Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΜΝΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΜΝΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Απριλίου 2017

Διονύσιος Σολωμός (1798-1857) - Ὁ ἐθνικὸς ποιητὴς τῆς Ἑλλάδος.




Ὁ Ζακυνθηνὸς ποιητής, σὲ ὅλο τὸ ἔργο του, ἐκήρυξε μὲ ἱερὴ ἐμμονὴ τὶς ἀθάνατες ἀξίες τῆς ζωῆς: Δικαιοσύνη, Ἐλευθερία, Ἀλήθεια, Πίστη, Ἀγάπη, Χρέος. 

Γεννήθηκε στὴ Ζάκυνθο σάν σήμερα τὸ 1798. Κεντρικὸ πρόσωπο τῆς Ἑπτανησιακῆς σχολῆς, ὁ Διονύσιος Σολωμὸς ὁρίστηκε ἐθνικὸς ποιητὴς τῆς Ἑλλάδος ὄχι μόνον γιατί ἔγραψε τὸν Ἐθνικὸ Ὕμνο, ἀλλὰ καὶ γιατί ἐπηρέασε σὲ μεγάλο βαθμὸ τὸν νεοελληνικὸ ποιητικὸ λόγο. 

Ζῶν ὁ ποιητὴς δημοσίευσε μόνον ἕνα μικρὸ μέρος τοῦ ἔργου του. Ἡ ποιητικὴ φήμη του ὀφειλόταν κυρίως στὸ νεανικό του ἔργο «Ὁ Ὕμνος πρὸς τὴν Ἐλευθερίαν». Τὰ περισσότερα καὶ καλύτερα ποιήματά του, ἰδίως ἐκεῖνα ποὺ ἀνήκουν στὸ ὥριμο ἔργο του ἔμειναν ἀνέκδοτα, ἀνολοκλήρωτα καὶ ἀκατάστατα γραμμένα στὰ αὐτόγραφα τετράδια του ἢ σὲ σκόρπια φύλλα.

 ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~ 

Ηχητικό απόσπαμα: Carmen Seculare [απόσπασμα] (ανάγνωση: 588 Kb - 01:11) 
(διαβάζει: Λάγιος Ηλίας, Aνέκδοτη ηχογράφηση, 2000)

Πέμπτη 18 Αυγούστου 2016

Ορφικός Ύμνος Σελήνης



Εἰς Σελήνην
θυμίαμα ἀρώματα 

Κλῦθι, θεὰ βασίλεια, φαεσφόρε, δῖα Σελήνη, 
ταυρόκερως Μήνη, νυκτιδρόμε, ἠεροφοῖτι, 
ἐννυχίη, δαιδοῦχε, κόρη, εὐάστερε, Μήνη, 
αὐξομένη καὶ λειπομένη, θῆλύς τε καὶ ἄρσην, 
αὐγήτειρα, φίλιππε, χρόνου μῆτερ, φερέκαρπε, 
ἠλεκτρίς, βαρύθυμε, καταυγάστειρα, λοχείη, 
πανδερκής, φιλάγρυπνε, καλοῖς ἄστροισι βρύουσα, 
ἡσυχίῃ χαίρουσα καὶ εὐφρόνῃ ὀλβιομοίρῳ, 
λαμπετίη, χαριδῶτι, τελεσφόρε, νυκτὸς ἄγαλμα, 
ἀστράρχη, τανύπεπλ', ἑλικοδρόμε, πάνσοφε κούρη, 
ἐλθέ, μάκαιρ', εὔφρων, εὐάστερε, φέγγεϊ τρισσῷ 
λαμπομένη, σῴζουσα νέους ἱκέτας σέο κούρη. 


Μετάφραση 

Άκουσε με, θεά βασίλισσα πού φέρεις το φως, σεβαστή σελήνη Μήνη.
πού έχεις κέρατα ταύρου, και τρέχεις την νύκτα και περιπλανάσαι εις τον αέρα. 
Νυκτερινή, πού έχεις δάδα, κόρη πού είσαι ένας λαμπρός αστέρας, 
ή Μήνη πού μεγαλώνεις και λιγοστεύεις, θηλυκή και αρσενική 
πού φωτίζεις και αγαπάς τους ίππους, μητέρα του χρόνου, 
πού φέρεις καρπούς (πού βοηθείς την παραγωγή)· πού είσαι λαμπερή, 
κατηφής, πού καταυγάζεις και επιβλέπεις τους τοκετούς 
βλέπεις τα πάντα, σου αρέσει να είσαι άγρυπνος, που σε συνοδεύουν ωραία αστέρια, 
και χαίρεσαι στην ησυχία και στην νύχτα την καλότυχη 
είσαι λαμπρά και παρέχεις χαρά και φέρεις εις πέρας (τα έργα) και είσαι το καμάρι της νύχτας. 
Είσαι ή βασίλισσα των άστρων, πού φορείς μακρό πέπλο και τρέχεις κυκλοτερώς 
ώ κύρη. πού είσαι γεμάτη από σοφία και ένα λαμπρό άστρο 
έλα μακαριά, με χαρά, λάμπουσα με τοδικό σου φέγγος, 
και σώσε, ώ κόρη, τους νέους ίκέτας σου.


Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2016

Ὀρφικὸς Ὕμνος Ἀθηνᾶς


René-Antoine Houasse - Minerva


θυμίαμα ἀρώματα 

Παλλὰς μουνογενής, μεγάλου Διὸς ἔκγονε σεμνή, 
δῖα μάκαιρα θεά, πολεμοκλόνος, ὀβριμόθυμε, 
[ἄρρητ', εὐρήτη, μεγαλώνυμος, ἀντροδίαιτε· 
ἣ τε διαΐσσεις ὑψαύχενας ἀκρωρείας, 
ἠδ' ὄρεα σκιόεντα, νάπῃσί τε σὴν φρένα τέρπεις]. 
ὁπλοχαρής, οἰστροῦσα βροτῶν ψυχὰς μανίῃσιν· 
γυμνάζουσα κόρη, φρικώδη θυμὸν ἔχουσα. 
Γοργοφόνος, φυγόλεκτρε, τεχνῶν μῆτερ πολύολβε. 
ὁρμάστειρα, φίλοιστρε κακοῖς, ἀγαθοῖς δὲ φρόνησις 
ἄρσην μὲν καὶ θῆλυς ἔφυς, πολεμήτοκε μῆτι. 
αἰολόμορφε, δράκαινα, φιλένθεος, ἀγλαότιμε· 
Φλεγραίων ὀλέτειρα Γιγάντων, ἱππελάτειρα. 
Τριτογένεια, λύτειρα κακῶν, νικηφόρε δαῖμον, 
γλαυκώφ', εὑρεσίτεχνε, πολυλλίστη βασίλεια 
ἤματα καὶ νύκτας αἰεὶ νεάτῃσιν ἐν ὥραις, 
κλῦθί μευ εὐχομένου, δὸς δ' εἰρήνην πολύολβον, 
καὶ κόρην ἠδ' ὑγίειαν ἐπ' εὐόλβοισιν ἐν ὥραις. 


B. Spranger - Minerva triumphs over Ignorance


Μετάφραση 

 Ώ Παλλάδα μονογενής, πού είσαι το σεμνό τέκνον του μεγάλου Διός, 
σεβαστή μακαριά θεά, πού διεγείρεις τον θόρυβο του πολέμου, 
κρατερόκαρδε. 
Σύ αγαπάς τα όπλα οιστρηλατείς (ξεσηκώνεις) τις ψυχές των ανθρώπων με μανίες 
είσαι ή κόρη πού γυμνάζεις (ασκείς) καί έχεις φρικτήν οργήν 
(διότι τρομάζουν με την Οργή σου). 
Εσύ εφόνευσες την Γοργόνα, αποφεύγεις το συζυγικό κρεβάτι, 
αλλά είσαι ή πολυευτυχισμένη μητέρα των τεχνών. 
Εσύ παρέχεις παρορμήσεις, αγαπάς να ξεσηκώνης οίστρον (μανίαν) εις τους κακούς, 
εις τους ανθρώπους όμως είσαι ή φρόνησις (ή φρονιμάδα) 
εγεννήθης εκ φύσεως αρσενική καί θηλυκή, 
εσύ γεννάς τους πολέμους, αλλά είσαι και ή σύνεσις. 
Ποικιλόμορφε, πού βλέπεις με οξύτητα, ενθουσιαστική, 
πού έχεις λαμπράν τιμήν εσύ εξωλόθρευσες τους Φλεγραίους γίγαντας, 
εσύ οδηγείς τους ίππους. 
Είσαι ή Τριτογένεια μας απαλλάσσεις από τα κακά, 
είσαι ή θεά. πού μας φέρεις την νίκην ή γαλανομάτα, 
ή εφευρίσκουσα τέχνας, ή βασίλισσα πού δέχεται πολλές ικεσίες 
ήμερα καί νύχτα πάντοτε στις τελευταίες ώρες άκουσε τις ευχές μου 
καί δόσε μας είρήνην, πού παρέχει πολλήν εύτυχίαν, 
καί ικανοποίησιν καί υγείαν μ’ ευτυχισμένες ώρες.




Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Ὕμνος τῶν Αἰώνων




Μητέρα μας πολύπαθη, ὦ ἀθάνατη, 
δὲν εἶναι μόνο σου στολίδι οἱ Παρθενῶνες· 
τοῦ συντριμμοῦ σου τὰ σπαθιὰ στὰ κάμανε 
φυλαχτὰ καὶ στεφάνια σου οἱ αἰῶνες. 

