Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο ΤΟΠΟΣ ΜΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο ΤΟΠΟΣ ΜΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 14 Απριλίου 2017

Αναγνώστης Στριφτόμπολας (1778 – 1821)




Ξεχωριστός μέσα στο πάνθεο των αγωνιστών της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 κι ο καπετάνιος Αναγνώστης Στριφτόμπολας, εγγονός και γιος παλαιών κλεφτών, που έπεσε στην μάχη του Λεβιδίου στις 14 Απριλίου 1821. 

Ο καπετάνιος Αναγνώστης Στριφτόμπολας γεννήθηκε το 1778 και ήταν γιος του Αργύρη Στριφτόμπολα. Κατάγονταν, από το χωριό Μεσορρούγι της Κλουκίνας Καλαβρύτων και ήταν μικροανηψιός του Θ. Κολοκοτρώνη. Η γιαγιά του ήταν αδερφή του Κωνσταντή Κολοκοτρώνη πατέρα του γέρου του Μοριά. 

Οι γονείς του θέλοντας να τον διδάξουν όσα μπορούσε να σπουδάσει την εποχή εκείνη άνθρωπος, τον έβαλαν κοντά σε αυστηρούς δασκάλους. Από την φύση του επιμελής, έμαθε όσα του δίδαξαν και εκ των γραμματικών του γνώσεων έλαβε το όνομα «Αναγνώστης». Επειδή κατά την εποχή αυτή η οικογένεια Στριφτόπμολα ήταν επικίνδυνη για τους τούρκους λόγω της στρατιωτικής της δύναμης, την κυνηγούσαν ασταμάτητα και ανάγκασαν τον Αναγνώστη με τον πατέρα του Αργύριο Στριφτόμπολα και τον Θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη μαζί και άλλους καπεταναίους να καταφύγουν στα όρη της Λακωνίας, διάγοντες ληστρικό βίο. 

Κατατρεγμένοι και στην Λακωνική γη αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην Ζάκυνθο.  Η Ελληνική ζωηρότητά τους, προξένησε το ενδιαφέρον των Άγγλων, που τους προσέφεραν βαθμούς αξιωματικών και τους κατέταξαν υπό την βρετανική σημαία για να πολεμήσουν εναντίον των Γάλλων και Ρώσων, στις μάχες της Λίσσης, Μεσσήνης και Λευκάδας (Αγίας Μαύρας). Πληροφορηθέντες ότι στην Ηλεία επαναστάτησε κατά της Υψηλής Πύλης ο καλούμενος Αλιάγας ή Αλιφαρμάκης και ότι τον πολιόρκησαν οι εχθροί εντός μιας μονής (Μοναστηράκι καλούμενο), προσέτρεξαν για βοήθεια,εγκαταλείποντας την Ζάκυνθο και δραπέτευσαν αμέσως όλοι, διαλύοντας και το σύμφωνο με τους βαθμούς που κατείχαν. Επιστρέφοντας στην Ζάκυνθο, μη αντέχοντας την εξορία από τα πατρώα εδάφη, αργότερα επέστρεψαν με κίνδυνο της ζωής τους στην επαρχία Καλαβρύτων. 

Ο Αναγνώστης Στριφτόμπολας είχε αναπτύξει πλούσια δράση προεπαναστατικά. Από το 1800 έως το 1805 «μετήρχετο τον διδάσκαλο, εντός της Τριπολιτσάς και κατά το άκρον της πόλεως στην ενορία των Ταξιαρχών …». Όσο ήταν διδάσκαλος στην Τριπολιτσά αντί να μαθαίνει τα παιδιά γράμματα τα μάθαινε την τέχνη του πολέμου, και ειδικά πως να χειρίζονται το μαχαίρι. 

Πρώτος ο Αναγνώστης στην ιστορική γη των Καλαβρύτων, ξετύλιξε τη Ελληνική Σημαία και με στιβαρό χέρι ύψωσε «την λυσσώσαν για εκδίκηση σπάθην του». Ενωθέντες μαζί του και οι λοιποί τότε στα Καλάβρυτα ευρισκόμενοι οπλαρχηγοί, απετέλεσαν ένα, με το δικό του στρατιωτικό σώμα. Πήρε μέρος στην πολιορκία και την κατάληψη των Καλαβρύτων (21-26 Μαρτίου 1821). Στην συνέχεια συμμετείχε με τα παλληκάρια του στην πολιορκία της Ακροκορίνθου, που ξεκίνησε στις 27 Μαρτίου κι έπεσε ηρωικά μαχόμενος στο Λεβίδι στις 14 Απριλίου 1821.


Αξίζει να αφιερώσουμε χρόνο για να διαβάσουμε το παρακάτω:




Κυριακή 29 Μαΐου 2016

Ἡ Ρωμανία κι ἂν πέρασεν ἀνθεῖ καὶ φέρει κι ἄλλο...


Η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως - Θεόφιλος Χατζημιχαήλ


Χωρίς ἀμφιβολία, τό θλιβερώτερο γεγονός τῆς ἱστορίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶναι ἡ ἅλωσις τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τούς Τούρκους. Ἡ ἀποφράς ἡμέρα τῆς 29ης Μαΐου τοῦ 1453 δέν σήμανε ἁπλῶς τήν πτῶσι μιᾶς πόλεως.Ἡ πτῶσις τῆς Βασιλεύουσας, πού μένει στούς αἰῶνας γεγονός μέ συνέπειες παγκοσμίου σημασίας, ἔθλιψε βαθύτατα τούς ἁπανταχοῦ Ἕλληνας. 

Ἡ λαϊκή μοῦσα ἐθρήνησε τήν ἅλωσι τῆς Πόλεως, ἀνακαλώντας στήν μνήμη της καί περιγράφοντας τήν ἡμέρα ἐκείνη μέ τά μελανώτερα χρώματα: 

Πάρθεν ἡ Ρωμανία 
(Δημοτικὸ τοῦ Πόντου) 

Ἕναν πουλίν, καλὸν πουλὶν ἐβγαίν᾿ ἀπὸ τὴν Πόλιν, 
οὐδὲ στ᾿ ἀμπέλια κόνεψεν οὐδὲ στὰ περιβόλιαν, 
ἐπῆγεν καὶ ἐκόνεψεν, σ᾿ Ἁγιά-Σοφιᾶς τὴν πόρταν. 
Ἔδειξεν τ᾿ ἕναν τὸ φτερόν, στὸ αἷμα βουτεμένον, 
καὶ σ᾿ ἄλλον τὸ φτερὸν μαθέ, χαρτὶν βαστᾷ γραμμένον, 
ἀτό, κανεὶς κι ἀναγνῶθ᾿, κανεὶς καὶ ξέρ᾿ντὸ λέγει, 
μηδὲ κι ὁ Πατριάρχης μου, μ᾿ ὅλους τοὺς πουπᾶδες. 
Κ᾿ ἕνα παιδίν, καλὸν παιδίν, πάει κι ἀναγνώθει, 
σίντα ἀναγνώθει, σίντα κλαίει, σίντα κλούει τὴν καρδίαν: 

- Νὰ ἠλὶ ἐμᾶς, νὰ βάι ἐμᾶς, πᾶρθεν ἡ Ρωμανίαν, 
νὰ ἠλὶ ἐμᾶς, νὰ βάι ἐμᾶς, οἱ Τοῦρκοι τὴ Πόλη ἐπέραν, 
ἐπέραν τὸ βασιλοσκᾶν καὶ ἕνα, ἕνα παιδία 
μοιρολογοῦν τὰ ἐγκλησίας, κλαῖγνε τὰ μοναστήρια, 
κι ἀ᾿ γιὰ δὲς τὸ Χρυσόστομον, κλαίγνει δε᾿γνὸ μὴ ῾σκᾶτε 
μὴν κλαὶς Ἅη-Γιάννε μου, καὶ δε᾿γνὸ μὴ ῾σκάσε 
ἡ Ρωμανίαν ἐπέρασεν, ἡ Ρωμανίαν ἐπάρθεν. 

