Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Απριλίου 2016

Ένα μικρό οδοιπορικό στην Αμνάτο Ρεθύμνου...


Η «Πύλη της Αμνάτου»

Το χωριό Αμνάτος Ρεθύμνου βρίσκεται σε απόσταση μόλις δύο χιλιομέτρων από την ιστορική Μονή Αρκαδίου. Περιστοιχίζεται από πλούσιο φυσικό περιβάλλον και έχει άπλετη θέα προς το Κρητικό Πέλαγος και τον Ψηλορείτη. Περιδιαβαίνοντας τα στενά δρομάκια του, νιώθεις το χρόνο να έχει σταματήσει και ταξιδεύεις σε εποχές αλλοτινές. Μπαίνοντας στα καλοδιατηρημένα καστρόσπιτά του, με τα περίτεχνα αψιδωτά θυρώματα, συναντάς ανθρώπους φιλόξενους, που σου μιλούν με περηφάνια για τον τόπο τους και σε ταξιδεύουν, με τις ιστορίες τους, σε καιρούς περασμένους. 

Σοκάκι στην Αμνάτο

Το τοπωνύμιο Αμνάτος είναι πιθανότατα προελληνικό, ενώ σε αρχαία επιγραφή απαντά το κύριο όνομα «Άμνατος». Ο περιηγητής Sieber ταυτίζει την Αμνάτο με την αρχαία πόλη «Τριπόδω», η ύπαρξη της οποίας αμφισβητείται. Οι εκτεταμένοι, πάντως, λιθοσωροί και οι πυκνές επιφανειακές συγκεντρώσεις ελληνορωμαϊκών και κυρίως βυζαντινών οστράκων στο λόφο «Ελληνικά» ή «Περισσάκια» επιβεβαιώνουν την εντατική κατοίκηση της περιοχής, τουλάχιστον κατά τους χρόνους αυτούς. Στην κορυφή και στο νοτιοανατολικό πρανές του ίδιου λόφου είναι ακόμη και σήμερα ορατά κάποια λιγοστά, πολύ αποσπασματικής διατήρησης, αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, καθώς και ελάχιστοι κατεστραμμένοι και συλημένοι κιβωτιόσχημοι και λαξευτοί τάφοι των ελληνορωμαϊκών πιθανότατα χρόνων. 

Σπηλαιώδης λαξευτός τάφος στα «Περισσάκια»

Οι Hood, Warren και Cadogan που επισκέφθηκαν τα «Περισσάκια» στις 22 Αυγούστου 1962 εντόπισαν στο πλάτωμα του λόφου, σε μία έκταση διαστάσεων 200×100 μ., πλήθος κλασικών, ελληνιστικών, ρωμαϊκών και μεσαιωνικών οστράκων, άφθονο αρχαίο δομικό υλικό, κυρίως αδρά επεξεργασμένους δόμους και κεραμίδες, πυραμιδόσχημα υφαντικά βάρη, λίθινα εργαλεία άλεσης δημητριακών και σύνθλιψης ελαιοκάρπου, δύο πήλινα σφαιρίδια, τα οποία ερμήνευσαν ως πιθανές ενδείξεις για την ύπαρξη ιερού κάπου στη βόρεια απόληξη του λόφου, καθώς και δύο λαξευτούς ελληνορωμαϊκούς τάφους στην ανατολική παρυφή του. Όταν, λίγα χρόνια μετά, ο Sanders αναζήτησε τα παραπάνω αρχαία λείψανα, αυτά είχαν ήδη καταστραφεί από την καλλιέργεια, τη συνεχή απόσπαση οικοδομικού υλικού και τις αλλεπάλληλες συλήσεις. 


Λιθοσωροί – αρχιτεκτονικά κατάλοιπα στα «Περισσάκια»

Πληροφορίες για τον οικισμό κατά την πρώιμη βυζαντινή εποχή δεν υπάρχουν. Οι πρώτες αναφορές σε αυτόν απαντούν στις απογραφές των Barozzi (1577), Καστροφύλακα (1583) και Basilicata (1630). Η πιθανότητα, όμως, να είναι το τοπωνύμιό του προελληνικό, σε συνδυασμό με την ισχυρή παρουσία των ελληνορωμαϊκών και βυζαντινών καταλοίπων στα «Περισσάκια», οδηγούν στην υπόθεση ότι η περιοχή κατοικείται συνεχώς από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. 

Κατά τη Β΄ Βυζαντινή περίοδο (961-1204) αναπτύχθηκε, στις βόρειες παρυφές του σημερινού χωριού, ο μικρός οικισμός του Αγίου Ιωάννη Αμνάτου. Με την πάροδο του χρόνου, δημιουργήθηκε στα νότια, στη φυσικά οχυρωμένη θέση «Σκάλωμα», ένας ακόμη αμυντικός οικισμός που ενσωματώθηκε στον προηγούμενο. Το τμήμα αυτό με τον έντονα οχυρωματικό χαρακτήρα αποτέλεσε τον πυρήνα της νεότερης Αμνάτου, με τη φρουριακή διαμόρφωση και τον κυκλοτερή, εσωστρεφή σχεδιασμό της. Γυριστοί στενοί δρομίσκοι χωρίς ορατότητα, φαινομενικά αδιέξοδοι σε αυτόν που δεν ξέρει, συνθέτουν ένα δαιδαλώδες ρυμοτομικό σχέδιο που οργανώνεται σε δεκατέσσερις οικιστικές μονάδες με ισόγεια σπίτια που, καθώς είναι σχεδόν αλληλένδετα μεταξύ τους, διασφάλιζαν την άλλοτε ζωτικής σημασίας μυστική επικοινωνία των κατοίκων. 

Ερείπια μεσαιωνικού πύργου στη συνοικία «Πύργος» Αμνάτου

Η είσοδος στον οικισμό γινόταν από βόρεια μέσω της «Ξυλόπορτας», ελάχιστα ίχνη της οποίας σώζονται σήμερα. Στο νότιο τμήμα του οικισμού διακρίνονται ακόμη τα λείψανα ενός κατακρημνισμένου μεσαιωνικού πύργου. Λίγο βορειότερα, στο διάβα της σημερινής οδού Αρκαδίου, βρίσκεται ένα «καστρόσπιτο» με στενόμακρες πολεμίστρες στην πρόσοψή του. 

Το σπίτι του Καπετάν Βλαστού με τις πολεμίστρες

Ο τόπος είναι όμως και φυσικά οχυρός, ειδικότερα στα ανατολικά, όπου προστατεύεται από την απόκρημνη πλαγιά του Αράμνου. Εκεί υπήρχε, σύμφωνα με τους ντόπιους, μυστική (δι)έξοδος διαφυγής προς τα ορεινά. Ο οχυρωματικός χαρακτήρας της Αμνάτου εντυπωσίασε τον Λατίνο αρχιεπίσκοπο Αθηνών L. Petit (1912-1926), ο οποίος ασχολήθηκε με τη βιογραφία του Αγίου Ιωάννη του Ξένου, που δραστηριοποιήθηκε στην περιοχή στα μέσα περίπου του 10ου αιώνα.

Η πόρτα του μοναστηριού
Στο χωριό υπήρχε βυζαντινός ναός που, σύμφωνα με την προφορική παράδοση, ήταν αφιερωμένος στον Άγιο Ιωάννη. Ο ναός καταστράφηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, αφήνοντας ως μοναδικό μάρτυρα της ύπαρξής του το τοπωνύμιο «Συνοικία του Άη Γιάννη». Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των κατοίκων, στα τέλη της δεκαετίας του 1930, ο δάσκαλος Ιωάννης Κανακάκης, παρακινημένος από ενύπνιο όραμα, έσκαψε πρόχειρα το οικόπεδο που είχε παραχωρήσει η Μονή Αρκαδίου στο χωριό για την ανέγερση σχολείου. Οι παλαιότεροι θυμούνται ότι στη νότια πλευρά του οικοπέδου η πρόχειρη αυτή εκσκαφή αποκάλυψε τα αρχιτεκτονικά λείψανα μιας δίκλιτης εκκλησίας, κάποια λατρευτικά και λειτουργικά σκεύη, που σήμερα έχουν πια χαθεί, καθώς και το σκελετό ενός καθήμενου νεκρού, πρακτική που παραπέμπει σε ενταφιασμό επισκόπου. 