Καὶ οἱ πέτρες ποὺ τὶς ἔστησε στὸ χῶμα σου 
τὸ νικηφόρο χέρι τοῦ Ῥωμαίου, 
κ᾿ ἡ σταυροθόλωτη ἐκκλησιὰ ἀπὸ τὸ Βυζάντιο, 
στὸν τόπο τοῦ πολύστυλου ναοῦ τοῦ ἀρχαίου, 

Κι αὐτὸ τὸ κάστρο ποὺ μουγγρίζει μέσα του 
τῆς Βενετιᾶς ἀκόμη τὸ λιοντάρι,
 κι ὁ μιναρὲς ποὺ στέκει, τῆς ὁλόμαυρης 
καὶ τῆς πικρότατης σκλαβιᾶς ἀπομεινάρι, 

Καὶ τοῦ Σλάβου τὸ διάβα ἀντιλαλούμενο 
στ᾿ ὄνομα ποὺ μᾶς ἔρχεται στὸ στόμα -
μὲ τὸ γάλα τῆς μάννας ποὺ βυζάξαμε- 
σὰν ξένη ἀνθοβολιὰ στὸ ντόπιο χῶμα, 

Ὅλα ἕνα νύφης φόρεμα σοῦ ὑφαίνουνε, 
σοῦ πρέπουνε, ὦ βασίλισσα, σὰ στέμμα, 
στὴν ὀμορφάδα σου ὀμορφιὰ ἀπιθώσανε 
κ᾿ εἶναι σὰ σπλάχνα ἀπ᾿ τὸ δικό σου τὸ αἷμα. 

Ὦ τίμια φυλαχτά, στολίδια ἀταίριαστα, 
ὦ διαβατάρικα, ἀπὸ σᾶς πλάθετ᾿ αἰώνια, 
κόσμος ἀπὸ παλιὰ κοσμοσυντρίμματα, 
ἡ νέα τρανὴ Πατρίδα ἡ παναρμόνια!

Κωστής Παλαμάς 


Ακούστε το ηχητικό απόσπασμα εδώ
(διαβάζει ο Κωστής Παλαμάς)





Κωστὴς Παλαμᾶς (1859-1943) -
ὁ διαχρονικὸς & ἐπίκαιρος στοχαστής!!! 

Ὁ Κωστὴς Παλαμᾶς εἶναι ὁ νεότερος ἐθνικὸς ποιητής μας καὶ μία ἀπὸ τὶς κορυφαῖες πνευματικὲς φυσιογνωμίες τοῦ νεότερου ἑλληνισμοῦ, στὸν ὁποῖο ὀφείλουμε τὴν θεμελίωση τῆς νέας λογοτεχνίας μας. 

Γεννήθηκε, σαν σήμερα, στὴν Πάτρα στὶς 13 Ἰανουαρίου τοῦ 1859, ἡ καταγωγή του ὅμως ἦταν ἀπὸ τὸ Μεσολόγγι. Ἡ ποίηση τοῦ Παλαμᾶ εἶναι ἕνας ὠκεανός, ὅπου συναντιοῦνται τὸ ἐπικὸ καὶ τὸ λυρικό, τὸ δραματικὸ καὶ τὸ φιλοσοφικό. Δοκίμασε ὅλους τοὺς ρυθμοὺς καὶ τὰ μέτρα, ὅλες τὶς ἐμπνεύσεις καὶ τραγούδησε τὸ αἰώνιο καὶ τὸ πρόσκαιρο, τὸ μεγάλο καὶ τὸ μικρό, τὸ προσωπικὸ καὶ τὸ ἀντικειμενικό. 

Τρυφερὸς καὶ λεπτός, ζωγραφικὸς καὶ αἰσθηματικὸς στὰ λυρικά του ποιήματα, ξέρει, ὅμως, κυρίως νὰ γίνεται μεγαλόπνευστος καὶ προφητικὸς μὲ τὰ μεγάλα ποιητικά του συνθέματα. Μέσα σ᾿ αὐτὰ περνάει ἡ δόξα καὶ ἡ τέφρα, ἡ αἴγλη καὶ τὰ ἐρείπια, ἡ μοίρα καὶ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδας, τῆς αἰώνιας Ἑλλάδας ἀρχαίας - βυζαντινῆς - τουρκοκρατούμενης - ἐπαναστατημένης, ἐλευθερωμένης. 

Τέτοιος ὑπῆρξε ὁ Παλαμᾶς, ἕνας ἀληθινὸς Τιτάνας τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων, ποὺ ἡ μορφή του θὰ φαντάζει πάντοτε ἀνάμεσα στὶς φωτεινότερες, μέσα στὸ πνευματικὸ Πάνθεο τῶν νεοτέρων χρόνων.

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2015

Ὀρφικὸς Ὕμνος Ὑγείας


Hygeia, Goddess of Health - Peter Paul Rubens

θυμίαμα μάνναν 

Ἱμερόεσσ', ἐρατή, πολυθάλμιε, παμβασίλεια, 
κλῦθι, μάκαιρ' Ὑγίεια, φερόλβιε, μῆτερ ἁπάντων 
ἐκ σέο γὰρ νοῦσοι μὲν ἀποφθινύθουσι βροτοῖσι, 
πᾶς δὲ δόμος θάλλει πολυγηθὴς εἵνεκα σεῖο, 
καὶ τέχναι βρίθουσιἦ ποθεῖ δέ σε κόσμος, ἄνασσα, 
μοῦνος δὲ στυγέει σ' Ἀίδης ψυχοφθόρος αἰεί, 
ἀιθαλής, εὐκταιοτάτη, θνητῶν ἀνάπαυμα 
σοῦ γὰρ ἄτερ πάντ' ἐστὶν ἀνωφελῆ ἀνθρώποισιν 
 οὔτε γὰρ ὀλβοδότης πλοῦτος γλυκερὸς θαλίηισιν, 
οὔτε γέρων πολύμοχθος ἄτερ σέο γίγνεται ἀνήρ 
πάντων γὰρ κρατέεις μούνη καὶ πᾶσιν ἀνάσσεις. 
ἀλλά, θεά, μόλε μυστιπόλοις ἐπιτάρροθος αἰεὶ 
ῥυομένη νούσων χαλεπῶν κακόποτμον ἀνίην. 


Μετάφραση 

Σύ ή περιπόθητη η αξιέραστη που ζωογονείς τα πάντα, ή βασίλισσα των πάντων,
άκουσε με ώ μακαρία Υγεία, πού φέρεις την εύτυχίαν και είσαι ή μητέρα όλων
διότι από σένα από το ένα μέρος καταστρέφονται αι ασθένειαι των ανθρώπων,
και από τα άλλο μέρος κάθε σπίτι πάλιν εξ αίτιας σου (όταν έχη υγείαν)
ανθοφορεί γεμάτο από χαρά, και αι τέχναι ακμάζουν.
Και σε ποθεί ό κόσμος, ώ βασίλισσα,
καί μόνον ο Αδης οέ μισεί ο πάντοτε θανατηφόρος.
Είσαι πάντοτε θαλερά, σε σένα περισσότερο από όλους απευθύνομεν τις ευχές μας
είσαι η ανακούφισις των ανθρώπων διότι χωρίς εσένα όλα είναι ανωφελή εις τους ανθρώπους
διότι ούτε ο Πλούτος, πού μας δίδει τα αγαθά, είναι γλυκός κατά τα συμπόσια,
ούτε ο ανήρ γίνεται γέρων, που εμόχθησε πολύ χωρίς εσένα
διότι μόνη εσύ κυριαρχείς των πάντων, και βασιλεύεις εις όλα.
Αλλά ώ θεά έλα εις τους μύστας πάντοτε βοηθός,
καί σώζε μας από την κακότυχη ανία των φοβερών ασθενειών.

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2015

Ορφικός Ύμνος Νεφελών




Θυμίαμα σμύρναν 

Ἠέριοι νεφέλαι, καρποτρόφοι, οὐρανόπλαγκτοι, 
ὁμβροτόκοι, πνοιῇσιν ἐλαυνόμεναι κατὰ κόσμον· 
βρονταῖαι, πυρόεσσαι, ἐρίβρομοι, ὑγροκέλευθοι·
ἠέρος ἐν κόλπῳ πάταγον φρικώδε' ἔχουσαι· 
πνεύμασιν ἀντίσπαστοι ἐπιδρομάδην παταγεῦσαι, 
ὑμέας νῦν λίτομαι, δροσοείμονες, εὔπνοοι αὔραις, 
πέμπειν καρποτρόφους ὄμβρους ἐπὶ μητέρα γαῖαν. 


Μετάφραση 

Αέρινες νεφέλες, πού τρέφετε τους καρπούς και περιπλανάσθε εις τον ουρανόν 
γεννήτριες των βροχών, πού οδηγείσθε ανά τον κόσμον με τις πνοές (τα φυσήματα) των ανέμων 
βροντερές, πύρινες, πού φωνάζετε δυνατά και τρέχετε στα νερά και 
δημιουργείτε εις τον κόλπον του αέρος φρικτόν κρότον και ταράσσετε τον 
ουρανόν όταν κινήσθε δρομαίως αντίθετα προς τα πνεύματα (τα 
φυσήματα των ανέμων). 
Έσάς τώρα παρακαλώ, πού έχετε την δροσιά για φόρεμα. 
και πού έρχεσθε με τις ευχάριστες τις αύρες, να στέλλετε στην 
μητέρα γη βροχές, πού τρέφουν τους καρπρoύς. 