Ἡ Ρωμανία κι ἂν πέρασεν ἀνθεῖ καὶ φέρει κι ἄλλο.



Τετάρτη 27 Απριλίου 2016

Ένα μικρό οδοιπορικό στην Αμνάτο Ρεθύμνου...


Η «Πύλη της Αμνάτου»

Το χωριό Αμνάτος Ρεθύμνου βρίσκεται σε απόσταση μόλις δύο χιλιομέτρων από την ιστορική Μονή Αρκαδίου. Περιστοιχίζεται από πλούσιο φυσικό περιβάλλον και έχει άπλετη θέα προς το Κρητικό Πέλαγος και τον Ψηλορείτη. Περιδιαβαίνοντας τα στενά δρομάκια του, νιώθεις το χρόνο να έχει σταματήσει και ταξιδεύεις σε εποχές αλλοτινές. Μπαίνοντας στα καλοδιατηρημένα καστρόσπιτά του, με τα περίτεχνα αψιδωτά θυρώματα, συναντάς ανθρώπους φιλόξενους, που σου μιλούν με περηφάνια για τον τόπο τους και σε ταξιδεύουν, με τις ιστορίες τους, σε καιρούς περασμένους. 

Σοκάκι στην Αμνάτο

Το τοπωνύμιο Αμνάτος είναι πιθανότατα προελληνικό, ενώ σε αρχαία επιγραφή απαντά το κύριο όνομα «Άμνατος». Ο περιηγητής Sieber ταυτίζει την Αμνάτο με την αρχαία πόλη «Τριπόδω», η ύπαρξη της οποίας αμφισβητείται. Οι εκτεταμένοι, πάντως, λιθοσωροί και οι πυκνές επιφανειακές συγκεντρώσεις ελληνορωμαϊκών και κυρίως βυζαντινών οστράκων στο λόφο «Ελληνικά» ή «Περισσάκια» επιβεβαιώνουν την εντατική κατοίκηση της περιοχής, τουλάχιστον κατά τους χρόνους αυτούς. Στην κορυφή και στο νοτιοανατολικό πρανές του ίδιου λόφου είναι ακόμη και σήμερα ορατά κάποια λιγοστά, πολύ αποσπασματικής διατήρησης, αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, καθώς και ελάχιστοι κατεστραμμένοι και συλημένοι κιβωτιόσχημοι και λαξευτοί τάφοι των ελληνορωμαϊκών πιθανότατα χρόνων. 

Σπηλαιώδης λαξευτός τάφος στα «Περισσάκια»

Οι Hood, Warren και Cadogan που επισκέφθηκαν τα «Περισσάκια» στις 22 Αυγούστου 1962 εντόπισαν στο πλάτωμα του λόφου, σε μία έκταση διαστάσεων 200×100 μ., πλήθος κλασικών, ελληνιστικών, ρωμαϊκών και μεσαιωνικών οστράκων, άφθονο αρχαίο δομικό υλικό, κυρίως αδρά επεξεργασμένους δόμους και κεραμίδες, πυραμιδόσχημα υφαντικά βάρη, λίθινα εργαλεία άλεσης δημητριακών και σύνθλιψης ελαιοκάρπου, δύο πήλινα σφαιρίδια, τα οποία ερμήνευσαν ως πιθανές ενδείξεις για την ύπαρξη ιερού κάπου στη βόρεια απόληξη του λόφου, καθώς και δύο λαξευτούς ελληνορωμαϊκούς τάφους στην ανατολική παρυφή του. Όταν, λίγα χρόνια μετά, ο Sanders αναζήτησε τα παραπάνω αρχαία λείψανα, αυτά είχαν ήδη καταστραφεί από την καλλιέργεια, τη συνεχή απόσπαση οικοδομικού υλικού και τις αλλεπάλληλες συλήσεις. 


Λιθοσωροί – αρχιτεκτονικά κατάλοιπα στα «Περισσάκια»

Πληροφορίες για τον οικισμό κατά την πρώιμη βυζαντινή εποχή δεν υπάρχουν. Οι πρώτες αναφορές σε αυτόν απαντούν στις απογραφές των Barozzi (1577), Καστροφύλακα (1583) και Basilicata (1630). Η πιθανότητα, όμως, να είναι το τοπωνύμιό του προελληνικό, σε συνδυασμό με την ισχυρή παρουσία των ελληνορωμαϊκών και βυζαντινών καταλοίπων στα «Περισσάκια», οδηγούν στην υπόθεση ότι η περιοχή κατοικείται συνεχώς από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. 

Κατά τη Β΄ Βυζαντινή περίοδο (961-1204) αναπτύχθηκε, στις βόρειες παρυφές του σημερινού χωριού, ο μικρός οικισμός του Αγίου Ιωάννη Αμνάτου. Με την πάροδο του χρόνου, δημιουργήθηκε στα νότια, στη φυσικά οχυρωμένη θέση «Σκάλωμα», ένας ακόμη αμυντικός οικισμός που ενσωματώθηκε στον προηγούμενο. Το τμήμα αυτό με τον έντονα οχυρωματικό χαρακτήρα αποτέλεσε τον πυρήνα της νεότερης Αμνάτου, με τη φρουριακή διαμόρφωση και τον κυκλοτερή, εσωστρεφή σχεδιασμό της. Γυριστοί στενοί δρομίσκοι χωρίς ορατότητα, φαινομενικά αδιέξοδοι σε αυτόν που δεν ξέρει, συνθέτουν ένα δαιδαλώδες ρυμοτομικό σχέδιο που οργανώνεται σε δεκατέσσερις οικιστικές μονάδες με ισόγεια σπίτια που, καθώς είναι σχεδόν αλληλένδετα μεταξύ τους, διασφάλιζαν την άλλοτε ζωτικής σημασίας μυστική επικοινωνία των κατοίκων. 