Η παραπάνω μαρτυρία δημιουργεί έναν ρομαντικό συνειρμό με όσα γράφει στην Descriptio insulae Cretae (1417) ο Φλωρεντινός μοναχός και λόγιος Chr. Buondelmonti (1385-1430) σχετικά με την επίσκεψή του σε μια επισκοπική εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη, που συνάντησε στο δρόμο του προς τον Ψηλορείτη, και στην οποία είχε ενταφιαστεί, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, κάποιος επίσκοπος. Ο Buondelmonti πιθανότατα ακολούθησε τη διαδρομή Σταυρωμένος – Άη Γιάννης Αμνάτου – Αρκάδι – Ψηλορείτης, διασχίζοντας τη λεγόμενη «Strada Basilica» των Ενετών, η οποία κατέληγε στην κεντρική πλατεία της Αμνάτου, τον «Βελανιδέ». Σήμερα στο χώρο υψώνεται η σύγχρονη εκκλησία του Αγίου Ιωάννη που εγκαινιάστηκε το 1973 και που για την ανοικοδόμησή της καθαιρέθηκαν, από άγνοια, τα κατάλοιπα του παλαιότερου ναού. 

Νοτιοδυτικά της εκκλησίας του Αγίου Ιωάννη, στην πλατεία του «Βελανιδέ», υψώνεται, στεντόρειος και συνάμα βουβός μάρτυρας της ιστορίας του τόπου, η φημισμένη «Πύλη της Αμνάτου». 

 
«Πύλη της Αμνάτου» σε σύγχρονο οικοδόμημα


Η πύλη έχει αετωματική επίστεψη, το τύμπανο της οποίας κοσμείται με έξεργο μονοκέφαλο αετό στραμμένο στα δεξιά, εκατέρωθεν του οποίου έχουν χαραχτεί τα γράμματα Ζ. και S. Δύο δωρικοί ημικίονες που πατούν σε πεσσούς στηρίζουν επιστύλιο με την επιγραφή «INITIUM SAPIENTI<Α>E TIMOR DOMINI»: «Αρχή Σοφίας, Φόβος Κυρίου» (σημ. Την ίδια επιγραφή τοποθέτησε ο πάπας Sixtus V πάνω από την είσοδο του Archigimnasio della Sapienza στη Ρώμη. ).  

Η επιγραφή της πύλης

Τα δύο τριγωνικά διάχωρα που σχηματίζονται πάνω από το τόξο της εισόδου κοσμούνται με ρόδακα ενώ το κέντρο του τόξου με λεοντοκεφαλή. Σύμφωνα με τον G. Gerola η πύλη κοσμούσε τη νοτιοανατολική πλευρά του «μεγάρου» της γνωστής βενετσιάνικης οικογένειας των Sanguinazzo καθώς ο θυρεός φέρει το έμβλημά τους. Η ταυτότητα του κτιρίου στο οποίο ανήκε η πύλη εξακολουθεί, πάντως, να αποτελεί μια πρό(σ)κληση για τους ειδικούς (σημ. υπάρχει θεωρία που υποστηρίζει ότι το κτήριο αποτελεί την έδρα του Εκκλησιαστικού Θησαυροφυλακίου Κρήτης.). 

Νοτιοδυτικά της πύλης βρίσκεται η μονόκλιτη εκκλησία της Αγίας Μαρίνας με τις ασβεστωμένες σήμερα τοιχογραφίες της, μάρτυρας και αυτή της βενετσιάνικης Αμνάτου, όπως και οι περισσότερες από τις κατοικίες της με τους θόλους, τις περίτεχνες καμινάδες, τα πέτρινα φουρούσια και τις χαρακτηριστικές πετρόκτιστες καμάρες. Στην εκκλησία της Αγίας Μαρίνας κατέφυγαν, όπως μας πληροφορεί ο Μαρίνος Τζάνες Μπουνιαλής στο έμμετρο χρονικό «Διήγησις διά στίχων του δεινού Κρητικού Πολέμου» (1645-1669), οι «καλογράδες» από το κοντινό μοναστήρι του Μερκούρη για να γλιτώσουν από τους Τούρκους. Το μικρό αυτό, γυναικείο τότε, μοναστήρι που βρίσκεται στο δρόμο από την Αμνάτο για το Αρκάδι, ανήκε στη Μονή Αρκαδίου ήδη από τους χρόνους αυτούς. Σήμερα σώζονται ερείπια των προσκτισμάτων του, ενώ πρόσφατα άγνωστοι απέσπασαν το βενετσιάνικο αψιδωτό θύρωμα της εισόδου, στερώντας από το μνημείο ένα σημαντικό στοιχείο της αρχιτεκτονικής του ταυτότητας. 

Η πόρτα στο μοναστήρι «του Μερκούρη»

Στα χρόνια της Ενετοκρατίας ιδρύθηκε στην περιοχή του Αράμνου ελληνικό σχολείο, γνωστό ως «Σχολή Αρκαδίου», που καταστράφηκε το 1866. Εκεί φοίτησαν μοναχοί της ομώνυμης Μονής και παιδιά από τα γύρω χωριά. Το σχολείο επαναλειτούργησε στην συνοικία του Άη Γιάννη μετά το 1878. 

Η Δασκαλοχαρίκλεια
Μεγάλη ήταν η συμβολή των κατοίκων της Αμνάτου στην επανάσταση του 1866 και στο ολοκαύτωμα του Αρκαδίου, και για το λόγο αυτό οι Τούρκοι κατέκαψαν το χωριό. Από την έκρηξη της πυριτιδαποθήκης του Αρκαδίου σώθηκε μονάχα η αμνατσανή Ελένη Λουκάκη ή Σφακιαναντώναινα, μικρό παιδί τότε, η οποία μετέφερε στις επόμενες γενιές τις εναγώνιες στιγμές της ηρωικής αυτοθυσίας. Στην ιστορία πέρασε και η Χαρίκλεια Δασκαλάκη ή Δασκαλοχαρίκλεια, η ψυχή της άμυνας του Αρκαδίου, που έχασε στον Κρητικό Aγώνα και τους τρεις γιους της. Προτομή της έχει στηθεί στην πλατεία του χωριού. 

Οι Τούρκοι κατακτητές κατέλαβαν τα βενετσιάνικα σπίτια της Αμνάτου και η πάλαι ποτέ βενετσιάνικη συνοικία μετονομάστηκε σε «Κονάκια» ή «Αγαδικά». Πλάι στο μεσαιωνικό πύργο, με το οικοδομικό υλικό του, χτίστηκε τζαμί που αργότερα μετατράπηκε σε κατοικία. Το 1834 ο Άγγλος περιηγητής R. Pashley, ερχόμενος από το Αρκάδι στην Αμνάτο, αντίκρισε τον μιναρέ που υψωνόταν πάνω από τις στέγες των σπιτιών τα οποία κατοικούνταν, όπως ο ίδιος αναφέρει, κυρίως από μωαμεθανούς. Ο Pashley, διασχίζοντας την Αμνάτο, συνάντησε αρκετά βενετσιάνικα σπίτια και εντυπωσιάστηκε από το «μέγαρο» της κεντρικής πλατείας με την ενεπίγραφη πύλη.

Τα «σπίτια Βενέτσι»

Μια περιδιάβαση στον οικισμό και τη γύρω περιοχή ολοκληρώνει την εμπειρία του επισκέπτη συναισθηματικά και βιωματικά. Οι σκόρπιες αρχαιότητες, οι ιστορικές μνήμες, τα παλαιά ερειπωμένα σπίτια, που συμπορεύονται με τα σύγχρονα, οι άνθρωποι, το τοπίο, διαμορφώνουν μιαν ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Σήμερα η Αμνάτος επιδιώκει την ανασύσταση της φυσιογνωμίας της και φαίνεται να τα καταφέρνει χάρη στον δραστήριο πολιτιστικό της σύλλογο και την αγάπη των λιγοστών κατοίκων της. Στο χωριό λειτουργούν λαογραφικό και σχολικό μουσείο, αξιόλογοι χώροι προφύλαξης νοσταλγικών αναμνήσεων. 