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2015

Ορφικός Ύμνος Μνημοσύνης




 θυμίαμα λίβανον 

Μνημοσύνην καλέω, Ζηνὸς σύλλεκτρον, ἄνασσαν, 
ἣ Μούσας τέκνωσ' ἱεράς, ὁσίας, λιγυφώνους, 
ἐκτὸς ἐοῦσα κακῆς λήθης βλαψίφρονος αἰεί, 
πάντα νόον συνέχουσα βροτῶν ψυχαῖσι σύνοικον, 
εὐδύνατον κρατερὸν θνητῶν αὔξουσα λογισμόν, 
ἡδυτάτη, φιλάγρυπνος ὑπομνήσκουσά τε πάντα, 
ὧν ἂν ἕκαστος ἀεὶ στέρνοις γνώμην κατάθηται, 
οὔτι παρεκβαίνουσ', ἐπεγείρουσα φρένα πᾶσιν. 
ἀλλά, μάκαιρα θεά, μύσταις μνήμην ἐπέγειρε 
εὐιέρου τελετῆς, λήθην δ' ἀπὸ τῶν δ' ἀπόπεμπε. 



 Μετάφραση

Την Μνημοσύνην προσκαλώ, την συζυγον του Διός, την βαοίλισσαν. 
ή οποία εγέννησε τας ιεράς Μούσας, τας οσίας, τάς λιγυροφώνους (με την λιγυρή φωνή) 
πού έχει πάντοτε την μνήμην της έξω από την κακίαν ή οποία (κακία) 
βλάπτει τάς φρενας καί συγκρατεί κάθε νουν των βροτών σύνοικον 
με τας ψυχάς και αυξάνει τον δυνατόν και ισχυρόν λογισμόν των ανθρώπων 
είναι γλυκύτατη, αγαπά την αγρυπνίαν υπενθυμίζει τα πάντα 
περί των οποίων ο καθένας σχηματίζει πάντοτε γνώμιν (αποκτά μνήμην) 
ούτε παρεκτρέπεται καί διεγείρει εις όλους την σκέψιν. 
Αλλά μακαρία θεά, ξεσήκωσε (δυνάμωσε) την μνήμην εις τους μύστας 
της ιεράς ταύτης τελετουργίας, και απόδιωξε από αυτούς την λησμοσύνη.

Τρίτη 4 Αυγούστου 2015

Ὁ Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν



Από τα 158 τετράστιχα του Εθνικού μας Ύμνου, πόσα να γνωρίζουμε οι περισσότεροι, παρά μόνο μέχρι τέσσερα; Και όμως, μια ανάγνωση τους, θα μας φώτιζε, καθώς θα βλέπαμε την ιστορική άποψη του Δ. Σολωμού για τα γεγονότα της εποχής του, που την καταθέτει στους στίχους του ολοκάθαρα, πίσω από τους ποιητικούς συμβολισμούς.

Ὁ Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν - 
Διονυσίου Σολωμού

1
Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη 
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή, 
σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη, 
ποῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ. 

Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη 
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά, 
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη, 
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά! 

Ἐκεῖ μέσα ἐκατοικοῦσες 
πικραμένη, ἐντροπαλή, 
κι ἕνα στόμα ἀκαρτεροῦσες,
«ἔλα πάλι», νὰ σοῦ πῇ. 

Ἄργειε νά ῾λθη ἐκείνη ἡ μέρα 
κι ἦταν ὅλα σιωπηλά, 
γιατὶ τά ῾σκιαζε ἡ φοβέρα 
καὶ τὰ πλάκωνε ἡ σκλαβιά. 

Δυστυχής! Παρηγορία 
μόνη σου ἔμεινε νὰ λὲς 
περασμένα μεγαλεῖα 
καὶ διηγώντας τα νὰ κλαῖς. 

Καὶ ἀκαρτέρει, καὶ ἀκαρτέρει 
φιλελεύθερη λαλιά, 
ἕνα ἐκτύπαε τ᾿ ἄλλο χέρι 
ἀπὸ τὴν ἀπελπισιά, 

κι ἔλεες «πότε, ἅ! πότε βγάνω 
τὸ κεφάλι ἀπὸ τς ἐρμιές;» 
Καὶ ἀποκρίνοντο ἀπὸ πάνω 
κλάψες, ἅλυσες, φωνές. 

Τότε ἐσήκωνες τὸ βλέμμα 
μὲς στὰ κλάιματα θολό, 
καὶ εἰς τὸ ροῦχο σου ἔσταζ᾿ αἷμα 
πλῆθος αἷμα ἑλληνικό. 

Μὲ τὰ ροῦχα αἱματωμένα 
ξέρω ὅτι ἔβγαινες κρυφὰ 
νὰ γυρεύῃς εἰς τὰ ξένα 
ἄλλα χέρια δυνατά. 

10 
Μοναχὴ τὸ δρόμο ἐπῆρες, 
ἐξανάλθες μοναχή, 
δὲν εἶν᾿ εὔκολες οἱ θύρες, 
ἐὰν ἡ χρεία τὲς κουρταλῆ. 

11 
Ἄλλος σου ἔκλαψε εἰς τὰ στήθια 
ἀλλ᾿ ἀνάσασιν καμιὰ 
ἄλλος σοῦ ἔταξε βοήθεια 
καὶ σὲ γέλασε φρικτά. 

12 
Ἄλλοι, ὀϊμέ! στὴ συμφορά σου, 
ὅπου ἐχαίροντο πολύ, 
«σύρε νά ῾βρῃς τὰ παιδιά σου, 
σύρε», ἐλέγαν οἱ σκληροί. 

13 
Φεύγει ὀπίσω τὸ ποδάρι 
καὶ ὁλογλήγορο πατεῖ 
ἢ τὴν πέτρα ἢ τὸ χορτάρι 
ποὺ τὴ δόξα σου ἐνθυμεῖ. 

14 
Ταπεινότατή σου γέρνει 
ἡ τρισάθλια κεφαλή, 
σὰν πτωχοῦ ποὺ θυροδέρνει 
κι εἶναι βάρος του ἡ ζωή. 

15 
Ναί· ἀλλὰ τώρα ἀντιπαλεύει 
κάθε τέκνο σου μὲ ὁρμή, 
ποὺ ἀκατάπαυστα γυρεύει 
ἢ τὴ νίκη ἢ τὴ θανή! 

16 
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη 
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά, 
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη 
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά! 

17 
Μόλις εἶδε τὴν ὁρμή σου 
ὁ οὐρανός, ποὺ γιὰ τ᾿ς ἐχθροὺς 
εἰς τὴ γῆ τὴ μητρική σου 
ἔτρεφ᾿ ἄνθια καὶ καρπούς, 

18 
ἐγαλήνευσε καὶ ἐχύθη 
καταχθόνια μία βοὴ 
καὶ τοῦ Ρήγα σου ἀπεκρίθη 
πολεμόκραχτη ἡ φωνή1 

19 
ὅλοι οἱ τόποι σου σ᾿ ἐκράξαν 
χαιρετώντας σε θερμά, 
καὶ τὰ στόματα ἐφωνάξαν, 
ὅσα αἰσθάνετο ἡ καρδιά. 

20 
Ἐφωνάξανε ὡς τ᾿ ἀστέρια 
τοῦ Ἰονίου καὶ τὰ νησιά,
καὶ ἐσηκώσανε τὰ χέρια, 
γιὰ νὰ δείξουνε χαρά, 

21 
μ᾿ ὅλον πού ῾ναι ἁλυσωμένο 
τὸ καθένα τεχνικὰ 
καὶ εἰς τὸ μέτωπο γραμμένο 
ἔχει: ψεύτρα Ἐλευθεριά. 

22 
Γκαρδιακὰ χαροποιήθη 
καὶ τοῦ Βάσιγκτον ἡ γῆ 
καὶ τὰ σίδερα ἐνθυμήθη 
ποῦ τὴν ἔδεναν κι αὐτή. 

23 
Ἀπ᾿ τὸν πύργο του φωνάζει, 
σὰ νὰ λέῃ «σὲ χαιρετῶ», 
καὶ τὴ χήτη του τινάζει 
τὸ Λεοντάρι τὸ Ἰσπανό. 

24 
Ἐλαφιάσθη τῆς Ἀγγλίας 
τὸ θηρίο καὶ σέρνει εὐθὺς 
κατὰ τ᾿ ἄκρα τῆς Ῥουσίας 
τὰ μουγκρίσματα τ᾿ς ὀργῆς. 

25 
Εἰς τὸ κίνημά του δείχνει 
πὼς τὰ μέλη εἶν᾿ δυνατὰ 
καὶ στοῦ Αἰγαίου τὸ κῦμα ρίχνει 
μία σπιθόβολη ματιά. 

26 
Σὲ ξανοίγει ἀπὸ τὰ νέφη 
καὶ τὸ μάτι τοῦ Ἀετοῦ, 
ποὺ φτερὰ καὶ νύχια θρέφει 
μὲ τὰ σπλάχνα τοῦ Ἰταλοῦ· 

27 
καὶ σ᾿ ἐσὲ καταγειρμένος, 
 γιατὶ πάντα σὲ μισεῖ, 
ἔκρωζ᾿, ἔκρωζε ὁ σκασμένος, 
νὰ σὲ βλάψῃ, ἂν ἠμπορῇ. 

28 
Ἄλλο ἐσὺ δὲν συλλογιέσαι 
πάρεξ ποὺ θὰ πρωτοπᾷς 
δὲν μιλεῖς καὶ δὲν κουνιέσαι 
στὲς βρισίες ὅπου ἀγρικᾷς· 

29 
σὰν τὸ βράχον ὅπου ἀφήνει 
κάθε ἀκάθαρτο νερὸ 
εἰς τὰ πόδια του νὰ χύνῃ 
εὐκολόσβηστον ἀφρό, 

30 
ὅπου ἀφήνει ἀνεμοζάλη 
καὶ χαλάζι καὶ βροχὴ 
νὰ τοῦ δέρνουν τὴ μεγάλη, 
τὴν αἰώνια κορυφή. 

31 
Δυστυχιά του, ὢ δυστυχιά του, 
ὁποιανοῦ θέλει βρεθῆ 
στὸ μαχαῖρι σου ἀποκάτου 
καὶ σ᾿ ἐκεῖνο ἀντισταθῇ. 