Ερείπια μεσαιωνικού πύργου στη συνοικία «Πύργος» Αμνάτου

Η είσοδος στον οικισμό γινόταν από βόρεια μέσω της «Ξυλόπορτας», ελάχιστα ίχνη της οποίας σώζονται σήμερα. Στο νότιο τμήμα του οικισμού διακρίνονται ακόμη τα λείψανα ενός κατακρημνισμένου μεσαιωνικού πύργου. Λίγο βορειότερα, στο διάβα της σημερινής οδού Αρκαδίου, βρίσκεται ένα «καστρόσπιτο» με στενόμακρες πολεμίστρες στην πρόσοψή του. 

Το σπίτι του Καπετάν Βλαστού με τις πολεμίστρες

Ο τόπος είναι όμως και φυσικά οχυρός, ειδικότερα στα ανατολικά, όπου προστατεύεται από την απόκρημνη πλαγιά του Αράμνου. Εκεί υπήρχε, σύμφωνα με τους ντόπιους, μυστική (δι)έξοδος διαφυγής προς τα ορεινά. Ο οχυρωματικός χαρακτήρας της Αμνάτου εντυπωσίασε τον Λατίνο αρχιεπίσκοπο Αθηνών L. Petit (1912-1926), ο οποίος ασχολήθηκε με τη βιογραφία του Αγίου Ιωάννη του Ξένου, που δραστηριοποιήθηκε στην περιοχή στα μέσα περίπου του 10ου αιώνα.

Η πόρτα του μοναστηριού
Στο χωριό υπήρχε βυζαντινός ναός που, σύμφωνα με την προφορική παράδοση, ήταν αφιερωμένος στον Άγιο Ιωάννη. Ο ναός καταστράφηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, αφήνοντας ως μοναδικό μάρτυρα της ύπαρξής του το τοπωνύμιο «Συνοικία του Άη Γιάννη». Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των κατοίκων, στα τέλη της δεκαετίας του 1930, ο δάσκαλος Ιωάννης Κανακάκης, παρακινημένος από ενύπνιο όραμα, έσκαψε πρόχειρα το οικόπεδο που είχε παραχωρήσει η Μονή Αρκαδίου στο χωριό για την ανέγερση σχολείου. Οι παλαιότεροι θυμούνται ότι στη νότια πλευρά του οικοπέδου η πρόχειρη αυτή εκσκαφή αποκάλυψε τα αρχιτεκτονικά λείψανα μιας δίκλιτης εκκλησίας, κάποια λατρευτικά και λειτουργικά σκεύη, που σήμερα έχουν πια χαθεί, καθώς και το σκελετό ενός καθήμενου νεκρού, πρακτική που παραπέμπει σε ενταφιασμό επισκόπου. 

Η παραπάνω μαρτυρία δημιουργεί έναν ρομαντικό συνειρμό με όσα γράφει στην Descriptio insulae Cretae (1417) ο Φλωρεντινός μοναχός και λόγιος Chr. Buondelmonti (1385-1430) σχετικά με την επίσκεψή του σε μια επισκοπική εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη, που συνάντησε στο δρόμο του προς τον Ψηλορείτη, και στην οποία είχε ενταφιαστεί, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, κάποιος επίσκοπος. Ο Buondelmonti πιθανότατα ακολούθησε τη διαδρομή Σταυρωμένος – Άη Γιάννης Αμνάτου – Αρκάδι – Ψηλορείτης, διασχίζοντας τη λεγόμενη «Strada Basilica» των Ενετών, η οποία κατέληγε στην κεντρική πλατεία της Αμνάτου, τον «Βελανιδέ». Σήμερα στο χώρο υψώνεται η σύγχρονη εκκλησία του Αγίου Ιωάννη που εγκαινιάστηκε το 1973 και που για την ανοικοδόμησή της καθαιρέθηκαν, από άγνοια, τα κατάλοιπα του παλαιότερου ναού. 

Νοτιοδυτικά της εκκλησίας του Αγίου Ιωάννη, στην πλατεία του «Βελανιδέ», υψώνεται, στεντόρειος και συνάμα βουβός μάρτυρας της ιστορίας του τόπου, η φημισμένη «Πύλη της Αμνάτου». 

 
«Πύλη της Αμνάτου» σε σύγχρονο οικοδόμημα


Η πύλη έχει αετωματική επίστεψη, το τύμπανο της οποίας κοσμείται με έξεργο μονοκέφαλο αετό στραμμένο στα δεξιά, εκατέρωθεν του οποίου έχουν χαραχτεί τα γράμματα Ζ. και S. Δύο δωρικοί ημικίονες που πατούν σε πεσσούς στηρίζουν επιστύλιο με την επιγραφή «INITIUM SAPIENTI<Α>E TIMOR DOMINI»: «Αρχή Σοφίας, Φόβος Κυρίου» (σημ. Την ίδια επιγραφή τοποθέτησε ο πάπας Sixtus V πάνω από την είσοδο του Archigimnasio della Sapienza στη Ρώμη. ).  

Η επιγραφή της πύλης

Τα δύο τριγωνικά διάχωρα που σχηματίζονται πάνω από το τόξο της εισόδου κοσμούνται με ρόδακα ενώ το κέντρο του τόξου με λεοντοκεφαλή. Σύμφωνα με τον G. Gerola η πύλη κοσμούσε τη νοτιοανατολική πλευρά του «μεγάρου» της γνωστής βενετσιάνικης οικογένειας των Sanguinazzo καθώς ο θυρεός φέρει το έμβλημά τους. Η ταυτότητα του κτιρίου στο οποίο ανήκε η πύλη εξακολουθεί, πάντως, να αποτελεί μια πρό(σ)κληση για τους ειδικούς (σημ. υπάρχει θεωρία που υποστηρίζει ότι το κτήριο αποτελεί την έδρα του Εκκλησιαστικού Θησαυροφυλακίου Κρήτης.). 

Νοτιοδυτικά της πύλης βρίσκεται η μονόκλιτη εκκλησία της Αγίας Μαρίνας με τις ασβεστωμένες σήμερα τοιχογραφίες της, μάρτυρας και αυτή της βενετσιάνικης Αμνάτου, όπως και οι περισσότερες από τις κατοικίες της με τους θόλους, τις περίτεχνες καμινάδες, τα πέτρινα φουρούσια και τις χαρακτηριστικές πετρόκτιστες καμάρες. Στην εκκλησία της Αγίας Μαρίνας κατέφυγαν, όπως μας πληροφορεί ο Μαρίνος Τζάνες Μπουνιαλής στο έμμετρο χρονικό «Διήγησις διά στίχων του δεινού Κρητικού Πολέμου» (1645-1669), οι «καλογράδες» από το κοντινό μοναστήρι του Μερκούρη για να γλιτώσουν από τους Τούρκους. Το μικρό αυτό, γυναικείο τότε, μοναστήρι που βρίσκεται στο δρόμο από την Αμνάτο για το Αρκάδι, ανήκε στη Μονή Αρκαδίου ήδη από τους χρόνους αυτούς. Σήμερα σώζονται ερείπια των προσκτισμάτων του, ενώ πρόσφατα άγνωστοι απέσπασαν το βενετσιάνικο αψιδωτό θύρωμα της εισόδου, στερώντας από το μνημείο ένα σημαντικό στοιχείο της αρχιτεκτονικής του ταυτότητας. 