Σαν πίνακας ζωγραφικής που κρατιέται απεγνωσμένα από τον νοτισμένο τοίχο, ξεθωριασμένος από την αδυσώπητη φθορά του χρόνου και πληγωμένος από τα χέρια των αδαών, έτσι και η Αμνάτος αγωνίζεται για την περιφρούρηση της ταυτότητάς της και διεκδικεί τη θέση που της αξίζει ανάμεσα στους τόπους της Κρήτης με ιστορική και λαογραφική αξία. 

Το Δημοτικό Σχολείο Αμνάτου (σχολικό έτος 1967-1968)


* Το παρόν άρθρο βασίζεται σε μελέτη των αρχαιολόγων Μ. Μιλιδάκη & Χ. Παπαδάκη και της φιλολόγου Δ. Σκάρπα και αφιερώνεται στη μνήμη της γιαγιάς Ειρήνης Μπροτζάκη από την Αμνάτο.

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

Οι παραδοσιακοί νερόμυλοι της περιοχής Φλώρινας - Πρεσπών




Η περιοχή της Φλώρινας που βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο της χώρας διαπερνάται κάθετα από την οροσειρά του Βαρνούντα, η οποία αποτελεί συνέχεια της βόρειας Πίνδου. Αυτός ο ορεινός όγκος, ξεκινώντας από το πεδινό υψόμετρο των 660 μ., αγγίζει στην ελληνική πλευρά τα 2.200 μ., ενώ η κορυφογραμμή του χωρίζει την περιοχή σε δυτικό τμήμα, το οποίο είναι το οροπέδιο των Πρεσπών με μέσο υψόμετρο τα 850 μ., και σε ανατολικό, δηλαδή την πεδιάδα της πόλης της Φλώρινας σε υψόμετρο 650 μ.

Το έντονο ανάγλυφο και η εκτεταμένη περίοδος βροχοπτώσεων ενός ηπειρωτικού κλίματος τροφοδοτούν έξι λίμνες (το υψηλότερο σύνολο στη χώρα σε επίπεδο νομών), ένα πυκνό δίκτυο από ρέματα και έναν πλούσιο υπόγειο υδροφόρο ορίζοντα. Η μεγάλη σημασία του υδάτινου στοιχείου, ιδιαίτερα κατά τους προηγούμενους αιώνες, δεν εκφράστηκε μόνο από την οικιστική χωροθέτηση, αλλά και από τη χρησιμοποίησή του για την εξυπηρέτηση βασικών καθημερινών αναγκών (σημ. 1).

Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η κατασκευή πληθώρας νερόμυλων που συναντάται τόσο στην εξεταζόμενη περιοχή που ορίζεται από τις δύο πλευρές της οροσειράς του Βαρνούντα, όσο και στο σύνολο της ευρύτερης περιοχής. Στο ανατολικό τμήμα του νομού, δηλαδή στην πεδιάδα από τους πρόποδες του όρους Βόρας (Καϊμακτσαλάν) μέχρι τον κάμπο του Αμυνταίου, νερόμυλοι υπήρχαν σχεδόν σε κάθε οικισμό που υπήρχαν τρεχούμενα νερά (σημ. 2). 


Ιδιαίτερες περιπτώσεις κτισμάτων νερόμυλων


Ιστορικό πλαίσιο της περιόδου ανέγερσης των νερόμυλων 

Η κατασκευή του συνόλου σχεδόν των νερόμυλων της περιοχής με τη σημερινή τους μορφή, χρονολογείται από τον 19ο αιώνα μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ού (σημ. 3). Είναι η περίοδος κατά την οποία η ενιαία οθωμανοκρατούμενη Μακεδονία βρισκόταν σε μία παρατεταμένη περίοδο έντονων συγκρούσεων και εθνικών διεκδικήσεων. Παράλληλα όμως με τη διαρκή εθνικοαπελευθερωτική μάχη του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, η περιοχή αναπτύσσει έναν τοπικό και ιδιαίτερα ενδιαφέροντα πολιτισμό που αποτυπώνεται στη λαϊκή παράδοση, στις περίτεχνες παραδοσιακές ενδυμασίες, στις γιορτές, στις μουσικές, στους χορούς και φυσικά στην αρχιτεκτονική.

Σημαντικός παράγοντας για την πολιτισμική δραστηριότητα της περιοχής αποτελούσε η πρωτεύουσα του Βιλαετιού, η γειτνιάζουσα πόλη του Μοναστηρίου, η σημαντικότερη της εποχής μαζί με τη Θεσσαλονίκη για ολόκληρη τη Μακεδονία. Η εκπαιδευτική και οικονομική εμβέλεια της πόλης ώθησε προς τη σταδιακή ανάπτυξη ολόκληρης της περιοχής, καθώς αφενός πολλοί κάτοικοι μετέβαιναν στο Μοναστήρι για να συνεχίσουν τις σπουδές τους στα περίφημα σχολεία, αφετέρου ο σιδηρόδρομος και η ύπαρξη δρόμου καραβανιών βελτίωσε τις εμπορικές δραστηριότητες και την προμήθεια αγαθών (σημ. 4). Αξιοσημείωτο παράγοντα των πολιτισμικών χαρακτηριστικών της εποχής αποτελεί ο οργανωμένος κοινοτικός βίος των επιμέρους οικισμών και η πολύπλευρη έκφρασή του σε διάφορες εκφάνσεις της ζωής. 


Ο γεωγραφικός εντοπισμός των νερόμυλων & η ερμηνεία του 

Η πόλη της Φλώρινας με τους γύρω οικισμούς, αποτελούν το οικιστικό δίκτυο στους ανατολικούς πρόποδες του όρους του Βαρνούντα. Σε καθέναν από αυτούς τους οικισμούς, έχει εντοπιστεί πληθώρα νερόμυλων με ποικίλη τυπολογία.

Στη δυτική πλευρά του Βαρνούντα βρίσκεται το οροπέδιο των Πρεσπών με τις δύο λίμνες, τη Μικρή και τη Μεγάλη Πρέσπα. Το ελληνικό τμήμα των Πρεσπών αριθμεί 13 οικισμούς, ενώ είναι χαρακτηρισμένο ως Εθνικό Πάρκο και αποτελεί ίσως τον σημαντικότερο βιότοπο της ελληνικής επικράτειας, με ιδιαίτερα σπάνια χλωρίδα και πανίδα (σημ. 5).




Μετά από προσεκτική ανάγνωση του «Γαλλικού Χάρτη» της πόλης της Φλώρινας του 1919 (σημ. 6), διαπιστώθηκε η ύπαρξη 6 νερόμυλων, ενώ είναι πιθανή η επισήμανση άλλων 6. Από αυτό το σύνολο σήμερα εντοπίστηκαν μόνο οι δύο, οι οποίοι σώζονται σε μορφή ερειπίων (σημ. 7). Για τους γειτονικούς μικρότερους οικισμούς της ανατολικής πλευράς του Βαρνούντα, οι πληροφορίες για τους μύλους στηρίζονται σε μαρτυρίες των κατοίκων, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις οδήγησαν στον εντοπισμό τους. Οι μύλοι καταγράφηκαν λεπτομερώς ανά οικισμό και ταξινομήθηκαν ανάλογα με τον τύπο τους αλλά και με την κατάσταση στην οποία βρίσκονται.

Συνοπτικά αναφέρεται ότι στην υδρολεκάνη της Φλώρινας και συγκεκριμένα στους οικισμούς Αλώνων, Πρώτης, Κλαδοράχης, Άνω και Κάτω Κλεινών, Ακρίτα, Παρωρίου, Αγίας Παρασκευής, Εθνικού, Κρατερού, Νίκης, Σκοπιάς, Τροπαιούχου, Πολυποτάμου, Ατραπού, Περάσματος, Κολχικής, Φλάμπουρου, Άνω και Κάτω Υδρούσας, Αμμοχωρίου, Λεπτοκαρυάς, Κολχικής, Φλαμπούρου, Δροσοπηγής, Μαρίνας, Παπαγιάννη, Ιτέας, Νεοχωρακίου, Τριποτάμου, Μελίτης, Αχλάδας, Σκοπού, και Παλαίστρας συνολικά εντοπίστηκαν 205 νερόμυλοι με 263 μηχανισμούς.

