά του αλλά και για τη σύνεσή του, ενώ ο Κολοκοτρώνης τον τιμούσε και τον αποκαλούσε πάντοτε «μπάρμπα» σε ένδειξη σεβασμού και ζητούσε τη γνώμη και τις συμβουλές του σε όλες τις κρίσιμες περιστάσεις. Πήρε μέρος και σε όλους τους εμφυλίους και το 1825, όταν νικήθηκε η παράταξή του, φυλακίστηκε στην Ύδρα μαζί με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον Δεληγιάννη, τον Θ. Γρίβα κ.ά. Μετά την αποβίβαση του Ιμπραήμ πασά, η ελληνική επαναστατική κυβέρνηση αναγκάστηκε να αποφυλακίσει τους αντικυβερνητικούς, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Μητροπέτροβας, ο οποίος συνέχισε τον Αγώνα με την ορμητικότητα και τον ενθουσιασμό που διέθετε κατά την περίοδο της νιότης του. Στην διάρκεια της διακυβερνήσεως του Καποδίστρια ήταν με το μέρος των κυβερνητικών. Όταν όμως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης καταδικάστηκε από την αντιβασιλεία (1834) ως στασιαστής, ο Μητροπέτροβας, σε ένδειξη διαμαρτυρίας, κήρυξε επανάσταση στη νοτιοδυτική Πελοπόννησο. Τελικά αιχμαλωτίστηκε και φυλακίστηκε στο Νεόκαστρο. Αν και ήταν αρχηγός και πρωταίτιος της στάσης, καταδικάστηκε σε φυλάκιση μόνο 15 ετών. Εξαιτίας μάλιστα της προχωρημένης ηλικίας του και της λαμπρής διαγωγής του σε όλη την διάρκεια του Αγώνα, του απονεμήθηκε χάρη και αποφυλακίστηκε το 1836. Πέθανε πλήρης ημερών στη Γαράντσα. 

Σταυριάνα Σάββαινα (1772 – 1868) 

Η Σταυριάνα Σάββαινα γεννήθηκε στο Παρόρι της Σπάρτης το 1772. Παντρεύτηκε τον Γιωργάκη Σάββα τον οποίον απαγχόνισαν οι Τούρκοι στον Μυστρά κατά τις πρώτες μέρες της Επαναστάσεως. Η Σταυριάνα οπλίστηκε και κατατάχθηκε στο σώμα του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη και τον ακολούθησε σε όλες τις μάχες. Ελαβε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, στις μάχες του Βαλτετσίου και των Τρικόρφων.

Η Καλλιρρόη Παρρέν γράφει στην «Εφημερίδα των Κυριών» της 25-3-1890 :  

«Η Σταυριάνα ήτο τεσσαρακοντούτις, μελαχροινή, ευειδής, με ύφος αρρενωπόν, με φωνή βροντώδη, με παράστημα στρατιώτου. Ετέθη υπό τας διαταγάς του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη και πήγε στο Βαλτέτσι όπου επολιορκούντο οι Έλληνες. Η Σταυριάνα μόνη μεταξύ των ανδρών αψηφούσε τις σφαίρες και μετέφερε τις πυριτιδοβολές από προμαχώνος εις προμαχώνα. Οι περί τον Κολοκοτρώνη Μαυρομιχάλης και Πλαπούτας δυσκολεύονταν να πιστέψουν ότι γυναίκα είχε τόσο θάρρος». Επί Καποδίστρια παρουσιάστηκε στην Συνέλευση · στην αναφορά της μεταξύ των άλλων έγραφε: «Το στάδιον της πολεμικής δόξας είναι βέβαια δια τους άνδρας, όταν όμως είναι λόγος περί σωτηρίας της πατρίδος, όταν όλη σχεδόν η φύσις συντρέχει προς υπεράσπισίν της, αι γυναίκες της Ελλάδος έδειξαν πάντοτε ότι έχουν καρδίαν να κινδυνεύσουν συναγωνιζόμεναι ως οι άνδρες, ημπορούν να ωφελήσουν μεγάλως εις τας πλέον δεινάς περιστάσεις…» Πέθανε πάμφτωχη και ξεχασμένη το 1868 στο Ναύπλιο.