Η πόρτα στο μοναστήρι «του Μερκούρη»

Στα χρόνια της Ενετοκρατίας ιδρύθηκε στην περιοχή του Αράμνου ελληνικό σχολείο, γνωστό ως «Σχολή Αρκαδίου», που καταστράφηκε το 1866. Εκεί φοίτησαν μοναχοί της ομώνυμης Μονής και παιδιά από τα γύρω χωριά. Το σχολείο επαναλειτούργησε στην συνοικία του Άη Γιάννη μετά το 1878. 

Η Δασκαλοχαρίκλεια
Μεγάλη ήταν η συμβολή των κατοίκων της Αμνάτου στην επανάσταση του 1866 και στο ολοκαύτωμα του Αρκαδίου, και για το λόγο αυτό οι Τούρκοι κατέκαψαν το χωριό. Από την έκρηξη της πυριτιδαποθήκης του Αρκαδίου σώθηκε μονάχα η αμνατσανή Ελένη Λουκάκη ή Σφακιαναντώναινα, μικρό παιδί τότε, η οποία μετέφερε στις επόμενες γενιές τις εναγώνιες στιγμές της ηρωικής αυτοθυσίας. Στην ιστορία πέρασε και η Χαρίκλεια Δασκαλάκη ή Δασκαλοχαρίκλεια, η ψυχή της άμυνας του Αρκαδίου, που έχασε στον Κρητικό Aγώνα και τους τρεις γιους της. Προτομή της έχει στηθεί στην πλατεία του χωριού. 

Οι Τούρκοι κατακτητές κατέλαβαν τα βενετσιάνικα σπίτια της Αμνάτου και η πάλαι ποτέ βενετσιάνικη συνοικία μετονομάστηκε σε «Κονάκια» ή «Αγαδικά». Πλάι στο μεσαιωνικό πύργο, με το οικοδομικό υλικό του, χτίστηκε τζαμί που αργότερα μετατράπηκε σε κατοικία. Το 1834 ο Άγγλος περιηγητής R. Pashley, ερχόμενος από το Αρκάδι στην Αμνάτο, αντίκρισε τον μιναρέ που υψωνόταν πάνω από τις στέγες των σπιτιών τα οποία κατοικούνταν, όπως ο ίδιος αναφέρει, κυρίως από μωαμεθανούς. Ο Pashley, διασχίζοντας την Αμνάτο, συνάντησε αρκετά βενετσιάνικα σπίτια και εντυπωσιάστηκε από το «μέγαρο» της κεντρικής πλατείας με την ενεπίγραφη πύλη.

Τα «σπίτια Βενέτσι»

Μια περιδιάβαση στον οικισμό και τη γύρω περιοχή ολοκληρώνει την εμπειρία του επισκέπτη συναισθηματικά και βιωματικά. Οι σκόρπιες αρχαιότητες, οι ιστορικές μνήμες, τα παλαιά ερειπωμένα σπίτια, που συμπορεύονται με τα σύγχρονα, οι άνθρωποι, το τοπίο, διαμορφώνουν μιαν ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Σήμερα η Αμνάτος επιδιώκει την ανασύσταση της φυσιογνωμίας της και φαίνεται να τα καταφέρνει χάρη στον δραστήριο πολιτιστικό της σύλλογο και την αγάπη των λιγοστών κατοίκων της. Στο χωριό λειτουργούν λαογραφικό και σχολικό μουσείο, αξιόλογοι χώροι προφύλαξης νοσταλγικών αναμνήσεων. 




Σαν πίνακας ζωγραφικής που κρατιέται απεγνωσμένα από τον νοτισμένο τοίχο, ξεθωριασμένος από την αδυσώπητη φθορά του χρόνου και πληγωμένος από τα χέρια των αδαών, έτσι και η Αμνάτος αγωνίζεται για την περιφρούρηση της ταυτότητάς της και διεκδικεί τη θέση που της αξίζει ανάμεσα στους τόπους της Κρήτης με ιστορική και λαογραφική αξία. 

Το Δημοτικό Σχολείο Αμνάτου (σχολικό έτος 1967-1968)


* Το παρόν άρθρο βασίζεται σε μελέτη των αρχαιολόγων Μ. Μιλιδάκη & Χ. Παπαδάκη και της φιλολόγου Δ. Σκάρπα και αφιερώνεται στη μνήμη της γιαγιάς Ειρήνης Μπροτζάκη από την Αμνάτο.

Σάββατο 9 Απριλίου 2016

Τοῦ Ὀλύμπου



                       
Τό τραγοῦδι τοῦ Ὀλύμπου εἶναι ἀναμφισβητήτως ἕνα ἐκ τῶν ὡραιοτέρων τῆς ποιήσεως. Ἴσως μάλιστα, ἐξ ὅλων τῶν κλέφτικων τραγουδιῶν, εἶναι ἐκεῖνο, εἰς τοῦ ὁποίου τήν σύνθεσιν καί τάς λεπτομερείας εὑρίσκομεν εἰς μεγαλύτερον βαθμόν τήν πρωτόγονον τόλμην τῆς επινοήσεως, τήν τραχεῖαν ὁρμήν τῆς φαντασίας καί τήν αποτελεσματικήν ἁπλότητα τῆς ἐκφράσεως, τά ὁποῖα κυρίως χαρακτηρίζουν ὅλα τά δημοτικά τραγούδια. 

Ἡ πραγματική ὑπόθεσις τοῦ τραγουδιοῦ εἶναι ὁ ἐπικείδιος ἔπαινος κάποιου Κλέφτη, ἀγνώστου σήμερον μεταξύ τῶν Κλεφτῶν τῆς Θεσσαλίας. Τό μάλωμα τοῦ Ὀλύμπου καί τοῦ Κισσάβου (ἡ Ὄσσα τῶν ἀρχαίων) ὅσον λαμπρόν καί ἄν εἶναι ἐξεταζόμενον ὠς ὑπόθεσις, ἐν τούτοις πρέπει νά θεωρηθή ὠς δευτερεῦον στοιχεῖον, ὠς πλαίσιο τῆς εικόνος, ἐκ τοῦ βάθους τῆς ὁποίας ἡ ἱστορία καί ὁ ἔπαινος τοῦ νεκροῦ πολεμιστοῦ ἀναδύεται λαμπρῶς καί κατά τόν πλέον ἐντυπωσιακόν τρόπον. Θά ἠθέλομεν νά γνωρίσωμεν, ποιος εἶναι ὁ γενναῖος αὐτός Ἕλλην, τοῦ ὁποίου τά κατορθώματα ἦσαν ἡ ἀφορμή μιᾶς τόσον ζωηρᾶς ἐμπνεύσεως· ἀλλά τό όνομά του δεν ἀνεφέρθη· παρέμεινε εἰς τήν σκέψιν, σχεδόν θα ἔλεγα εἰς τήν ἔκστασιν τοῦ ποιητοῦ καί τίποτε δέν μᾶς βοηθεῖ νά τό ὑποθέσωμεν. 