Από αυτούς τους νερόμυλους οι 156 είναι μονοί (6 σε καλή κατάσταση και 24 σε κρίσιμη, οι υπόλοιποι σε ερειπιώδη κατάσταση), οι 43 διπλοί (4 σε καλή κατάσταση, 5 σε κρίσιμη και οι υπόλοιποι σε ερειπιώδη κατάσταση), οι 3 τριπλοί (όλοι σε καλή κατάσταση) και οι 3 τετραπλοί (οι δύο σε κρίσιμη κατάσταση και ο ένας σε ερειπιώδη κατάσταση). Πέραν των μηχανισμών των αλευρόμυλων, έχουν εντοπιστεί οι θέσεις από συνολικά 7 μαντάνια και νεροτριβές, από τα οποία όμως σώζεται μόνο μία νεροτριβή σε μέτρια κατάσταση στο μύλο της Δροσοπηγής. Στη δυτική πλευρά της οροσειράς, και ειδικότερα στους πρόποδες του Βαρνούντα όπου αφθονούν τα ρέματα, υπήρχε ένας αξιοσημείωτος αριθμός υδρόμυλων. 


Εξωτερική & εσωτερική άποψη του σωζόμενου μύλου της Δροσοπηγής

Η λαογραφία μάλιστα συνδυάζει τη λειτουργία των νερόμυλων της Πρέσπας με τη μεταφορά των σιτηρών με τις παραδοσιακές πλάβες, προς τους οικισμούς που είχαν μύλους. Σύμφωνα με τον Γάλλο ερευνητή Le Bras, ο οποίος έχει κάνει πρόσφατα μία πρώτη καταγραφή των μύλων της περιοχής, στο σύνολο της τριεθνούς Πρέσπας έχουν καταγραφεί 92 κτίρια νερόμυλων, στους οποίους λειτουργούσαν 126 μηχανισμοί (σημ. 8). Πολλοί από αυτούς ήταν διπλοί ή τριπλοί, ενώ άλλοι είχαν μαντάνια και νεροτριβές. 

Στην ελληνική πλευρά, ο μεγαλύτερος αριθμός μύλων συγκεντρώνονταν στους οικισμούς του Αγίου Γερμανού (όπου λειτουργούσαν 9 μύλοι με δύο μαντάνια και νεροτριβές, ενώ σήμερα εντοπίζονται οι 4 – όλοι σε ερειπιώδη κατάσταση, πλην αυτού που αποκαταστάθηκε πρόσφατα) και του Λαιμού (5 μύλοι, οι δύο σε σχετικά καλή κατάσταση και ο ένας σε κρίσιμη), που βρίσκονται στην πορεία του ποταμού του Αγίου Γερμανού, ο οποίος είναι ο μεγαλύτερος ποταμός της λεκάνης της Πρέσπας.


Ο μύλος του Αγίου Γερμανού στις Πρέσπες

Στους υπόλοιπους οικισμούς καταγράφεται ένας διώροφος μύλος στον οικισμό της Καλλιθέας, που σώζεται σε κρίσιμη κατάσταση και ένας στον οικισμό του Λευκώνα, από τον οποίο σώζονται λίγα ίχνη. Το γεγονός της πληθώρας των νερόμυλων στην περιοχή οφείλεται στην ύπαρξη μεγάλου όγκου διερχόμενων υδάτων υπό κλίση και αποτελεί ένα αν μη τι άλλο αξιόλογο δείγμα ακόμα και για την ελληνική επικράτεια. Ο σημαντικότερος λόγος της ύπαρξης πληθώρας νερών σε ολόκληρη την οροσειρά του Βαρνούντα είναι ότι τα βουνά αποτελούνται κυρίως από γρανιτικά πετρώματα που, ως αδιαπέρατα από το νερό, το αναγκάζουν να ρέει επιφανειακά.

Από την έρευνα που πραγματοποιήθηκε στην περιοχή, μπορούν να εξαχθούν κάποιες αξιοσημείωτες παρατηρήσεις. Μία πρώτη διαπίστωση, χωρίς να ισχύει όμως κατ’ αποκλειστικότητα, είναι ότι στους ορεινότερους οικισμούς, όπως για παράδειγμα ο Ακρίτας, το Κρατερό και ο Πολυπόταμος, υπήρχε ένας μεγάλος αριθμός νερόμυλων, αλλά σχεδόν στο σύνολό τους είναι μικρές κατασκευές με έναν μηχανισμό.


Απόψεις από τους νερόμυλους του οικισμού του Κρατερού

Στους οικισμούς οι οποίοι βρίσκονται στους πρόποδες της οροσειράς, όπως είναι οι Άνω Κλεινές και το Εθνικό, υπήρχαν μεγαλύτεροι μύλοι, με δύο ή και τρεις μηχανισμούς. Το γεγονός αυτό σχετίζεται με το ότι σε μεγαλύτερα υψόμετρα δεν έχουν συγκεντρωθεί όλα τα καθοδικά ρέματα της οροσειράς, σε αντίθεση με τους κατώτερους οικισμούς, όπου βρίσκεται η κατάληξη όλων των καθοδικών υδρορροών. Επίσης, μόλις απομακρυνόμαστε προς την πεδιάδα, όπως είναι ο οικισμός της Αγίας Παρασκευής, οι Κάτω Κλεινές, το Πέρασμα κ.ά. οι νερόμυλοι είναι ελάχιστοι, αλλά συναντώνται ευμεγέθεις κατασκευές, όπως ο τριπλός μύλος του Αμμοχωρίου, ή οι τετραπλοί σε Μελίτη, Νεοχωράκι και Παπαγιάννη.

Ασφαλώς όμως, σημαντικός παράγοντας για τον αριθμό των μύλων ήταν και ο πληθυσμός του εκάστοτε οικισμού. Ένα επιπλέον στοιχείο που σχετίζεται με την ύπαρξη μεγαλύτερων ή «πολυτελέστερων» μύλων, είναι η εγκατάσταση ή μη στον εκάστοτε οικισμό Τούρκων κατοίκων κατά την περίοδο της Οθωμανοκρατίας και κατά συνέπεια η ύπαρξη ή μη τούρκικων ιδιοκτησιών μύλων (σημ. 9).

Από τις μαρτυρίες και από τα τυπολογικά στοιχεία εξάγεται ένα βέβαιο συμπέρασμα: οι μονοί μύλοι είναι οικογενειακοί και εξυπηρετούν αποκλειστικά τις ανάγκες της οικογένειας ή και των συγγενικών οικογενειών (σημ. 10), ενώ οι μεγαλύτεροι, αυτοί με δύο ή τρεις μηχανισμούς, χρησίμευαν κυρίως για εμπορικούς σκοπούς. Αξιόλογο θέμα έρευνας είναι και η τοποθέτηση των μύλων ως προς τον οικισμό. Η τοποθέτησή τους γίνεται κατ’ αρχάς σε κοντινά σημεία ως προς τους ποταμούς, ενώ στις περιπτώσεις όπου υπάρχουν λίγοι μύλοι σε αριθμό, βρίσκονται σχεδόν πάντα εντός των οικισμών, και σε περιπτώσεις πολλών κτισμάτων, η τοποθέτηση εντός και εκτός οικισμού μοιράζεται (σημ. 11). Ασφαλώς, οι περιπτώσεις αυτές μπορεί να συνδυάζονται (να μην αποκλείει η μία την άλλη), ανάλογα με τα τοπικά και ιστορικοκοινωνικά στοιχεία της κάθε περιοχής.

Απόσπασμα γενικού σχεδίου της μελέτης των μύλων του Κρατερού

Η σημασία των μύλων δεν περιορίζεται απλώς στην εξυπηρέτηση καθημερινών αναγκών, όπως η παραγωγή αλευριού. Η όλη διαδικασία του αλέσματος κατείχε καίρια θέση στη ζωή των κατοίκων και είναι σημάδι της κοινωνικής, κοινοτικής και οικογενειακής οργάνωσης, αλλά και του δεσμού που συνέδεε τα μέλη αυτής της κοινωνίας. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα, όπως σε αυτές των μεγαλύτερων εμπορικών μύλων, εμφανίζεται ακόμα και ως επικερδής επιχείρηση. Αξιοσημείωτη όμως είναι και η τεχνολογική τους σημασία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι βρίσκονται σε επαρχιακούς οικισμούς και σε μία εποχή (μέχρι τις αρχές 20ού αι.) όπου η βιομηχανοποίηση και τα παράγωγά της καθυστέρησαν να διαδοθούν. Αν και η όλη λειτουργία του μύλου ήταν ευρέως διαδεδομένη ήδη από την αρχαιότητα (σημ. 12), οι λεπτομέρειες των εξαρτημάτων, καθώς και οι ιδιαιτερότητες που εμφανίζουν σε ορισμένα σημεία, αποτελούν τοπικές θαυμαστές επινοήσεις. 