32 
Τὸ θηρίο, π᾿ ἀνανογιέται 
πῶς τοῦ λείπουν τὰ μικρά, 
περιορίζεται, πετιέται, 
αἷμα ἀνθρώπινο διψᾷ. 

33 
Τρέχει, τρέχει ὅλα τὰ δάση, 
τὰ λαγκάδια, τὰ βουνά, 
καὶ ὅπου φθάση, ὅπου περάσῃ 
φρίκη, θάνατος, ἐρμιά· 

34 
ἐρμιά, θάνατος καὶ φρίκη, 
 ὅπου ἐπέρασες κι ἐσύ· 
ξίφος ἔξω ἀπὸ τὴν θήκη 
πλέον ἀνδρείαν σοῦ προξενεῖ. 

35 
Ἰδοὺ ἐμπρός σου ὁ τοῖχος 
στέκει τῆς ἀθλίας Τριπολιτσᾶς· 
τώρα τρόμου ἀστροπελέκι 
νὰ τῆς ρίψῃς πιθυμᾶς. 

36 
Μεγαλόψυχο τὸ μάτι 
δείχνει πάντα ὅπως νικεῖ, 
καὶ ἂς εἶναι ἄρματα γεμάτη 
καὶ πολέμιαν χλαλοή. 

37 
Σοὺ προβαίνουνε καὶ τρίζουν, 
γιὰ νὰ ἰδῆς πὼς εἶν᾿ πολλὰ 
δὲν ἀκοῦς ποὺ φοβερίζουν 
ἄνδρες μύριοι καὶ παιδιά;2 

38 
Λίγα μάτια, λίγα στόματα 
θὰ σᾶς μείνουνε ἀνοιχτά, 
γιὰ νὰ κλαύσετε τὰ σώματα, 
ποὺ θὲ ναὔρῃ ἡ συμφορά. 

39 
Κατεβαίνουνε, καὶ ἀνάφτει 
τοῦ πολέμου ἀναλαμπή· 
τὸ τουφέκι ἀνάβει, ἀστράφτει, 
λάμπει, κόφτει τὸ σπαθί. 

40 
Γιατί ἡ μάχη ἐστάθη ὀλίγη; 
λίγα τὰ αἵματα γιατί; 
τὸν ἐχθρὸ θωρῶ νὰ φύγῃ 
καὶ στὸ κάστρο ν᾿ ἀνεβῇ.3 

41 
Μέτρα! εἶν᾿ ἄπειροι οἱ φευγάτοι, 
ὁποὺ φεύγοντας δειλιοῦν· 
τὰ λαβώματα στὴν πλάτη 
δέχοντ᾿, ὥστε ν᾿ ἀνεβοῦν. 

42 
Ἐκεῖ μέσα ἀκαρτερεῖτε 
τὴν ἀφεύγατη φθορά· 
νά, σᾶς φθάνει· ἀποκριθῆτε 
στῆς νυκτὸς τὴ σκοτεινιά.4 

43 
Ἀποκρίνονται, καὶ ἡ μάχη 
ἔτσι ἀρχίζει, ὅπου μακριὰ 
ἀπὸ ράχη ἐκεῖ σὲ ράχη 
ἀντιβούιζε φοβερά. 

44 
Ἀκούω κούφια τὰ τουφέκια, 
ἀκούω σμίξιμο σπαθιῶν, 
ἀκούω ξύλα, ἀκούω πελέκια, 
ἀκούω τρίξιμο δοντιῶν. 

45 
Ἄ! τί νύκτα ἦταν ἐκείνη 
ποὺ τὴν τρέμει ὁ λογισμός; 
Ἄλλος ὕπνος δὲν ἐγίνη 
πάρεξ θάνατου πικρός. 

46 
Τῆς σκηνῆς ἡ ὥρα, ὁ τόπος, 
οἱ κραυγές, ἡ ταραχή, 
ὁ σκληρόψυχος ὁ τρόπος 
τοῦ πολέμου, καὶ οἱ καπνοί, 

47 
καὶ οἱ βροντές, καὶ τὸ σκοτάδι, 
ὅπου ἀντίσκοφτε ἡ φωτιά, 
ἐπαράσταιναν τὸν ᾅδη 
ποῦ ἀκαρτέρειε τὰ σκυλιά· 

48 
τ᾿ ἀκαρτέρειε. ἐφαίνοντ᾿ 
ἴσκιοι ἀναρίθμητοι γυμνοί,
 κόρες, γέροντες, νεανίσκοι, 
βρέφη ἀκόμη εἰς τὸ βυζί. 

49 
Ὅλη μαύρη μυρμηγκιάζει, 
μαύρη ἡ ἐντάφια συντροφιά, 
σὰν τὸ ροῦχο ὁποὺσκεπάζει 
τὰ κρεββάτια τὰ στερνά. 

50 
Τόσοι, τόσοι ἀνταμωμένοι 
ἐπετιοῦντο ἀπὸ τὴ γῆ, 
ὅσοι εἶν᾿ ἄδικα σφαγμένοι 
ἀπὸ τούρκικην ὀργή. 

51 
Τόσα πέφτουνε τὰ θέρι- 
σμένα ἀστάχια εἰς τοὺς ἀγρούς· 
σχεδὸν ὅλα ἐκειὰ τὰ μέρη 
ἐσκεπάζοντο ἀπ᾿ αὐτούς. 

52 
Θαμποφέγγει κανέν᾿ ἄστρο, 
καὶ ἀναδεύοντο μαζί, 
 ἀναβαίνοντας τὸ κάστρο 
μὲ νεκρώσιμη σιωπή. 

53 
Ἔτσι χάμου εἰς τὴν πεδιάδα, 
μὲς στὸ δάσος τὸ πυκνό, 
ὅταν στέλνῃ μίαν ἀχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό, 

54 
ἐὰν οἱ ἄνεμοι μὲς στ᾿ ἄδεια 
τὰ κλαδιὰ μουγκοφυσοῦν, 
σειοῦνται, σειοῦνται τὰ μαυράδια, 
ὅπου οἱ κλῶνοι ἀντικτυποῦν. 

55 
Μὲ τὰ μάτια τους γυρεύουν 
ὅπου εἶν᾿ αἵματα πηχτά, 
 καὶ μὲς στ᾿ αἵματα χορεύουν 
μὲ βρυχίσματα βραχνά, 

56 
 καὶ χορεύοντας μανίζουν 
εἰς τοὺς Ἕλληνας κοντά, 
καὶ τὰ στήθια τους ἐγγίζουν 
μὲ τὰ χέρια τὰ ψυχρά. 

57 
Ἐκειὸ τὸ ἔγγισμα πηγαίνει 
βαθιὰ μὲς στὰ σωθικά, 
ὅθεν ὅλη ἡ λύπη βγαίνει, 
καὶ ἄκρα αἰσθάνονται ἀσπλαχνιά. 

58 
Τότε αὐξαίνει τοῦ πολέμου 
ὁ χορὸς τρομακτικά, 
σὰν τὸ σκόρπισμα τοῦ ἀνέμου 
στοῦ πελάου τὴ μοναξιά. 

59 
Κτυποῦν ὅλοι ἀπάνου κάτου· 
κάθε κτύπημα ποὺ ἐβγῇ 
 εἶναι κτύπημα θανάτου, 
χωρὶς νὰ δευτερωθῇ. 

60 
Κάθε σῶμα ἱδρώνει, ρέει 
λὲς καὶ ἐκεῖθεν ἡ ψυχὴ 
ἀπ᾿ τὸ μῖσος ποὺ τὴν καίει 
πολεμάει νὰ πεταχθῇ. 

61 
Τῆς καρδίας κτυπίες βροντᾶνε 
 μὲς στὰ στήθια τους ἀργά, 
καὶ τὰ χέρια ὁποὺ χουμᾶνε 
περισσότερο εἶν᾿ γοργά. 

62 
Οὐρανὸς γι᾿ αὐτοὺς δὲν εἶναι, 
οὐδὲ πέλαο, οὐδὲ γῆ· 
γι᾿ αὐτοὺς ὅλους τὸ πᾶν εἶναι 
μαζωμένο ἀντάμα ἐκεῖ. 

63 
Τόση ἡ μάνητα καὶ ἡ ζάλη, 
ποὺ στοχάζεσαι, μὴ πὼς 
ἀπὸ μία μεριὰ καὶ ἀπ᾿ ἄλλη 
δὲν μείνῃ ἕνας ζωντανός. 

64 
Κοίτα χέρια ἀπελπισμένα 
πῶς θερίζουνε ζωές! 
Χάμου πέφτουνε κομμένα 
χέρια, πόδια, κεφαλές, 

65 
 καὶ παλάσκες καὶ σπαθία 
μὲ ὁλοσκόρπιστα μυαλά, 
καὶ μὲ ὁλόσχιστα κρανία 
σωθικὰ λαχταριστά. 

66 
Προσοχὴ καμία δὲν κάνει 
κανείς, ὄχι, εἰς τὴ σφαγὴ 
πᾶνε πάντα ἐμπρός. Ὤ! φθάνει, 
φθάνει ἕως πότε οἱ σκοτωμοί; 

67 
Ποῖος ἀφήνει ἐκεῖ τὸν τόπο, 
 πάρεξ ὅταν ξαπλωθῇ; 
Δὲν αἰσθάνονται τὸν κόπο 
καὶ λὲς κι εἶναι εἰς τὴν ἀρχή. 

68 
Ὀλιγόστευαν οἱ σκύλοι, 
 καὶ «Ἀλλά» ἐφώναζαν, «Ἀλλά» 
καὶ τῶν χριστιανῶν τὰ χείλη 
«φωτιά» ἐφώναζαν, «φωτιά». 