Τό τραγοῦδι τοῦ Ὁλύμπου, κατά τήν γνώμην μου, πρέπει νά συμπεριληφθῆ μεταξύ τῶν πλέον ἀρχαίων τοῦ εἴδους του· καί σχεδόν δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι συνετέθη εἰς τήν Θεσσαλίαν, ἀλλά τραγουδεῖται εἰς ὅλην τήν Ἑλλάδα καί δέν εἶναι ἄγνωστον ἀκόμη καί εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν. Εἶναι ἀνωφελές νά προσθέσω ὅτι τά ληφθέντα ἀντίγραφα εἰς διαφόρους τόπους διαφέρουν ἀρκετά μεταξύ των· ἐχρησιμοποίησα δύο ή τρία διά νά συνθέσω τό κείμενον τό ὁποίον ἀκολουθεῖ. 


  ΤΟΥ ὈΛΥΜΠΟΥ


«Ὁ Ὄλυμπος κ' ὁ Κίσσαβος, τά δυό βουνά μαλώνουν· 
Γυρίζει τότ' ὁ Ὄλυμπος, καί λέγει τοῦ Κισσάβου· 
Μή με μαλώνεις, Κίσσαβε, κονιαροπατημένε! 
Ἐγώ είμ' ὁ γέρος Ὄλυμπος, 'σ τόν κόσμον ξακουσμένος. 
Ἔχω σαράντα δυό κορφαῖς, ἑξήντα δυό βρυσούλαις· 
Πᾶσα βρυσή καί φλάμπουρον, παντοῦ κλαδί καί κλέφτης· 
Καί 'σ τήν ψηλήν μου κορυφήν ἀετός εἶν' καθισμένος, 
Καί εἰς τά νύχια του κρατεῖ κεφάλ' ἀνδρειωμένου· 
»Κεφάλι μου, τί ἔκαμες, κ' εἶσαι κριματισμένον;
- »Φάγε, πουλί, τά νεάτα μου, φάγε καί τήν ανδρείαν μου,
»Νά κάμης πήχην τό φτερόν, και πιθαμήν τό νύχι. 
»'Σ τόν Λοῦρον, 'σ τό Ξερόμερον ἁρματωλός ἐστάθην, 
»'Σ τά Χάσια καί 'σ τόν Όλυμπον δώδεκα χρόνους κλέφτης· 
»Ἑξῆντ' ἀγάδαις σκότωσα, κ' ἔκαψα τά χωριά τους· 
»Κ' ὅσους 'σ τόν τόπον ἄφησα καί Τούρκους κ' Ἀρβανίταις, 
»Εἶναι πολλοί, πουλάκι μου, καί μετρημόν δέν ἔχουν. .
»Πλήν ἦρθε κ' ἡ ἀράδα μου 'σ τόν πόλεμον νά πέσω».


Από την συλλογή του Claude Fauriel  
«Τα Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια», (1824),
μετάφραση Απ.Δ.Χατζηεμμανουήλ.

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

Τὸ δημοτικὸ τραγούδι στὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821


 Η Έξοδος του Μεσολογγίου - Θ. Βρυζάκης

Ἀναντίρρητα ξεχωριστὴ θέση μεταξὺ τῶν μνημείων τοῦ λόγου στὸ λαό μας, κατέχουν τὰ τραγούδια. «Ὄχι μόνον ὡς ἰσχυρῶς κινοῦντα τὴν ψυχὴν διὰ τὸ ἀπέριττον κάλλος, τὴν ἀβίαστον ἁπλότητα, τὴν πρωτοτυπίαν καὶ τὴν φραστικὴν δύναμιν καὶ ἐνάργειαν, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀκριβέστερον παντὸς ἄλλου πνευματικοῦ δημιουργήματος τοῦ λαοῦ ἐμφαίνοντα τὸν ἰδιάζοντα χαρακτήρα τοῦ ἔθνους...» σημειώνει χαρακτηριστικὰ ὁ Ν.Γ. Πολίτης στὶς «Ἐκλογὲς ἀπὸ τὰ τραγούδια τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ»

Ὁ ἴδιος, ἰδανικὸς θεματοφύλακας τῶν ἑλληνικῶν δημοτικῶν τραγουδιῶν καὶ ἀξεπέραστος συλλέκτης αὐτῶν τῶν δημιουργημάτων ἑνὸς λαοῦ προικισμένου μὲ ἀπαράμιλλη ποιητικὴ φλέβα, τονίζει: «Ἡ δημοτικὴ ποίησις εἶναι ἡ ἀσφαλεστάτη ἀφετηρία καὶ τὸ στερεότατων Θεμέλιον πάσης δημιουργίας τῆς ἑλληνικῆς τέχνης. Τὸ ἔργον τοῦ ποιητοῦ καὶ τοῦ καλλιτέχνου εἶναι τελειότερον καὶ μονιμώτερον, ὅταν τὰς ρίζας του ἔχη εἰς τὸ πάτριον ἔδαφος ... Καθόλα δὲ ἡ δημοτικὴ ποίησις εἶναι τελεσφορώτατον ὄργανον τῆς ἐθνικῆς ἀγωγῆς, ἐκτρέφουσα καὶ συντηροῦσα τὸ ἐθνικὸν φρόνημα, πᾶς δ᾿ Ἕλλην πρέπει νὰ γιγνώσκη καὶ μελετᾶ τουλάχιστον τὰ κράτιστα καὶ κυριώτατα τῶν δημωδῶν λογοτεχνημάτων, μὴ ἀρκούμενος εἰς ὅσα τυχὸν ἐν τῷ καθ᾿ ἡμέραν βίῳ ἔχει ἀποκομίση ἐκ τῆς προφορικῆς παραδόσεως ...». 

Ἀπειράριθμα εἶναι τὰ δημοτικὰ τραγούδια ποὺ γεννήθηκαν ἀπ᾿ τὰ σπλάγχνα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ στὴν ἱστορική του διαδρομή, καί, ὅπως εἶναι φυσικό, ἀφοροῦν ὅλες τὶς «λειτουργίες» τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Ἔτσι, οἱ μελέτες κατανέμουν τὰ δημοτικὰ τραγούδια - ἀνάλογα μὲ τὸ περιεχόμενό τους - σὲ συγκεκριμένες κατηγορίες, οἱ σπουδαιότερες τῶν ὁποίων εἶναι οἱ ἑξῆς: Ἱστορικὰ τραγούδια, Κλέφτικα, Ἀκριτικά, Τραγούδια τῆς ἀγάπης, Νυφιάτικα, Ναναρίσματα, Τραγούδια τῆς ξενιτιᾶς, Μοιρολόγια καὶ Περιγελαστικά. 



Ἀναφορικὰ μὲ τὰ ἱστορικὰ τραγούδια ὁ μελετητής τους Uhland σημειώνει: «... Λέγοντας δημώδη ἱστορικὰ τραγούδια, ἐννοοῦμεν ἄσματα ἐκπηγάσαντα ἀμέσως ἐξ ἱστορικῶν γεγονότων ἢ περιστάσεων καὶ προωρισμένα νὰ τραγουδοῦνται ὑπὸ τοῦ λαοῦ...». 