Τυπολογία κτισμάτων & μηχανισμοί 

Όσον αφορά στην τυπολογία των κτισμάτων των υδρόμυλων, αν και ο όρος ίσως να μην είναι ο πλέον δόκιμος για την πρώτη κατάταξη που επιχειρείται με τα υπάρχοντα στοιχεία, μπορούν να ξεχωρίσουν τρεις τύποι μύλων: ο πρώτος είναι αυτός με έναν μηχανισμό και με σχετικά τετράγωνες διαστάσεις, περίπου 4,0×5,0 μέτρα. Ο δεύτερος τύπος είναι με δύο μηχανισμούς, όπου η αναλογία των διαστάσεων ανέρχεται περίπου σε 4,0×8,0 μέτρα. Τέλος, δεν λείπουν και οι περιπτώσεις κτισμάτων με ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις και με περισσότερους μηχανισμούς, όπως τρεις ή τέσσερις, αλλά είναι αρκετά σπάνιες.

Απόσπασμα γενικού σχεδίου της μελέτης των μύλων του Κρατερού

Εντός των κτισμάτων υπήρχε ένας χώρος διημέρευσης για τον μυλωνά, γεγονός που σε ορισμένες περιπτώσεις μονών και διπλών μύλων δημιούργησε έναn επιπλέον διακριτό όγκο, διασπώντας την τετράπλευρη κανονικότητα. Για αυτήν τη συγκεκριμένη χρήση, στον τριπλό μύλο δημιουργήθηκε ένας εσωτερικός χωριστός υποχώρος. Σε μερικές περιπτώσεις, σε διπλούς ή τριπλούς μύλους, η κατοικία του μυλωνά είναι ανεξάρτητη και προσκολλημένη στο κυρίως κτίριο του μύλου (όπως για παράδειγμα στην Αγία Παρασκευή, στις Κάτω Κλεινές, στη Σκοπιά και στο Πέρασμα), ενώ εντοπίστηκαν και ορισμένα διώροφα κτίσματα με το μύλο στο ισόγειο και την κατοικία στον όροφο (Τριανταφυλλιά, Μελίτη, Καλλιθέα).

Η τυπική κατασκευή του υδρόμυλου της περιοχής αποτελείται από δύο επίπεδα, τη βάση και τον κύριο χώρο. Στην κατώτερη στάθμη του μύλου γίνεται η είσοδος του νερού υπό πίεση, μέσω ενός μεταλλικού σωλήνα (βαράρι), το οποίο θέτει σε περιστροφική κίνηση την οριζόντια μεταλλική φτερωτή. Στη συνέχεια, το νερό απομακρύνεται από το μύλο μέσω ενός ανοίγματος, το οποίο βρίσκεται στην απέναντι πλευρά από την οπή εισόδου, όπου θα συνεχίσει την πορεία του για τον επόμενο μύλο ή θα επιστρέψει στον υδροδότη ποταμό. Στο κέντρο της φτερωτής, είναι κάθετα τοποθετημένος ο ξύλινος άξονας, που θέτει σε κίνηση την πάνω από τις δύο μυλόπετρες, οι οποίες βρίσκονται στην ανώτερη στάθμη. Πάνω από αυτές, είναι τοποθετημένη η ξύλινη κοφίνα, η οποία γεμίζεται με τα σιτηρά. Από το κάτω τμήμα της και στη μέση από τις δύο μυλόπετρες διοχετεύονται οι καρποί, όπου και γίνεται η σύνθλιψή τους. Μπροστά από τις μυλόπετρες υπάρχει η ξύλινη αλευροθήκη ώστε να συσσωρεύεται το τελικό προϊόν, το αλεύρι.

Απόψεις από τους νερόμυλους του οικισμού του Κρατερού

 Μοναδικής μορφής για ολόκληρη την περιοχή και πιθανότατα ο αρχαιότερος σωζόμενος υδρόμυλος (19ος αιώνας) της περιοχής της Φλώρινας είναι ο μύλος της Δροσοπηγής. Πρόκειται για λιθόκτιστο και καμαροσκεπές κτίσμα, όπου η επικάλυψή του γίνεται από σχιστόπλακες (σημ. 13). Στο μύλο υπήρχαν τρεις αλεστικοί μηχανισμοί, μαντάνι και νεροτριβή, ενώ στο εσωτερικό του υπάρχει ιδιαίτερος χώρος για τον μυλωνά και τους πελάτες του. Οι μεταλλικές κατασκευές των μηχανισμών, όπως η φτερωτή και ορισμένα βαράρια, είναι πιθανόν να ανάγονται στους Γάλλους, οι οποίοι βρίσκονταν στην περιοχή κατά τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα. Αυτό συμπεραίνεται από την ιδιαίτερη συνδεσμολογία και τη λεπτομέρεια των κατασκευών, οι οποίες ταυτίζονται με την κατασκευαστική τεχνολογία των μεταλλικών στοιχείων που διέδοσαν οι Γάλλοι.

Από τον μεγάλο αριθμό παρόμοιων τέτοιων κατασκευών οδηγούμαστε στη διαπίστωση ότι υπήρχε οργανωμένη παραγωγή και εμπορία μεταλλικών στοιχείων, εξειδικευμένων για τους μύλους. Σε αυτή την εμπορικότητα συνέβαλε καθοριστικά, ήδη από το 1893, η σιδηροδρομική σύνδεση Μοναστηρίου-Θεσσαλονίκης, οπότε τα αγαθά από τις δύο μεγαλουπόλεις της περιοχής έφθαναν ευκολότερα στις ενδιάμεσες μικρότερες πόλεις και σε κάθε οικισμό.

Αντίστοιχη εμπορική διακίνηση παρατηρείται και για τους λίθους που χρησίμευαν για τις μυλόπετρες, οι οποίοι φθάνοντας στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης κατέληγαν σε ολόκληρη τη Μακεδονία. Μία τέτοια περίπτωση είναι οι περίφημες ποιοτικές μυλόπετρες από τη Φώκαια της Μικράς Ασίας, όπου ο τόπος προέλευσής τους τους έδωσε την ονομασία «φόκα». Από τις αρχές του 20ού αιώνα, την περίοδο της διάδοσης της εκβιομηχάνισης, εμφανίζονται αντίστοιχα και οι βιομηχανοποιημένες μυλόπετρες, οι οποίες προέρχονται κατά κύριο λόγο από τη Θεσσαλονίκη. 

«Βιομηχανοποιημένη» μυλόπετρα (1905) - Μύλοι του οικισμού της Σκοπιάς


Προτάσεις ανάδειξης - αξιοποίησης 

Για την εξεταζόμενη περιοχή έχουν πραγματοποιηθεί δύο μελέτες, οι οποίες, παρά το γεγονός ότι αποτελούν κατά βάση δύο διαφορετικούς και ανεξάρτητους χειρισμούς, εντάσσονται ωστόσο σε μία γενικότερη αντίληψη για την ανάδειξη του ορεινού πολιτισμού, μέσω της αξιοποίησης του «κοιμώμενου» κτιριακού και φυσικού υπόβαθρου (σημ. 14). Είναι δύο προτάσεις που έρχονται να συμβάλουν στη σύγχρονη προβληματική για τη διάσωση των ιστορικών οικισμών, την αναβίωση της υπαίθρου, τη δημιουργία κινήτρων για την επιστροφή κατοίκων και, γιατί όχι, μία ήπια και εναλλακτική αναπτυξιακή πρόταση, στο δυσμενές οικονομικό περιβάλλον.

Όσον αφορά στην ανατολική πλευρά του όρους Βαρνούντα, βασικό κορμό της μελέτης «Διαδρομές σύνδεσης και ανάδειξης νερόμυλων Κρατερού» αποτελεί το κτιριακό σύνολο των νερόμυλων και ο μεταξύ τους κοινόχρηστος χώρος. Η δημιουργία περιηγητικής διαδρομής και η εκμετάλλευση κάθε φυσικού και πολιτισμικού στοιχείου έχει σαν αποτέλεσμα τον μουσειακό χαρακτήρα των μύλων, συνδυαζόμενο με δράσεις όπως οι περιβαλλοντολογικές ξεναγήσεις, η φυσιολατρική ορειβασία, η ορεινή ποδηλασία κ.ά. Η πρόταση επιπλέον στοχεύει στο να καταστήσει τους μύλους επίκεντρο για την ολική αναβάθμιση του οικισμού.