69 
Λεονταρόψυχα ἐκτυπιοῦντο, 
πάντα ἐφώναζαν «φωτιά», 
καὶ οἱ μιαροὶ κατασκορπιοῦντο, 
πάντα σκούζοντας «Ἀλλά». 

70 
Παντοῦ φόβος καὶ τρομάρα 
 καὶ φωνὲς καὶ στεναγμοί· 
παντοῦ κλάψα, παντοῦ ἀντάρα, 
καὶ παντοῦ ξεψυχισμοί. 

71 
Ἦταν τόσοι! πλέον τὸ βόλι 
εἰς τ᾿ αὐτιὰ δὲν τοὺς λαλεῖ. 
Ὅλοι χάμου ἐκείτοντ᾿ 
ὅλοι εἰς τὴν τέταρτην αὐγή. 

72 
Σὰν ποτάμι τὸ αἷμα ἐγίνη 
καὶ κυλάει στὴ λαγκαδιά, 
 καὶ τὸ ἀθῷο χόρτο πίνει 
αἷμα ἀντὶς γιὰ τὴ δροσιά. 

73 
Τῆς αὐγῆς δροσάτο ἀέρι, 
δὲν φυσᾷς τώρα ἐσὺ 
πλιὸ στῶν ψευδόπιστων τὸ ἀστέρι5 
φύσα, φύσα εἰς τὸ Σταυρό. 

74 
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη 
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά, 
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη, 
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά! 

75 
Τῆς Κορίνθου ἰδοὺ καὶ οἱ κάμποι 
δὲν λάμπ᾿ ἥλιος μοναχὰ 
εἰς τοὺς πλάτανους, δὲν λάμπει 
εἰς τ᾿ ἀμπέλια, εἰς τὰ νερά· 

76 
εἰς τὸν ἥσυχον αἰθέρα 
τώρα ἀθῴα δὲν ἀντηχεῖ 
τὰ λαλήματα ἡ φλογέρα, 
τὰ βελάσματα τὸ ἀρνί· 

77 
τρέχουν ἅρματα χιλιάδες 
σὰν τὸ κῦμα εἰς τὸ γιαλὸ 
ἀλλ᾿ οἱ ἀνδρεῖοι παλικαράδες 
δὲν ψηφοῦν τὸν ἀριθμό. 

78 
Ὢ τρακόσιοι! σηκωθῆτε 
καὶ ξανάλθετε σ᾿ ἐμᾶς· 
τὰ παιδιά σας θέλ᾿ ἰδῆτε 
πόσο μοιάζουνε μ᾿ ἐσᾶς. 

79 
Ὅλοι ἐκεῖνοι τὰ φοβοῦνται, 
καὶ μὲ πάτημα τυφλὸ 
εἰς τὴν Κόρινθο ἀποκλειοῦνται
κι ὅλοι χάνουνται ἀπ᾿ ἐδῶ. 

80 
Στέλνει ὁ ἄγγελος τοῦ ὀλέθρου 
πεῖναν καὶ θανατικὸ 
ποῦ σὲ σχῆμα ἑνὸς σκελέθρου 
περπατοῦν ἀντάμα οἱ δυό· 

81 
καὶ πεσμένα εἰς τὰ χορτάρια 
ἀπεθαίνανε παντοῦ 
τὰ θλιμμένα ἀπομεινάρια 
τῆς φυγῆς καὶ τοῦ χαμοῦ. 

82 
Καὶ ἐσὺ ἀθάνατη, ἐσὺ θεία, 
ποῦ ὅ,τι θέλεις ἠμπορεῖς, 
εἰς τὸν κάμπο, Ἐλευθερία, 
ματωμένη περπατεῖς. 

83 
Στὴ σκιὰ χεροπιασμένες,6 
στὴ σκιὰ βλέπω κι ἐγὼ 
κρινοδάκτυλες παρθένες, 
ὅπου κάνουνε χορό· 

84 
στὸ χορὸ γλυκογυρίζουν 
ὡραία μάτια ἐρωτικά, 
καὶ εἰς τὴν αὔρα κυματίζουν 
μαῦρα, ὁλόχρυσα μαλλιά. 

85 
Ἡ ψυχή μου ἀναγαλλιάζει 
πὼς ὁ κόρφος καθεμιᾶς 
γλυκοβύζαστο ἑτοιμάζει 
γάλα ἀνδρείας καὶ ἐλευθεριᾶς. 

86 
 Μὲς στὰ χόρτα, τὰ λουλούδια, 
τὸ ποτήρι δὲν βαστῶ· 
φιλελεύθερα τραγούδια 
σὰν τὸν Πίνδαρο ἐκφωνῶ. 

87 
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη 
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά, 
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη, 
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά! 

88 
Πῆγες εἰς τὸ Μεσολόγγι 
τὴν ἡμέρα τοῦ Χριστοῦ, 
μέρα ποὺ ἄνθισαν οἱ λόγγοι7 
γιὰ τὸ τέκνο τοῦ Θεοῦ. 

89 
Σοὖλθε ἐμπρὸς λαμποκοπώντας 
ἡ Θρησκεία μ᾿ ἕνα σταυρὸ 
καὶ τὸ δάκτυλο κινώντας 
ὅπου ἀνεῖ τὸν οὐρανό, 

90 
 «σ᾿ αὐτό», ἐφώναξε, «τὸ χῶμα 
στάσου ὁλόρθη, Ἐλευθεριά»· 
καὶ φιλώντας σου τὸ στόμα 
μπαίνει μὲς στὴν ἐκκλησιά.8 

91 
Εἰς τὴν τράπεζα σιμώνει, 
καὶ τὸ σύγνεφο τὸ ἀχνὸ 
γύρω γύρω της πυκνώνει 
ποὺ σκορπάει τὸ θυμιατό. 

92
Ἀγρικάει τὴν ψαλμῳδία 
ὁποὺ ἐδίδαξεν αὐτή· 
βλέπει τὴ φωταγωγία 
στοὺς ἁγίους ἐμπρὸς χυτή. 

93 
Ποιοὶ εἶν᾿ αὐτοὶ ποὺ πλησιάζουν 
μὲ πολλὴ ποδοβολή, 
κι ἅρματ᾿, ἅρματα ταράζουν; 
Ἐπετάχτηκες Ἐσύ. 

94 
 Ἄ! τὸ φῶς, ποὺ σὲ στολίζει 
σὰν ἡλίου φεγγοβολὴ 
καὶ μακρόθεν σπινθηρίζει, 
δὲν εἶναι, ὄχι, ἀπὸ τὴ γῆ· 

95 
λάμψιν ἔχει ὅλη φλογώδη 
 χεῖλος, μέτωπο, ὀφθαλμός· 
φῶς τὸ χέρι, φῶς τὸ πόδι, 
κι ὅλα γύρω σου εἶναι φῶς. 

96 
Τὸ σπαθί σου ἀντισηκώνεις, 
τρία πατήματα πατᾷς, 
σὰν τὸν πύργο μεγαλώνεις, 
καὶ εἰς τὸ τέταρτο κτυπᾷς· 

97 
μὲ φωνὴ ποὺ καταπείθει 
προχωρώντας ὁμιλεῖς· 
«Σήμερ᾿, ἄπιστοι, ἐγεννήθη, 
 ναί, τοῦ κόσμου ὁ Λυτρωτής». 

98 
Αὐτὸς λέγει... «Ἀφοκρασθῆτε 
Ἐγὼ εἶμ᾿ Ἄλφα, Ὠμέγα ἐγώ·9 
πέστε, ποῦ θ᾿ ἀποκρυφθῆτε 
ἐσεῖς ὅλοι, ἂν ὀργισθῶ; 

99 
»Φλόγα ἀκοίμητήν σας βρέχω, 
ποὺ μ᾿ αὐτὴν ἂν συγκριθῇ 
κείνη ἡ κάτω ὅπου σας ἔχω 
σὰν δροσιὰ θέλει βρεθῇ. 

100 
»Κατατρώγει, ὡσὰν τὴ σχίζα, 
τόπους ἄμετρα ὑψηλούς, 
χῶρες, ὄρη ἀπὸ τὴ ρίζα, 
ζῷα καὶ δένδρα καὶ θνητούς, 

101 
»καὶ τὸ πᾶν τὸ κατακαίει, 
καὶ δὲν σῴζεται πνοή, 
πάρεξ τοῦ ἀνέμου ποὺ πνέει 
μὲς στὴ στάχτη τὴ λεπτή». 

102 
Κάποιος ἤθελε ἐρωτήσει: 
τοῦ θυμοῦ του εἶσαι ἀδελφή; 
Ποῖος εἶν᾿ ἄξιος νὰ νικήσῃ 
ἢ μ᾿ ἐσὲ νὰ μετρηθῆ; 

103 
Ἡ γῆ αἰσθάνεται τὴν τόση 
τοῦ χεριοῦ σου ἀνδραγαθιά, 
ποὺ ὅλην θέλει θανατώσῃ 
τὴ μισόχριστη σπορά. 

104 
Τὴν αἰσθάνονται, καὶ ἀφρίζουν 
τὰ νερά, καὶ τ᾿ ἀγρικῶ 
δυνατὰ νὰ μουρμουρίζουν 
σὰν νὰ ρυάζετο θηριό. 

105 
Κακορίζικοι, ποὺ πάτε 
τοῦ Ἀχελῴου μὲς στὴ ροή,10 
καὶ πιδέξια πολεμᾶτε 
ἀπὸ τὴν καταδρομὴ 

106 
ν᾿ ἀποφύγετε! τὸ κῦμα 
ἔγινε ὅλο φουσκωτό· 
ἐκεῖ εὑρήκατε τὸ μνῆμα 
πρὶν νὰ εὐρῆτε ἀφανισμό. 