Ὁ πόλεμος ἀρχίνησε καὶ ἀνάψαν τὰ τουφέκια. 
Τὸν Ζέρβα καὶ τὸν Μπότσαρη  ἐφώναξε ὁ Τζαβέλας: 
«Παιδιά μ᾿ ἦρθ᾿ ὥρα τοῦ σπαθιοῦ κι ἂς πάψη τὸ τουφέκι». 
Κι ὅλοι ἔπιασαν καὶ σπάσανε τὶς θήκαις τῶν σπαθιῶν τους, 
τοὺς Τούρκους βάνουνε μπροστά, τοὺς βάνουν σὰν κριάρια... 

Ὅσον ἀφορᾶ τὰ κλέφτικα τραγούδια ὁ μελετητὴς Κarl Mendelssohn Bartholdy γράφει: «...Τὰ κλέφτικα τραγούδια νομίζεις πὼς εἶναι χείμαρροι ἀφρισμένοι, ἐκρέοντες ὄχι ἀπὸ ἀνθρώπινα χείλη, ἀλλ᾿ ἀπὸ τοὺς βράχους τῆς Οἴτης καὶ τοῦ Ὀλύμπου...». 

Ὁ πλούσιος ἔχει τὰ φλωριά, ἔχει ὁ φτωχὸς τὰ γλέντια. 
Ἄλλοι παινᾶνε τὸν πασὰ καὶ ἄλλοι τὸ βεζίρη, 
μὰ ‘γῶ παινάω τὸ σπαθὶ τὸ τουρκοματωμένο, 
τὸ ᾿χει καμάρι ἡ λεβεντιά, κι ὁ κλέφτης περηφάνεια... 

Η μάχη των Δερβενακίων

Ἐρχόμενοι στοὺς «καθ᾿ ἡμᾶς» σύγχρονους μελετητές, ἀπὸ τοὺς γνωστότερους ἐρευνητὲς τῆς δημοτικῆς, μουσικοποιητικῆς παράδοσης στὴν Ἑλλάδα, μὲ μιὰ σειρὰ ἀπὸ πλούσιες καταθέσεις στὸ ἐνεργητικό του, εἶναι ὁ Γιώργης Μελίκης. Οἱ δίσκοι, τὰ βιβλία καὶ οἱ χιλιάδες ραδιοτηλεοπτικές του ἐκπομπές, τὸν ἔχουν ἀναδείξει ὡς ἕναν ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ συνεχίζουν νὰ ἀνακαλύπτουν καὶ νὰ προβάλουν τὴν αὐθεντικὴ δημοτικὴ μουσική, μὲ τὸν πλέον συστηματικὸ τρόπο. 

Μιλώντας λοιπὸν ὁ ἴδιος γιὰ τὸ πῶς γεννήθηκε τὸ δημοτικὸ τραγούδι καὶ εἰδικότερα στὴν ἐπανάσταση τοῦ 1821, τονίζει: 

«...Τὸ δημοτικὸ τραγούδι τοῦ 1821, ὡς ὅρος καὶ χαρακτηρισμός, ἐκτιμῶ πὼς εἶναι ἀδόκιμο, δηλαδὴ δὲν εἶναι κάτι ξεκομμένο καὶ αὐθαίρετο μέσα στὴ λαϊκὴ ἔκφραση καὶ δημιουργία. Εἶναι σχετικὰ ἕνα μικρὸ κεφάλαιο ποὺ ὑμνεῖ κλέη καὶ πάθη ἡρώων μία ἱστορικὴ περίοδο ποὺ σηματοδότησε τὴ δημιουργία τοῦ νέου ἑλληνικοῦ κράτους. Εἶναι προϊὸν ἱστορικῆς ἀνάγκης ἀλλὰ καὶ ἐθνο-μουσικολογικὴ συνήθεια ποὺ ἀπαντᾶται σὲ ὅλους τοὺς λαούς...». 



Τὸ ἱστορικὸ στοιχεῖο 

Ἡ ὑπερεκτίμηση μεγεθῶν σὲ πρόσωπα καὶ τόπους εἶναι ἀπαραίτητο ἱστορικὸ στοιχεῖο γιατὶ ὁ ἐχθρὸς πρέπει νὰ ὑποτιμηθεῖ, νὰ ὑπερκερασθεῖ καὶ στὴ συνέχεια νὰ κατατροπωθεῖ γιὰ νὰ κραταιωθεῖ ὁ Ἕλληνας στὸ χῶρο, τὴν ἰθαγένεια καὶ τὴν ἱστορική του διάσταση. 

Λάμπουν τὰ χιόνια στὰ βουνὰ κι ὁ ἥλιος στὰ λαγκάδια, 
λάμπουν καὶ τ᾿ ἀλαφρὰ σπαθιὰ τῶν Κολοκοτρωναίων, 
πὄ ᾿χουν τ᾿ ἀσήμια τὰ πολλά, τὶς ἀσημένιες πάλαις, 
τὶς πέντε ἀράδαις τὰ κουμπιά, τὶς ἕξι τὰ τσαπράζια
ὁποῦ δὲν καταδέχονται τῆς γῆς νὰ τὴν πατήσουν... 

 «...Τὸ δημοτικὸ τραγούδι ἤθελε νὰ ἐκφράσει τὸ ἀνώτερο καὶ τὸ ἰδεῶδες», συνεχίζει ὁ Γ. Μελίκης, «... καὶ ἦταν συνυφασμένο ἢ καὶ ἐνσωματωμένο μέσα στὴν δικαιοπρακτική του συναλλαγὴ ποὺ πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἐκφράζεται στὸ τρίπτυχο: «Πατρίδα - Θρησκεία – Οἰκογένεια». 

Ὅσο γιὰ τὰ εἴδη τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ ποὺ ἄνθισαν στὴ διάρκεια τῆς ἐπανάστασης τοῦ 1821, πρόκειται γιὰ τὸ σύσσωμο τὸν ἔρωτα καὶ τὸ σύψυχο τῆς ἱστορίας σὲ ἕνα ἑνιαῖο καὶ ἀδιάσπαστο διαχρονικὸ πλαίσιο. Ἡ Θεματολογία τους προσωπική, μὲ διαπροσωπικὲς καὶ κοινωνικὲς κυρίως προεκτάσεις ἐπιβεβλημένες ἀπὸ τὶς ἱστορικὲς συγκυρίες, κυρίως ὅμως ἀπὸ τὰ εὐρωπαϊκὰ ἀπελευθερωτικὰ κινήματα ποὺ γιὰ κάθε λαὸ ὑπόδουλο εἶναι τὰ ἴδια σὲ ἐκφραστικὰ μέσα καὶ ἔνταση: Ἔρωτας, γενναιότητα, ἄθλοι καὶ κατορθώματα καὶ ὑπόμνηση τῆς καταγωγῆς ...». 