Οι παλαιότερες επεμβάσεις ανάπλασης που έγιναν στην πλατεία και στο σχολείο, προτείνεται να επεκταθούν σε ολόκληρο τoν οικισμό με την επέμβαση και σε άλλα τμήματα, όπως με την ανάπλαση μικρών τμημάτων, τη λιθόστρωση μονοπατιών κ.ά. Το μικρό μέγεθος του οικισμού, άλλωστε, ενδείκνυται για παρόμοιους ολικούς χειρισμούς, καθώς ένας σχετικά περιορισμένος προϋπολογισμός μπορεί να αναπλάσει το σύνολό του. Επιπλέον, η εν εξελίξει μελέτη αποκατάστασης του ναού του Αγίου Νικολάου, μία αξιόλογη μεταβυζαντινή τρίκλιτη βασιλική του 1836, με ιδιαίτερης καλλιτεχνικής αξίας ζωγραφικό διάκοσμο, ολοκληρώνει την οικιστική αναβάθμιση, προσφέροντας σημαντικούς λόγους επίσκεψης και διαμονής.

Στη δυτική πλευρά του Βαρνούντα ολοκληρώθηκε πρόσφατα το έργο αποκατάστασης και ανάδειξης ενός ιδιαίτερου μύλου με τρεις διαφορετικούς μηχανισμούς, αλευρόμυλου, νεροτριβής και μαντανιού. Οι μηχανισμοί του είναι πλήρως λειτουργικοί και σύντομα ο μύλος θα είναι επισκέψιμος και θα λειτουργεί παράλληλα και ως μουσειακός χώρος, ως ένα «ζωντανό» μνημείο της προβιομηχανικής μας ιστορίας. Ο δασικός δρόμος, που διανοίχτηκε πριν από περίπου 15 χρόνια και συνδέει το Κρατερό με τον Άγιο Γερμανό, διασχίζοντας την οροσειρά του Βαρνούντα, δίνει προφανή ώθηση στη σύνδεση των δύο οικισμών και των δύο περιοχών.

Πέραν της δεδομένης πλέον δυναμικής της περιοχής του Πάρκου των Πρεσπών, δημιουργείται μία επιπλέον θεματική διασύνδεση των δύο οικισμών μέσω της αποκατάστασης και επανάχρησης του υδρόμυλου του Αγίου Γερμανού. Οι επισκέπτες φτάνοντας στον Άγιο Γερμανό θα έχουν τη δυνατότητα να επισκεφθούν έναν λειτουργικό μύλο (αλευρόμυλο, νεροτριβή και μαντάνι) και να πάρουν αναλυτικές πληροφορίες για την ιστορία των μύλων, τη λειτουργία τους και για τον τρόπο με τον οποίο ο εν λόγω μύλος συνδέεται με το μοναδικό φυσικό οικοσύστημα του υδροδότη ποταμού του Αγίου Γερμανού.

Οι παραπάνω προτάσεις ανάδειξης - αξιοποίησης στηρίζονται σε μελέτες των αξιόλογων αρχιτεκτόνων κο Σοφοκλή Κωτσόπουλο, Δρ Αρχιτέκτονας Μηχανικό,   κο Αχιλλέα Στόιο-Χριστόπουλο, Διπλ. Αρχιτέκτονα Μηχανικό και κα Αγγέλα Γεωργαντά, Διπλ. Αρχιτέκτονα Μηχανικό.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

1. Η χωροθέτηση των οικισμών εξαρτάται από ένα σύνολο παραγόντων, όπως η αμυντική προστασία, το έδαφος, η επικοινωνία με άλλους οικισμούς κ.ά. Ωστόσο καταλυτικός παράγοντας για τη χωροθέτηση ήταν η ύπαρξη νερού και η εκμετάλλευσή του. 

2. Αξιοσημείωτη είναι η ύπαρξη ακόμα και ανεμόμυλου, στον οικισμό του Αγίου Παντελεήμονα, στην περιοχή του Αμυνταίου, η οποία στερείται τρεχούμενα νερά αλλά όχι και ανέμους. 

3. Ο 19ος αιώνας και η αρχή του 20ού ήταν η περίοδος της μεγάλης ανάπτυξης των νερόμυλων για την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης: Φ. Οικονομίδου / Ζ. Σκαμπάλης, Στους μύλους της Μακεδονίας και της Θράκης, ΥΠΠΟ – Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας Θράκης, Θεσσαλονίκη 2003, σ. 4. 

4. Για την πόλη του Μοναστηρίου: Σοφοκλής Κωτσόπουλος, Η αρχιτεκτονική του Μοναστηρίου (Βιτώλια). Εθνοτική συνύπαρξη και αστικοί μετασχηματισμοί (1863-1912), Διδακτορική Διατριβή - Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη 2014. 

5. Παράλληλα με το φυσικό περιβάλλον, το ιστορικό παρελθόν της περιοχής της Πρέσπας αποτυπώνεται στην πλούσια παρακαταθήκη της βυζαντινής και μεταβυζαντινής ναοδομίας, καθώς και στη λαϊκή παραδοσιακή αρχιτεκτονική των δύο περασμένων αιώνων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα οικισμών αποτελούν οι Ψαράδες και ο Άγιος Γερμανός. Ενδεικτικά για την Πρέσπα: Νίκος Μουτσόπουλος, Εκκλησίες του Νομού Φλώρινας, Μαλλιάρης παιδεία, Θεσσαλονίκη 2003. Επίσης, Γ. Καραδέδος / Π. Τσολάκης, «Πρέσπες», στο Γ. Λάββας (επιμ.), Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, Τόμος 7: Μακεδονία Α’, Μέλισσα, Αθήνα 1998, σ. 160-198. 

6. Για τον Γαλλικό Χάρτη της Φλώρινας: Ευθαλία Τσαπάνου-Κωτσοπούλου, Η πορεία του ρυμοτομικού σχεδίου πόλης Φλώρινας, Φλώρινα 2002. 

7. Για το θέμα των μύλων της Φλώρινας έχει κάνει δημοσιευμένες αναφορές στον τοπικό και ηλεκτρονικό τύπο και ο λαογράφος της Φλώρινας Δημήτρης Μεκάσης. 

8. Gwenaël Le Bras, Παραδοσιακοί Φούρνοι και Μύλοι στην Πρέσπα, Λαιμός Πρεσπών 2007. 

9. Στους οικισμούς του κάμπου εντοπίζονται κατά κύριο λόγο διπλοί ή τριπλοί μύλοι, κάποιοι από τους οποίους αποτελούσαν τούρκικες ιδιοκτησίες, ενώ μετά την απελευθέρωση του 1912 και την ανταλλαγή των πληθυσμών οι εν λόγω μύλοι πέρασαν στην κυριότητα Ελλήνων. Αρκετοί από αυτούς κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου ανήκαν σε επιχειρηματίες της εποχής, κατοίκους της πόλης της Φλώρινας, οι οποίοι ανέθεταν τη λειτουργία του μύλου σε τοπικούς μυλωνάδες. 

10. Είναι χαρακτηριστικό ότι σχεδόν όλοι οι οικογενειακοί μύλοι είναι γνωστοί με το όνομα ή τα ονόματα των οικογενειών που τους χρησιμοποιούσαν. 

11. Χαρακτηριστική είναι σημείωση σε έρευνα για τους μύλους της Μακεδονίας, όπου εντοπίζεται το 45% αυτών εκτός των οικισμών και το 55% εντός: Αναστασία Βαλαβανίδου, Οι υδρόμυλοι της Μακεδονίας, Διδακτορική Διατριβή - Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Α.Π.Θ., Τόμος Β’, Θεσσαλονίκη 2008, σ. 732. 