107 
Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει 
κάθε λάρυγγας ἐχθροῦ, 
καὶ τὸ ρεῦμα γαργαρίζει 
τὲς βλασφήμιες τοῦ θυμοῦ. 

108 
Σφαλερὰ τετραποδίζουν 
πλῆθος ἄλογα, καὶ ὀρθὰ 
τρομασμένα χλιμιτρίζουν 
καὶ πατοῦν εἰς τὰ κορμιά. 

109 
Ποῖος στὸν σύντροφον ἁπλώνει 
χέρι, ὡσὰν νὰ βοηθηθῇ· 
ποῖος τὴ σάρκα του δαγκώνει, 
ὅσο ὅπου νὰ νεκρωθῇ· 

110 
κεφαλὲς ἀπελπισμένες 
μὲ τὰ μάτια πεταχτά, 
κατὰ τ᾿ ἄστρα σηκωμένες 
γιὰ τὴν ὕστερη φορά. 

111 
Σβηέται -αὐξαίνοντας ἡ πρώτη 
τοῦ Ἀχελῴου νεροσυρμή- 
τὸ χλιμίτρισμα, καὶ οἱ κρότοι 
καὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ γογγυσμοί. 

112 
Ἔτσι ν᾿ ἄκουα νὰ βουίξῃ 
τὸν βαθὺν Ὠκεανό, 
καὶ στὸ κῦμα του νὰ πνίξῃ 
κάθε σπέρμα Ἀγαρηνό· 

113 
Καὶ ἐκεῖ ποὖναι ἡ Ἁγία Σοφία, 
 μὲς στοὺς λόφους τοὺς ἑπτά, 
ὅλα τ᾿ ἄψυχα κορμία, 
βραχοσύντριφτα, γυμνά, 

114 
σωριασμένα νὰ τὰ σπρώξῃ 
ἡ κατάρα τοῦ Θεοῦ, 
 κι ἀπ᾿ ἐκεῖ νὰ τὰ μαζώξῃ 
ὁ ἀδελφός του Φεγγαριοῦ.11 

115 
Κάθε πέτρα μνῆμα ἂς γένῃ, 
καὶ ἡ Θρησκεία κι ἡ Ἐλευθεριὰ 
μ᾿ ἀργοπάτημα ἂς πηγαίνῃ 
μεταξύ τους, καὶ ἂς μετρᾷ. 

116 
Ἕνα λείψανο ἀνεβαίνει 
τεντωτό, πιστομητό, 
κι ἄλλο ξάφνου κατεβαίνει 
καὶ δὲν φαίνεται καὶ πλιό. 

117 
Καὶ χειρότερα ἀγριεύει 
καὶ φουσκώνει ὁ ποταμός· 
πάντα πάντα περισσεύει 
πολυφλοίσβισμα καὶ ἀφρός. 

118 
Ἄ! γιατί δὲν ἔχω τώρα 
τὴ φωνὴ τοῦ Μωυσῆ; 
Μεγαλόφωνα, τὴν ὥρα 
ὅπου ἐσβηοῦντο οἱ μισητοί, 

119 
τὸν Θεὸν εὐχαριστοῦσε 
στοῦ πελάου τὴ λύσσα ἐμπρός, 
καὶ τὰ λόγια ἠχολογοῦσε 
ἀναρίθμητος λαός· 

120 
ἀκλουθάει τὴν ἁρμονία 
ἡ ἀδελφή του Ἀαρών, 
ἡ προφήτισσα Μαρία, 
μ᾿ ἕνα τύμπανο τερπνόν,12 

121 
καὶ πηδοῦν ὅλες οἱ κόρες 
 μὲ τς ἀγκάλες ἀνοικτές, 
τραγουδώντας, ἀνθοφόρες, 
μὲ τὰ τύμπανα κι ἐκειές. 

122 
Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη 
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή, 
σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη, 
ποῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ. 

123 
Εἰς αὐτήν, εἶν᾿ ξακουσμένο, 
δὲν νικιέσαι ἐσὺ ποτέ· 
ὅμως, ὄχι, δὲν εἶν᾿ ξένο 
καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ. 

124 
Τὸ στοιχεῖον αὐτὸ ξαπλώνει 
 κύματ᾿ ἄπειρα εἰς τὴ γῆ, 
μὲ τὰ ὁποῖα τὴν περιζώνει
κι εἶναι εἰκόνα σου λαμπρή. 

125 
Μὲ βρυχίσματα σαλεύει, 
ποὺ τρομάζει ἡ ἀκοὴ 
κάθε ξύλο κινδυνεύει 
καὶ λιμιώνα ἀναζητεῖ. 

126 
Φαίνετ᾿ ἔπειτα ἡ γαλήνη 
καὶ τὸ λάμψιμο τοῦ ἡλιοῦ, 
καὶ τὰ χρώματα ἀναδίνει 
τοῦ γλαυκότατου οὐρανοῦ. 

127 
Δὲν νικιέσαι, εἶν᾿ ξακουσμένο, 
στὴν ξηρὰν ἐσὺ ποτὲ 
ὅμως, ὄχι, δὲν εἶν᾿ ξένο 
καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ. 

128 
Περνοῦν ἄπειρα τὰ ξάρτια, 
καὶ σὰν λόγγος στριμωχτὰ 
τὰ τρεχούμενα κατάρτια, 
τὰ ὁλοφούσκωτα πανιά. 

129 
Σὺ τὲς δύναμές σου σπρώχνεις, 
καὶ ἀγκαλὰ δὲν εἶν᾿ πολλές, 
πολεμώντας ἄλλα διώχνεις, 
ἄλλα παίρνεις, ἄλλα καῖς 

130 
μὲ ἐπιθύμια νὰ τηράζῃς 
δυὸ μεγάλα σὲ θωρῶ,13 
καὶ θανάσιμον τινάζεις 
ἐναντίον τους κεραυνό. 

131 
Πιάνει, αὐξαίνει, κοκκινίζει 
καὶ σηκώνει μία βροντή, 
καὶ τὸ πέλαο χρωματίζει 
μὲ αἱματόχροη βαφή. 

132 
Πνίγοντ᾿ ὅλοι οἱ πολεμάρχοι 
καὶ δὲν μνέσκει ἕνα κορμί· 
χάρου, σκιὰ τοῦ Πατριάρχη, 
ποῦ σ᾿ ἐπέταξεν ἐκεῖ. 

133 
Ἐκρυφόσμιγαν οἱ φίλοι 
μὲ τ᾿ς ἐχθρούς τους τὴ Λαμπρή, 
 καὶ τοὺς ἔτρεμαν τὰ χείλη 
δίνοντάς τα εἰς τὸ φιλί. 

134 
Κειὲς τὲς δάφνες ποὺ ἐσκορπίστε14 
τώρα πλέον δὲν τὲς πατεῖ, 
καὶ τὸ χέρι ὅπου ἐφιλῆστε
πλέον, ἅ! πλέον δὲν εὐλογεῖ. 

135 
Ὅλοι κλαῦστε· ἀποθαμένος 
ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησιᾶς· 
κλαῦστε, κλαῦστε κρεμασμένος 
ὡσὰν νἄτανε φονιάς. 

136 
Ἔχει ὁλάνοιχτο τὸ στόμα 
π᾿ ὦρες πρῶτα εἶχε γευθεῖ 
τ᾿ Ἅγιον Αἷμα, τ᾿ Ἅγιον Σῶμα· 
λὲς πὼς θενὰ ξαναβγῇ 

137 
ἡ κατάρα ποὺ εἶχε ἀφήσει 
λίγο πρὶν νὰ ἀδικηθῇ 
εἰς ὁποῖον δὲν πολεμήσῃ 
 καὶ ἠμπορεῖ νὰ πολεμῇ. 

138 
Τὴν ἀκούω, βροντάει, δὲν παύει 
εἰς τὸ πέλαγο, εἰς τὴ γῆ, 
καὶ μουγκρίζοντας ἀνάβει 
τὴν αἰώνιαν ἀστραπή. 

139 
Ἡ καρδιὰ συχνοσπαράζει... 
 Πλὴν τί βλέπω; Σοβαρὰ 
νὰ σωπάσω μὲ προστάζει 
μὲ τὸ δάκτυλο ἡ θεά. 

140 
Κοιτάει γύρω εἰς τὴν Εὐρώπη 
τρεῖς φορὲς μ᾿ ἀνησυχιά· 
προσηλώνεται κατόπι 
στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀρχινᾷ: 

141 
«Παλληκάρια μου! οἱ πολέμοι 
γιὰ σᾶς ὅλοι εἶναι χαρά, 
καὶ τὸ γόνα σας δὲν τρέμει 
στοὺς κινδύνους ἐμπροστά. 

142 
 »Ἀπ᾿ ἐσᾶς ἀπομακραίνει 
 κάθε δύναμη ἐχθρική· 
ἀλλὰ ἀνίκητη μιὰ μένει 
ποὺ τὲς δάφνες σας μαδεῖ. 

143 
»Μία, ποὺ ὅταν ὡσὰν λύκοι 
ξαναρχόστενε ζεστοί, 
κουρασμένοι ἀπὸ τὴ νίκη, 
ἄχ! τὸν νοῦν σας τυραννεῖ. 

144 
»Ἡ Διχόνια, ποὺ βαστάει 
ἕνα σκῆπτρο ἡ δολερὴ 
καθενὸς χαμογελάει, 
πάρ᾿ το, λέγοντας, κι ἐσύ. 

145 
»Κειὸ τὸ σκῆπτρο ποὺ σᾶς δείχνει, 
 ἔχει ἀλήθεια ὡραῖα θωριά· 
μὴν τὸ πιᾶστε, γιατὶ ρίχνει 
εἰσὲ δάκρυα θλιβερά. 