Ary Scheffer, Les femmes souliotes

Ὁ Γιώργης Μελίκης, ἀναφερόμενος στὸ πόσα καὶ πῶς ἔχουν διασωθεῖ μέχρι τὶς μέρες μας, τονίζει: 

«... Ἡ ἐπανάσταση τοῦ ᾿21 εἶναι ὁρόσημο καὶ ἀφετηρία μιᾶς πορείας. Γιατὶ ἔχουμε διάφορες ἱστορικὲς ἀπελευθερωτικὲς χρονολογίες. Π.χ. στὴ Μακεδονία τὸ 1912 μετράει περισσότερο ἀπὸ τὸ 1821. Ὡστόσο ὅμως, τὸ ᾿21 ἐκφράζει μία γενικότερη ἱστορικὴ πράξη, τὸ ὅραμα ἑνὸς ὑπόδουλου λαοῦ. Ὁ Ἕλληνας, κατεξοχὴν ὁραματιστὴς ἀπὸ τὴν προϊστορία του ἀκόμη, δημιούργησε ἔπη καὶ τραγούδια μοναδικὰ καὶ πολλὰ τόσο σὲ ἀριθμό, ὅσο καὶ σὲ ποιότητα. Ἔτσι ἔχουμε ἑκατοντάδες τραγούδια ὅλων τῶν κατηγοριῶν ποὺ ἀναφέρονται στὰ πρόσωπα, στοὺς τόπους καὶ στὰ κατορθώματα τῶν ἡρώων του 21 ...». 

Κρυφὰ τὸ λένε τὰ πουλιά, κρυφὰ τὸ λὲν τ᾿ ἀηδόνια, 
κρυφὰ τὸ λέει ὁ γούμενος ἀπὸ τὴν Ἁγία Λαύρα: 
«Παιδιά, γιὰ μεταλάβετε, γιὰ ξεμολογηθῆτε, 
δὲν εἶν᾿ ὁ περσινὸς καιρὸς κι ὁ φετεινὸς χειμώνας. 
Μᾶς ἦρθε γῆ ἄνοιξη πικρή, τὸ καλοκαίρι μαῦρο, 
γιατὶ σηκώθη πόλεμος καὶ πολεμοῦν τοὺς Τούρκους. 
Νὰ διώξουμ᾿ ὅλη τὴν Τουρκιὰ ἢ νὰ χαθοῦμε οὖλοι» 


Γιὰ τὸ ἂν ὑπάρχουν ἢ ὄχι συλλογὲς μὲ δημοτικὰ τραγούδια καὶ γιὰ τὸ ποιὲς εἶναι αὐτὲς ὁ Γ. Μελίκης, λέει: «... Τὰ φιλελληνικὰ κινήματα ποὺ δημιουργήθηκαν στὴν Εὐρώπη μὲ τοὺς λόγιους καὶ ρομαντικούς «τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ κάλλους» σηματοδότησαν τὶς πρῶτες καταγραφές. Ὁ Κλὼντ Φωριὲλ διέσωσε μεταξὺ τῶν πρώτων καὶ «ἐν θερμῷ» τραγούδια τοῦ ᾿21, ὅπως τ᾿ ἄκουσε ἀπὸ τοὺς ἐπιζῶντες ἀκόμη ἀγωνιστές. Ἔτσι ἀπὸ τὸν Φωριὲλ καὶ μέχρι σήμερα ἑκατοντάδες καταγραφὲς δημοτικῶν τραγουδιῶν, περιέσωσαν τραγούδια καὶ αὐτῆς τῆς ἐποχῆς. Ἕνα σημαντικὸ στοιχεῖο στὰ τραγούδια αὐτὰ εἶναι ὅτι μποροῦμε νὰ τὰ χρονολογήσουμε μὲ ἀκρίβεια, ἐνῶ γιὰ τὰ ἄλλα ἔχουμε πάντα τὶς γνωστὲς καὶ σχετικὲς δυσκολίες ...». 

Κατάληψη του κάστρου των Σαλώνων, Louis Dupré

Πολύτιμο Κεφάλαιο 

Ὁ ἐρευνητὴς Γιώργης Μελίκης ἐπὶ πολλὰ χρόνια, μ᾿ ἕνα μαγνητόφωνο στὴν πλάτη, γυρίζει σ᾿ ὁλόκληρη τὴν Βόρεια Ἑλλάδα - κυρίως - καὶ καταγράφει χιλιάδες στίχους - δημιουργήματα τῆς ἀνώνυμης, λαϊκῆς πολυφωνίας. Τὸ πλούσιο ἀρχεῖο - συλλογή του ἀποτελεῖ γιὰ τοὺς ἐθνο-μουσικολόγους ἕνα πολύτιμο κεφάλαιο γιὰ τὴν μελέτη τῆς αὐθεντικῆς, δημοτικῆς, μουσικοποιητικῆς παράδοσης. 

Ἔτσι στὴν ἐρώτησή ἂν οἱ δίσκοι τοὺς ὁποίους ἔχει ἐπιμεληθεῖ καὶ κυκλοφορήσει περιλαμβάνουν τραγούδια σχετικὰ μὲ τὸ ᾿21, τονίζει: «... Ἡ διαχρονικὴ ἱστορική μας περιπέτεια ὡς λαὸς καὶ ὡς πολιτισμὸς δὲν μπορεῖ νὰ ἀφήσει ἀπ᾿ ἔξω ἕνα τόσο μεγάλο κεφάλαιο τῆς μουσικοποιητικῆς μας δημιουργίας. Μὲ αὐτὴ τὴ λογικὴ καὶ τὸ εὖρος ἑνὸς τόσο μεγάλου ἱστορικό-κοινωνικοῦ ἀγώνα καὶ βέβαια στοὺς δίσκους μου ὑπάρχουν καὶ τέτοια τραγούδια ...». 



Εἶναι γεγονὸς ὅτι στὰ δημοτικὰ τραγούδια περιλαμβάνονται κυριολεκτικὰ τὰ ὡραιότερα τραγούδια τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ὅπως ἔλεγε καὶ ὁ Ν.Γ. Πολίτης: «... εἰς τὰ τραγούδια καὶ τὰς παραδόσεις ὁ ἐθνικὸς χαρακτὴρ ἀποτυπώνεται ἀκραιφνὴς καὶ ἀκίβδηλος ...». 

Μιᾶς λοιπὸν καὶ στὰ δημοτικὰ τραγούδια συναντᾶμε τὴν «λαϊκὴ ποίηση» εἶναι σκόπιμο νὰ ἀναφερθεῖ καὶ ὁ λόγος περὶ αὐτῆς τοῦ ἐθνικοῦ μας ποιητὴ Δ. Σολωμοῦ: «... Ὁ θεμελιώδης ρυθμός, ἂς στυλωθῆ εἰς τὸ κέντρον τῆς ἐθνικότητος, καὶ ἂς ὑψώνεται κάθετα, ἐνῶ τὸ νόημα ἀπὸ τὸ ὁποῖον πηγάζει ἡ ποίησις, καὶ τὸ ὁποῖον αὐτὴ ὑπηρετεῖ, ἁπλώνει βαθμηδὸν τοὺς κύκλους του ...». 
  (ἄρθρο τοῦ Δανιὴλ Παπαδανιήλ)



Αθανάσιος Διάκος


ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΥ 

Τρία πουλάκια κάθουνταν ψηλὰ στὴ Χαλκουμάτα. 
Τό ᾿να τηράει τὴ Λειβαδιὰ καὶ τ᾿ ἄλλο τὸ Ζητούνι, 
τὸ τρίτο τὸ καλύτερο μοιρολογάει καὶ λέει: 
- Πολλὴ μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σὰν καλιακούδα. 
Μὴν᾿ ὁ Καλύβας ἔρχεται, μην᾿ ὁ Λεβεντογιάννης; 
- Νοὔδ᾿ ὁ Καλύβας ἔρχεται νοὔδ᾿ ὁ Λεβεντογιάννης. 
Ὀμὲρ Βρυώνης πλάκωσε μὲ δεκαοχτὼ χιλιάδες. 