12. Για την πρώτη εμφάνιση των μύλων έχουν διατυπωθεί ποικίλες θεωρίες, ωστόσο, η τεχνολογία του υδρόμυλου και του ελληνικού τύπου της οριζόντιας φτερωτής ανάγεται στην αρχαία Ελλάδα, περί τον 1ο αιώνα μ.Χ. και αναπτύχθηκε ιδιαίτερα κατά τα βυζαντινά χρόνια: Χαρίκλεια Σιαξαμπάνη-Στεφάνου, Νερόμυλοι Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών χρόνων στην πέριξ της Θεσσαλονίκης περιοχή, Διδακτορική Διατριβή - Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη 2014, σ. 24-31. 

13. Επισημαίνεται μάλιστα ότι μαζί με τον ναό του Αγίου Δημητρίου στο Παρώρι είναι πιθανό να αποτελούν τα μοναδικά καμαροσκεπή κτίσματα σε ολόκληρο το νομό. Η λιθόκτιστη καμάρα κατασκευασμένη με την ακτινωτή τοποθέτηση των λίθων είναι μία τεχνική που σπανίζει σε ολόκληρη την ευρύτερη περιοχή. Μία εξήγηση για την ύπαρξη μιας τέτοιας κατασκευής στη Δροσοπηγή είναι ότι ο οικισμός αποτελούσε ένα από τα περίφημα μαστοροχώρια της περιοχής. 

14. Οι δύο μελέτες παρουσιάστηκαν από τους συγγραφείς σε ειδική ημερίδα που διοργάνωσε το Ινστιτούτο των Ελληνικών Μύλων με θέμα «Οι παραδοσιακοί Μύλοι στους οικισμούς Αγίου Γερμανού και Κρατερού του όρους Βαρνούντας στο νομό Φλώρινας», στις 15/12/2012. Επιπλέον, η μελέτη του Αγ. Γερμανού παρουσιάστηκε σε συνέδριο: Α. Γεωργαντά / Α. Στόιος, Μελέτη αποκατάστασης και ανάδειξης του Παραδοσιακού Μύλου του Αγ. Γερμανού Πρεσπών (αλευρόμυλος, νεροτριβή και μαντάνι), στο Συνέδριο: Βιομηχανική κληρονομιά: αναβίωση και βιωσιμότητα, Αθήνα 2013. 

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2015

Νεοκλασσική αρχιτεκτονική στην Αθήνα



Είναι πραγματικά εκπληκτικό πως μπορεί να αλλάξει τόσο ριζικά, μέσα σε μια γενιά, η αρχιτεκτονική και γενικά η μορφή μια πόλεως. Ακόμα περισσότερο μάλιστα, όταν δεν πρόκειται μονάχα για τις νέες οικοδομές που έρχονται να προστεθούν κάθε φορά με την σφραγίδα των αρχιτεκτονικών αντιλήψεων της εποχής, αλλά για την συστηματική κατεδάφιση και ανοικοδόμηση όλων των παλαιότερων κτηρίων που, για εκατό τουλάχιστον χρόνια, έδιναν τον χαρακτήρα της πόλεως στην Αθήνα και στις περισσότερες ανεπτυγμένες πόλεις της Ελλάδος. Κάθε μέρα βλέπουμε να εξαφανίζονται μεγάλα και πολλές φορές μνημειώδη κτήρια, μα και ταπεινά σπιτάκια με την δική τους προσωπικότητα και τις διακριτικές διαστάσεις των κλασσικών αναλογιών, να σαρώνονται όλα χωρίς εξαίρεση και την θέση τους να παίρνουν νέες οικοδομές, με νέα υλικά και με τις σύγχρονες αρχιτεκτονικές αντιλήψεις, αλλά με δυσανάλογα ύψη, που ξεπερνούν τα όρια της κλίμακας της πόλεως και εμποδίζουν την ομαλή λειτουργία της με την συμφόρηση που προκαλούν. Μόνο σε θεομηνία ή σε εχθρική καταστροφή, σαν αυτές που γνώρισε στην μακρά ιστορία της η Αθήνα, θα μπορούσε ο ιστορικός του μέλλοντος να αποδώσει την ξαφνική αυτή η αλλαγή. 


Όπως συμβαίνει με κάθε νέο οικοδομικό υλικό, έτσι και με το τσιμέντο, η χρήση του στην αρχή ήταν περιορισμένη και χρησιμοποιήθηκε μονάχα σε ορισμένα μέρη της οικοδομής. Βασικά όμως οι κατασκευαστικές του δυνατότητες επηρέασαν την μορφολογική εμφάνιση του κτηρίου, με το άκαμπτο και δυσάρεστο σε χρώμα, όταν είναι ορατό, υλικό. Έτσι όλες οι προσπάθειες για την αναβίωση του κλασσικισμού σε μνημειώδη κτήρια στην χώρα μας, στην χρονική περίοδο ανάμεσα στους δύο παγκόσμιους πολέμους, όπου έγινε χρήση του τσιμέντου, απέτυχαν. Παρ' όλη την επένδυση τους με μάρμαρα και την κάλυψη τους με σοβάδες, έδωσαν την πιο ψεύτικη εμφάνιση του νεοκλασσικισμού. Μόνον ύστερα από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο βρήκε το νέο υλικό και στην Ελλάδα την πραγματική του έκφραση, απαλλαγμένο από κακές απομιμήσεις παλιών αρχιτεκτονικών στοιχείων, ελεύθερο να επιδείξει όλες του τις δυνατότητες.

Τώρα όμως που ο κλασσικισμός ανήκει οριστικά πια στο παρελθόν, ξύπνησε και πάλι το ενδιαφέρον μας και η αγάπη μας γι' αυτόν, όχι για να μιμηθούμε ή να συνεχίσουμε την κατασκευή τέτοιων κτηρίων, αλλά για να τα μελετήσουμε και να τα εκτιμήσουμε σωστά, σαν ιστορικά μνημεία μιας περασμένης εποχής, που συνδέεται με την απελευθέρωση και την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους.

Τα ιδιωτικά σπίτια, και αυτό ισχύει για όλη την Ελλάδα, σιγά-σιγά θα κατεδαφιστούν, αν μάλιστα το επίσημο κράτος δεν φροντίσει για την διατήρηση ορισμένων αντιπροσωπευτικών τύπων. Ας ελπίσουμε, τουλάχιστον πως θα σωθούν τα λίγα, αλλά τόσο εκφραστικά δημόσια κτήρια, σαν λαμπρά δείγματα της αρχιτεκτονικής της περασμένης αυτής εποχής: Το Πανεπιστήμιο, η Ακαδημία, η Βιβλιοθήκη, τα Παλαιά Ανάκτορα, το Ζάππειο, το Πολυτεχνείο κ.α. Τόσο η μνημειακή τους εμφάνιση, όσο και η τελειότητα της επεξεργασίας των αρχιτεκτονικών τους μελών, που μιμούνται αρχαία ελληνικά πρότυπα, θα θυμίζουν στις ερχόμενες γενιές πόσους κόπους, θυσίες, αλλά και πίστη στην ανάδειξη της πρώτης πόλεως της Ελλάδος, προσέφεραν όλοι οι Έλληνες για την μεταμόρφωση μιας ασήμαντης επαρχιακής πόλεως των χρόνων της Τουρκοκρατίας, σε μια πόλη εφάμιλλη των ωραιότερων ευρωπαϊκών και αντάξια της δόξας του ονόματος.

Το κεντρικό κτήριο του Πανεπιστημίου Αθηνών

Αλλά για να εκτιμήσουμε σωστά την προσπάθεια αυτή, θα πρέπει να δούμε σε ποια κατάσταση βρισκόταν η Αθήνα, όταν το 1833 ανακηρύχτηκε πρωτεύουσα.

Το 1821 όλες οι πόλεις της Ελλάδος ξεσηκώνονται η μία ύστερα από την άλλη, για να αποτινάξουν τον τουρκικό ζυγό. Οι Αθηναίοι στις 10 Ιουνίου κυριεύουν το ισχυρό Κάστρο. Μένουν ελεύθεροι τέσσερα χρόνια κι' έχουν να δείξουν μέσα στο σύντομο αυτό χρονικό διάστημα πολλά εκπολιτιστικά έργα και υποδειγματική οργάνωση. Με το τείχος που είχε χτιστεί και την περιέβαλλε από το 1778, η Αθήνα είχε πάρει, ιδίως προς Βορράν, την μεγαλύτερη της έκταση, φτάνοντας ακριβώς τα όρια της αρχαίας πόλεως. Τα σπίτια της πέτρινα, καλοχτισμένα, με τις ωραίες καταπράσινες αυλές τους, έφταναν, σύμφωνα με την απογραφή του 1824, τα 1600, με 9040 κατοίκους, χωρισμένα σε τριάντα πέντε συνοικίες, που καθεμιά είχε την εκκλησία της, απ' όπου έπαιρνε και τ' όνομα της. Μνημεία απ' όλες τις εποχές της αρχαιότητας και του μεσαίωνα, που πολλά σώζονται ακέραια της έδιναν μοναδική γραφικότητα και παρουσίαζαν ανάγλυφη την μακρόχρονη συνεχή ιστορία της. 