146 
»Ἀπὸ στόμα ὅπου φθονάει, 
παλικάρια, ἂς μὴν ῾πωθῇ, 
πῶς τὸ χέρι σας κτυπάει 
τοῦ ἀδελφοῦ τὴν κεφαλή. 

147 
»Μὴν εἰποῦν στὸ στοχασμό τους 
τὰ ξένα ἔθνη ἀληθινά: 
«Ἐὰν μισοῦνται ἀνάμεσό τους, 
δὲν τοὺς πρέπει ἐλευθεριά». 

148 
»Τέτοια ἀφήστενε φροντίδα· 
ὅλο τὸ αἷμα ὁποὺ χυθῇ 
γιὰ θρησκεία καὶ γιὰ πατρίδα, 
ὅμοιαν ἔχει τὴν τιμή. 

149 
»Στὸ αἷμα αὐτό, ποὺ δὲν πονεῖτε, 
γιὰ πατρίδα, γιὰ θρησκειά, 
σᾶς ὁρκίζω, ἀγκαλιασθῆτε 
σὰν ἀδέλφια γκαρδιακά. 

150 
 »Πόσον λείπει, στοχασθῆτε, 
πόσο ἀκόμη νὰ παρθῇ 
πάντα ἡ νίκη, ἂν ἑνωθῆτε, 
πάντα ἐσᾶς θ᾿ ἀκολουθῇ. 

151 
»Ὢ ἀκουσμένοι εἰς τὴν ἀνδρεία!... 
 Καταστῆστε ἕνα σταυρὸ 
καὶ φωνάξετε μὲ μία: 
Βασιλεῖς, κοιτάξτ᾿ ἐδῶ. 

152 
 »Τὸ σημεῖον ποὺ προσκυνᾶτε 
εἶναι τοῦτο, καὶ γι᾿ αὐτὸ 
ματωμένους μας κοιτᾶτε 
στὸν ἀγῶνα τὸ σκληρό. 

153 
»Ἀκατάπαυστα τὸ βρίζουν 
τὰ σκυλιὰ καὶ τὸ πατοῦν 
καὶ τὰ τέκνα του ἀφανίζουν 
καὶ τὴν πίστη ἀναγελοῦν. 

 154 
»Ἐξ αἰτίας του ἐσπάρθη, 
ἐχάθη αἷμα ἀθῷο χριστιανικό, 
ποὺ φωνάζει ἀπὸ τὰ βάθη 
τῆς νυκτός: «Νὰ ῾κδικηθῶ». 

155 
»Δὲν ἀκοῦτε ἐσεῖς εἰκόνες 
τοῦ Θεοῦ, τέτοια φωνή; 
Τώρα ἐπέρασαν αἰῶνες 
καὶ δὲν ἔπαυσε στιγμή. 

156 
»Δὲν ἀκοῦτε; εἰς κάθε μέρος 
σὰν τοῦ Ἄβελ καταβοᾶ· 
δὲν εἶν᾿ φύσημα τοῦ ἀέρος 
ποῦ σφυρίζει εἰς τὰ μαλλιά. 

157 
»Τί θὰ κάμετε; θ᾿ ἀφῆστε 
νὰ ἀποκτήσωμεν ἐμεῖς 
Λευθεριάν, ἢ θὰ τὴν λῦστε 
ἐξ αἰτίας Πολιτικῆς; 

158 
»Τοῦτο ἀνίσως μελετᾶτε, 
 ἰδού, ἐμπρός σας τὸν Σταυρό· 
Βασιλεῖς! ἐλᾶτε, ἐλᾶτε, 
καὶ κτυπήσετε κι ἐδῶ».  


ΣHMEIΩΣEIΣ TOY ΠOIHTH
  
01) Δεῦτε παῖδες τῶν Ἑλλήνων... 
02) Ἀρματώθηκαν τότε ὅλοι ἀπὸ δεκατέσσερους χρόνους καὶ ἀπάνου. 
03) Ἡ περιτειχισμένη Τριπολιτσὰ δὲν ἔχει κάστρον, καὶ εἰς τὸν τόπον τοῦ κάστρου ἐννοεῖ ὁ ποιητὴς τὴν μεγάλην Τάπιαν τῆς πόλης. 
04) Ἀγκαλὰ καὶ ἦτον ἡμέρα ὅταν ἐπάρθηκεν ἡ Τριπολιτσά, ὁ ποιητὴς ἀκολούθησε τὴν κοινὴν φήμην ὅπου τότε ἐσκορπίστηκεν, ὅτι τὸ πάρσιμό της ἐσυνέβηκε τρεῖς ὧρες ἔπειτα ἀπὸ τὰ μεσάνυκτα. 
05) Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ φεγγάρι εὑρίσκεται τυπωμένον εἰς τὲς τούρκικες σημαῖες. 
06) Ὁ λὸρδ Μπάιρον εἰς τὴν τρίτην ᾠδὴν τοῦ Don Juan παρασταίνει ἕνα ποιητὴν Ἕλληνα, ὅπου ἀπελπισμένος καὶ παραπονεμένος διὰ τὴν σκλαβιὰν τῆς πατρίδος του, ἔχει ἐμπρός του ἕνα κρασοπότηρον, καὶ κοντὰ εἰς ἄλλα λέγει καὶ τὰ ἀκόλουθα λόγια: «...οἱ γυναῖκες μας χορεύουν ἀποκάτου ἀπὸ τὸν ἴσκιον βλέπω τὰ θέλγητρα τῶν ματιῶν τοὺς ἀλλὰ ὅταν συλλογίζωμαι ὅτι θὰ γεννήσουν σκλάβους, γεμίζουν τὰ μάτια μου δάκρυα». Ἐπέρασε ἕνας χρόνος ἀφοῦ ἐγράφθηκε τοῦτος ὁ ὕμνος ὁλοένα ὁ ποιητὴς ἑτοιμάζει ἕνα ποίημα γιὰ τὸν θάνατον τοῦ Λὸρδ Μπάιρον. 
07) Ἀγαλλιάσθω ἔρημος καὶ ἀνθείτω ὡς κρίνον. Ἡσαΐας Κεφ. λε´. 
08) Εἶναι ἀληθινὸν ὅτι οἱ Τοῦρκοι ὅρμησαν ἐναντίον τοῦ Μεσολογγιοῦ τὰ ξημερώματα αὐτῆς τῆς ἁγίας ἡμέρας δὲν εἶναι ὅμως ἀληθινόν, καθὼς τότε ἐκοινολογήθηκεν, ὅτι ἦταν ἀνοικτὲς καὶ οἱ ἐκκλησίες μάλιστα ἐκλείσθησαν ἐπιταυτοῦ διὰ νὰ ἔχουν οἱ Ἕλληνες ὅλην τὴν προσοχήν τους εἰς τὸν πόλεμον. 
09) Καὶ εἰπέ μοι γέγονε ἐγὼ εἰμὶ τὸ A καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος. Ἀποκάλ. Ἰωάννου Κεφ. κα´. 
10) Τὰ περιστατικὰ τοῦ περάσματος τοῦ ποταμοῦ, τῆς μάχης τῶν Χριστουγέννων καὶ τῆς πολιορκίας τοῦ Μεσολογγιοῦ εὑρίσκονται καταστρωμένα εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Σπυρίδωνος Τρικούπη, ἐγκαρδίου φίλου τοῦ ποιητῆ. Αὐτὴ ἡ ἱστορία γλήγορα θέλει πλουτίσει καὶ τὴν γλῶσσαν μας καὶ τὴν φιλολογίαν μας. 
11) Εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς τίτλους τοῦ Σουλτάνου. 
12) Ἔξοδος Κεφ. ιε´. 
13) Τὸ καύσιμό της καραβέλας τοῦ Καπετὰν πασᾶ καὶ ἑνὸς ἄλλου καραβίου κοντὰ εἰς τὴν Τένεδον, τὲς 29 Ὀκτωβρίου. 
14) Οἱ Χριστιανοὶ τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας συνηθίζουν νὰ σπέρνουν δάφνες εἰς τὲς ἐκκλησίες τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα. 