Ὁ Διάκος σὰν τ᾿ ἀγροίκησε πολὺ τοῦ κακοφάνη. 
Ψηλὴ φωνὴ ἐσήκωσε, τὸν πρῶτο του φωνάζει. 
«Τὸν ταϊφᾶ μου σύναξε, μᾶσε τὰ παλληκάρια, 
δώσ᾿ τους μπαρούτη περισσὴ καὶ βόλια μὲ τὶς χοῦφτες, 
γλήγορα γιὰ νὰ πιάσουμε κάτω στὴν Ἀλαμάνα, 
ποὺ ᾿ναι ταμπούρια δυνατὰ κι ὄμορφα μετερίζια». 

Παίρνουνε τ᾿ ἀλαφριὰ σπαθιὰ καὶ τὰ βαριὰ τουφέκια, 
στὴν Ἀλαμάνα φτάνουνε καὶ πιάνουν τὰ ταμπούρια. 
«Καρδιά, παιδιά μου» φώναξε, «παιδιὰ μὴ φοβηθῆτε, 
σταθεῖτε ἀντρειὰ σὰν Ἕλληνες καὶ σὰ Γραικοὶ σταθῆτε». 

Ψιλὴ βροχούλαν ἔπιασε κι ἕνα κομμάτι ἀντάρα, 
τρία γιουρούσιαν ἔκαμαν, τὰ τρία ἀράδα ἀράδα. 
Ἔμεινε ὁ Διάκος στὴ φωτιὰ μὲ δεκαοχτὼ λεβέντες. 
Τρεῖς ὧρες ἐπολέμαε μὲ δεκαοχτὼ χιλιάδες. 
Βουλῶσαν τὰ κουμπούρια του κι ἀνάψαν τὰ τουφέκια, 
κι ὁ Διάκος ἐξεσπάθωσε καὶ στὴ φωτιὰ χουμάει. 
Ξήντα ταμπούρια χάλασε κι ἑφτὰ μπουλουκμπασῆδες, 
καὶ τὸ σπαθί του κόπηκε ἀνάμεσα ἀπ᾿ τὴ χούφτα 
καὶ ζωντανὸ τὸν ἔπιασαν καὶ στὸν πασᾶ τὸν πάνουν. 
Χίλιοι τὸν πᾶν ἀπὸ μπροστὰ καὶ χίλιοι ἀπὸ κατόπι. 

Κι ὁ Ὁμὲρ Βρυώνης μυστικὰ στὸ δρόμο τὸν ἐρώτα: 
«Γίνεσαι Τοῦρκος Διάκο μου, τὴν πίστη σου ν᾿ ἀλλάξεις, 
νὰ προσκυνήσεις στὸ τζαμί, τὴν ἐκκλησιὰ ν᾿ ἀφήσεις;» 
Κι ἐκεῖνος τ᾿ ἀποκρίθηκε καὶ στρίφτει τὸ μουστάκι: 
«Πᾶτε κι ἐσεῖς κι ἡ πίστη σας, μουρτάτες νὰ χαθεῖτε! 
Ἐγὼ Γραικὸς γεννήθηκα Γραικὸς θὲ ν᾿ ἀποθάνω. 
Ἄ, θέλετε χίλια φλωριὰ καὶ χίλιους μαχμουτιέδες 
μόνον ἑφτὰ μερῶν ζωὴ θέλω νὰ μοῦ χαρίστε, 
ὅσο νὰ φτάσει ὁ Ὀδυσσεὺς καὶ ὁ Θανάσης Βόγιας». 
Σὰν τ᾿ ἄκουσε ὁ Χαλίλμπεης, ἀφρίζει καὶ φωνάζει:
«Χίλια πουγκιὰ σᾶς δίνω ῾γὼ κι ἀκόμα πεντακόσια, 
τὸ Διάκο νὰ χαλάσετε, τὸ φοβερὸ τὸν κλέφτη, 
γιατὶ θὰ σβήσει τὴ Τουρκιὰ κι ὅλο μας τὸ ντοβλέτι». 

Τὸ Διάκο τότε παίρνουνε καὶ στὸ σουβλὶ τὸν βάζουν. 
Ὁλόρτο τὸν ἐστήσανε κι αὐτὸς χαμογελοῦσε, 
τὴν πίστη τους τοὺς ὕβριζε, τοὺς ἔλεγε μουρτάτες: 
«Σκυλιά, κι ἂ᾿ μὲ σουβλίσετε ἕνας Γραικὸς ἐχάθη. 
Ἂς εἶν’ ὁ Ὀδυσσεὺς καλὰ κι ὁ καπετὰν Νικήτας, 
ποὺ θὰ σᾶς σβήσουν τὴν Τουρκιὰ κι ὅλο σας τὸ ντοβλέτι ».


François-Émile de Lansac, Episode of the siege of Missolonghi


ΤΗΣ ΔΕΣΠΩΣ 

Ἀχὸς βαρὺς ἀκούεται, πολλὰ τουφέκια πέφτουν. 
Μήνα σὲ γάμο ρίχνονται, μήνα σὲ χαροκόπι; 
- Οὐδὲ σὲ γάμο ρίχνονται οὐδὲ σὲ χαροκόπι. 
Ἡ Δέσπω κάνει πόλεμο μὲ νύφες καὶ μ᾿ ἀγγόνια. 
Ἀρβανιτιὰ τὴν πλάκωσε στοῦ Δημουλᾶ τὸν πύργο: 
«Γιώργαινα, ρίξε τ᾿ ἄρματα, δὲν εἶναι ἐδῶ τὸ Σούλι. 
Ἐδῶ εἶσαι σκλάβα τοῦ πασᾶ, σκλάβα τῶν Ἀρβανίτων.» 
«Τὸ Σούλι κι ἂν προσκύνησε, κι ἂν τούρκεψεν ἡ Κιάφα, 
ἡ Δέσπω ἀφέντες Λιάπηδες δὲν ἔκαμε, δὲν κάνει». 
Δαυλὶ στὸ χέρι ἅρπαξε, κόρες καὶ νύφες κράζει: 
«Σκλάβες Τούρκων μὴ ζήσωμε, παιδιά μ᾿, μαζί μου ἐλᾶτε». 
Καὶ τὰ φυσέκια ἀνάψανε, κι ὅλοι φωτιὰ γενῆκαν.