Ὅταν ἐπρωτοδιαβάσθηκε τὸ ποίημα, κάποιοι εἶπαν: Κρῖμα! ὑψηλὰ νοήματα καὶ στίχοι σφαλμένοι! 
Γιὰ νὰ δεχθῶ τὴν πρώτην, ἀκαρτερῶ νὰ δικαιολογήσουν τὴν δεύτερη παρατήρηση. Μὰ τὸν Δία ποὺ ἐσάστισα! Αὔριο θέλει ἔρθῃ καὶ κανένας νὰ μοῦ δείξῃ τ᾿ ἀλφαβητάρι μὲ τὸ κονδύλι στὸ χέρι ἀλλὰ ἐγὼ τοῦ τὸ παίρνω καὶ ἀπιθώνω τὴν ἄκρην του εἰς τὰ μεγάλα ὀνόματα τοῦ Δάντη καὶ τοῦ Πετράρχη, τοῦ Ἀριόστου καὶ τοῦ Τάσσου, καὶ εἰς τὰ ὀνόματα ὅσων στιχουργώντας τοὺς ἀκολούθησαν, καὶ τοῦ λέγω: 
Λάβε τὴν καλοσύνην, Διδάσκαλε, νὰ γύρῃς τ᾿ αὐτιά σου ἐδῶ πάνου, καὶ μέτρα. Κάθε συλλαβὴ εἶναι ἕνα πόδι, καὶ γιὰ μᾶς καὶ γιὰ αὐτούς, ὅποιος καὶ ἂν εἶναι ὁ στίχος ὅμως ἐσὺ δὲν ἠξεύρεις νὰ τὰ μετρᾷς. Τὸ φωνῆεν, μὲ τὸ ὁποῖον τελειώνει ἡ λέξη, χάνεται εἰς τὸ φωνῆεν, μὲ τὸ ὁποῖον ἡ ἀκόλουθη ἀρχινᾷ ὅμως τὸ προφέρω, ἐπειδὴ ἔτσι μὲ συμβουλεύει ἡ τέχνη τῆς ἀληθινῆς ἁρμονίας. Τὸ ιὰ (βία), τὸ έει (ρέει), τὸ άϊ (Μάϊ) καὶ τὰ ἑξῆς, ὅταν δὲν εἶναι εἰς τὸ τέλος τοῦ στίχου, δὲν κάνουν παρὰ μία συλλαβή. Τὸ τιμὴ εἶναι ὁμοιοτέλευτο μὲ τὸ πολλοί, τὸ κακὸς μὲ τὸ τυφλός, τὸ ἐχθὲς μὲ τὸ πολλές. Τοῦτοι οἱ κανόνες ἔχουν κάποιες ἐξαιρέσεις, τὲς ὁποῖες ὅποιος ἔχει καλὰ θρεμμένη μὲ τοὺς Κλασσικοὺς τὴν ψυχὴν τοῦ βάνει εἰς ἔργον, χωρὶς τόσο νὰ συλλογίζεται, εἰς τὴν ἴδιαν στιγμὴν εἰς τὴν ὁποίαν μορφώνει τὴν ὕλη. Πίστευσέ μου, Διδάσκαλε, ἡ ἁρμονία τοῦ στίχου δὲν εἶναι πρᾶγμα ὅλο μηχανικό, ἀλλὰ εἶναι ξεχείλισμα τῆς ψυχῆς μ᾿ ὅλον τοῦτο, ἂν φθάσης νὰ μοῦ ἀποδείξης ὅτι σφάλλω τοὺς στίχους, θέλει γράψω τῶν Ἰταλῶν καὶ τῶν Ἰσπανῶν, νὰ τοὺς δώσω τὴν εἴδησιν, ὅτι τοὺς ἔσφαλαν ἕως τώρα καὶ αὐτοί, καὶ μὴ φοβᾶσαι νὰ σοῦ πάρω γιὰ τὴν ἐφεύρεσιν τὸ βραβεῖον, γιατὶ θέλει σὲ μελετήσω. Ἀλλὰ ποῖος σοῦ εἶπε νὰ τσακίσης τὴν λέξη θερι- σμένα; (στρ. 51) – Ποῖος μοῦ τὄπε; τὸ ἀπόκρυφο τῆς τέχνης μου καὶ τὸ παράδειγμα τῶν μεγάλων. Ἄμετρα εἶναι τὰ παραδείγματα τέτοιας λογῆς, καὶ θέλει σοῦ τὰ ἀναφέρω ὅλα ἕνα ἕνα, ὅταν ἀνανοηθῶ πὼς ἔχω καιρὸν νὰ χάσω. 

Ὁ Πίνδαρος ἔχει τσακισμένες καμία χιλιάδα λέξεις οἱ τραγικοὶ στοὺς χοροὺς ἐτσάκισαν ἀρκετὲς καὶ αὐτοί, καὶ ὁ Ὀράτσιος τοὺς ἐμιμήθηκε. 

Τὸ παράδειγμα τοῦ Ἀριόστου 
Ne men ti raccomando la mia Fiordi... 
Ma dir non pote ligi; e qui finio [Canto XLII, 14] 
ἀναλεῖ τὴν εἰκόνα καὶ περιέχει πάθος λύπης. 

Τὸ παράδειγμα τοῦ Πινδάρου 
Ἰδοίσα δ᾿ ὀξεῖ Ἐρινὺς 
πέφνεν ἐοὶ σὺν ἀλλαλο- 
φονία γένος ἀρήιον [Ὀλύμπ. Εἴδ. β´, στίχ. 73] 
ἀναλεῖ τὴν εἰκόνα καὶ περιέχει πάθος τρομάρας. 

Τὸ παράδειγμα τοῦ Δάντη 
Cosi quelle carole differente- 
mente danzando, della sua ricchezza 
Mi si facean stimar veloci e lente [Parad. Canto 24] 

εἶναι τέτοιο, ὅπου ἂν τὸ διαβάσης μὲ ἐκεῖνες τὲς ἄλλες θεῖες ζωγραφίες, καὶ καταλάβῃς ὅτι τέτοιες δὲν τὲς κάνει κανένας, ἴσως ἠμπορεῖ, Διδάσκαλε, νὰ φιλιωθοῦμε καὶ ἡ φιλία θέλει βαστάξη, ὅσο νὰ σοῦ κάμω μία παρατήρηση εἰς τὸν Πίνδαρο. Ἡ λέξη ὅλον (Ὀλύμπ. Εἴδ. β´, στίχ. 55) βρίσκεται τσακισμένη γιὰ ὅποιο δίκαιο, ἢ μουσικῆς, ἢ ἄλλο ἐπαρακινήθηκεν ὁ Πίνδαρος νὰ τὴν τσακίση, τὸ πρῶτο δίκαιο τὸ εἶχε ἡ φύση τῆς λέξης, ἡ ὁποία, ἂν τσακισθῆ, ἐναντιώνεται μὲ τὴν ἰδέαν ποὺ παρασταίνει. Σὲ βλέπω καὶ φρίττεις καὶ ἑτοιμάζεσαι νὰ μαδήσῃς τὰ μαλλιά σου ὡσὰν τὸ Θ τοῦ Λουκιανοῦ (Δίκῃ φωνηέντων) ἀλλὰ ἡσύχασε, γιατὶ ὁ Πίνδαρος μ᾿ ὅλον τοῦτο μένει πάντα ὁ ἴδιος γιὰ καθέναν ὁ ἴδιος γιὰ μὲ ὅπου βρίσκω τὴν τέχνην ὅπου εἶναι, ὁ ἴδιος γιὰ σὲ ὅπου ξανοίγεις τὲς ὀξεῖες ὅπου δὲν λείπουν... βλέπω ἕνα χαμόγελο εἰς τὰ χεῖλα τῶν ξένων ἀλλλᾶ δὲν τὸ κάνουν τόσο πικρό, γιατὶ βέβαια θυμοῦνται καὶ τὰ δικά τους. 


----------------------------------------



Η Ελλάς ευγνωμονούσα - Θεόδ. Βρυζάκης


Ο Ύμνος εις την Ελευθερία γράφτηκε από τον 25χρονο, τότε, Διονύσιο Σολωμό (1798-1857) στην Ζάκυνθο, πρώτα στα ιταλικά και εν συνεχεία στα ελληνικά, τον Μάιο του 1823, σε μία περίοδο ιδιαίτερης έξαρσης της Ελληνικής Επαναστάσεως. Οι δύο πρώτες στροφές του ποιήματος, σε μουσική του Νικολάου Μάντζαρου (1795-1872), αποτελούν τον Εθνικό Ύμνο της Ελλάδος (1865) και της Κύπρου (1966). 

Η φήμη του ποιήματος ξεπέρασε γρήγορα τα στενά όρια της Ζακύνθου. Το 1824 μεταφράστηκε μέρος του στα αγγλικά και ολόκληρο στα γαλλικά. Μεταξύ 1828 και 1830, ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν μελοποιήθηκε από τον κερκυραίο μουσουργό Νικόλαο Μάντζαρο για τετράφωνη ανδρική χορωδία και ακουγόταν με ενθουσιασμό σε εθνικές εορτές στα Επτάνησα. 

Από το 1865, με το Βασιλικό Διάταγμα της 4ης Αυγούστου 1865, θεωρείται ως ο εθνικός ύμνος της Ελλάδος. Η παρούσα ανάρτηση πραγματοποιείται εξ αφορμής της επετειακής ημέρας ·αποτελεί, βεβαίως μια εξαιρετική ευκαιρία να στοχαστούμε τους τόσο εύστοχους και γεμάτους ανδρεία στίχους του.

Το ποίημα του Σολωμού αποτελείται από 158 τετράστιχες στροφές. Το μέτρο είναι τροχαϊκό με εναλλαγές επτασύλλαβων και οκτασύλλαβων στίχων. 

Σύμφωνα με το περιεχόμενό του μπορεί να χωρισθεί στα εξής μέρη: 

α) Προοίμιο (στρ. 1-34). Ο ποιητής παρουσιάζει την θεά ελευθερία, θυμίζει τα περασμένα μαρτύρια του Ελληνισμού, την εξέγερση των σκλάβων, την χαρά του Ελληνισμού, την έχθρα των Ευρωπαίων ηγεμόνων και την περιφρονητική αδιαφορία των Ελλήνων για τα φιλότουρκα αισθήματά τους. 
β) Η περιγραφή της Μάχης της Τριπολιτσάς (στρ. 35-74). 
γ) Η μάχη της Κορίνθου και η καταστροφή του Δράμαλη στα Δερβενάκια (στρ. 75-87). 
δ) Η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου στα 1822 και ο πνιγμός των Τούρκων στον ποταμό Αχελώο (στρ. 88-122). 
ε) Τα πολεμικά κατορθώματα στην θάλασσα, η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας κοντά στην Τένεδο και ο απαγχονισμός του Γρηγορίου Ε'. (στρ. 123-138). 
στ) Επίλογος (στρ. 139-158). Ο ποιητής συμβουλεύει τους αγωνιστές να απαλλαγούν από την διχόνοια και προτρέπει τους δυνατούς της Ευρώπης να αφήσουν την Ελλάδα να ελευθερωθεί. 


ΗΧΗΤΙΚΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

~ Ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν [απόσπασμα] (ανάγνωση: 11164 Kb - 09:31) 
(διαβάζει: Αργυρόπουλος Γιάγκος, Απαγγελία, Polydor 1971) 



~ Ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν [απόσπασμα] (ανάγνωση: 3402 Kb - 03:38) 
(διαβάζει: Τσάγκας Χρίστος)