Μα η Αθήνα πριν την οριστική της απελευθέρωση ήταν γραφτό να πάθει κι άλλη καταστροφή, ίσως η φοβερότερη απ' όλες. Το 1826 ξαναγυρίζουν οι Τούρκοι με πολύ στρατό και πολιορκούν την πόλη. Οι επιθέσεις είναι τρομακτικές. Εν τούτοις μόνον ύστερα από έναν ολόκληρο χρόνο κατορθώνουν να ξαναπάρουν την Ακρόπολη. Και τότε οι Αθηναίοι ξαναφεύγουν στα πατροπαράδοτα καταφύγια τους, την Αίγινα και την Σαλαμίνα. Στις 3 Φεβρουαρίου του 1830, υπογράφεται στο Λονδίνο το πρωτόκολλο που αναγνωρίζει την Ελλάδα ανεξάρτητο κράτος. Στις 31 Μαρτίου 1833, τρεις μήνες πριν ανακηρυχτεί πρωτεύουσα και λίγο πριν από την άφιξη του Όθωνος, η Αθήνα αποκτά την ελευθερία της, οριστικά αυτή την φορά. Την τραγική  εικόνα που παρουσίαζε ύστερα από τις περιπέτειες του πολέμου περιγράφουν οι ταξιδιώτες της εποχής εκείνης  με τα πιο μελανά χρώματα. Τα αρχαία μνημεία είχαν υποστεί αφάνταστες καταστροφές και τα ερείπια των σπιτιών σχημάτιζαν άμορφους όγκους που σκέπαζαν τους δρόμους. Τίποτα πια δεν θύμιζε την άλλοτε γραφική πόλη.

Το πρώτο σχέδιο των Αθηνών το χρωστούμε σε δύο εμπνευσμένους αρχιτέκτονες, τον Σταμ. Κλεάνθη και τον Eduard Schaubert. Μ' όλες τις ελλείψεις του το σχέδιο αυτό, αν εφαρμοζόταν αμέσως τότε, με τους πλατείς και ελεύθερους για μελλοντική επέκταση δρόμους που προέβλεπε, την διάνοιξη μεγάλων αρτηριών μέσα από την παλιά πόλη, την απαλλοτρίωση μεγάλων εκτάσεων γύρω από την Ακρόπολη για την εκτέλεση ανασκαφών και την αποκάλυψη μέρους της αρχαίας πόλεως, θα αποτελούσε μια σταθερή βάση για μελλοντική εξέλιξη. Ήταν όμως πολύ αργά για μια ριζική αναμόρφωση. Όλοι οι κάτοικοι είχαν ξαναγυρίσει και εγκατασταθεί στα σπίτια τους, αφού τα επισκεύασαν ή τα ξανάχτισαν, κι ακόμα έφταναν κάθε μέρα Έλληνες από το εξωτερικό ή από άλλες πόλεις της Ελλάδος και οικοδομούσαν καινούργια σπίτια, στα κτήματα που αγόραζαν από τους Αθηναίους ή από τους Τούρκους που εγκατέλειπαν την πόλη. Έτσι οι εκτεταμένες απαλλοτριώσεις, που ήταν ανάγκη να γίνουν για την εφαρμογή του σχεδίου, σταμάτησαν από την τρομερή αντίδραση των κατοίκων, που θίγονται τα συμφέροντα τους και που πολλοί θα έμεναν πάλι άστεγοι.

Η πολεοδομική πρόταση των Κλεάνθη-Scahubert (1833)

Την κρίσιμη αυτή στιγμή, για να κατευνασθούν τα πνεύματα, ο πατέρας του Όθωνος Λουδοβίκος της Βαυαρίας στέλνει τον έμπιστο του Leo von Klenze, έναν από τους κορυφαίους αρχιτέκτονες της εποχής, να εξετάσει την κατάσταση και να συντάξει ένα νέο σχέδιο.

Τον Σεπτέμβριο του 1834 γίνεται δεκτό το νέο σχέδιο που στην βάση του δεν διαφέρει πολύ από το πρώτο, αν και για λόγους πολιτικής κάνει ορισμένες τροποποιήσεις.

Το πολεοδομικό σχέδιο του Klenze, 1834

Τότε όμως ένα φοβερό λάθος έρχεται να εμποδίσει την εφαρμογή και αυτού του σχεδίου, λάθος που και σήμερα ακόμα έχει αντίκτυπο στην εξέλιξη της πόλεως. Πριν δηλαδή πραγματοποιηθεί η εφαρμογή του σχεδίου, διατάσσεται βιαστικά η μεταφορά των αρχών από το Ναύπλιο στην Αθήνα, χωρίς να δωθεί ο απαιτούμενος χρόνος για την διάνοιξη των νέων δρόμων και κυρίως  για την ανέγερση των κτηρίων που θα στέγαζαν τις δημόσιες υπηρεσίες. Σε λίγο άρχιζαν να καταφθάνουν στρατιωτικά τμήματα και οι πολιτικές αρχές. Η Κυβέρνηση, για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της στεγάσεως, διατάσσει να νοικιαστούν κατάλληλα κτήρια και να εξωσθούν οι ένορκοι.

Η άφιξη του Όθωνος και η μόνιμη εγκατάστασή του στην Αθήνα έκανε για λίγο τους κατοίκους να ξεχάσουν τις ταλαιπωρίες τους και η ανοικοδόμηση, που είχε σταματήσει, άρχισε πάλι με γοργό ρυθμό. Μεγάλη όμως ήταν η ανησυχία και η αβεβαιότητα για την ανέγερση των δημοσίων κτηρίων και ακόμη περισσότερο για την θέση των Ανακτόρων, που όπως ήταν φυσικό θα επηρέαζαν την δημιουργία του διοικητικού κέντρου της πόλεως. Η πρόταση του Karl Friedrich Schinkel, του μεγάλου δασκάλου και οραματιστή, να χτιστούν επάνω στην Ακρόπολη, δεν βρήκε ευτυχώς καμμιά απήχηση. Το σχέδιο των Κλεάνθη και Schaubert προέβλεπε την ανέγερσή τους στην σημερινή πλατεία Ομόνοιας, απέναντι από την Ακρόπολη και στην κορυφή του μεγάλου τριγώνου που δημιουργούσαν οι τρεις βασικές οδικές αρτηρίες: Ερμού, Πειραιώς, Σταδίου.

Η Ακρόπολις ως Ανάκτορα του Όθωνος (σχέδιο Schinkel)

Ανάμεσα στις τροποποιήσεις του σχεδίου Klenze ήταν και η μεταφορά των Ανακτόρων στην δυτική γωνιά της βάσεως του τριγώνου, στον Κεραμεικό. Τελικά επικράτησε η γνώμη άλλου διακεκριμένου αρχιτέκτονα, του Friedrich von Gaertner, να οικοδομηθούν στην τρίτη γωνιά του τριγώνου, την ανατολική, εκεί όπου και χτίστηκαν, και να δημιουργηθεί μπροστά τους, στον άξονα της οδού Ερμού, η μόνη αξιόλογη πλατεία της πόλεως, η πλατεία Συντάγματος. Πραγματικά η νέα εκλογή της θέσεως ήταν πολύ επιτυχημένη, γιατί με την τοποθέτηση των Ανακτόρων στο υψηλότερο σημείο της πόλεως και την δημιουργία πλάι τους ενός εκτεταμένου κήπου έγινε ολόκληρη η περιοχή αυτή το πιο λαμπρό κομμάτι της Αθήνας.

Σχέδιο των Αθηνών, μετά την επέμβαση του Gaertner (1835)

Μολονότι όλα τα σχέδια τοποθετούσαν τα κτήρια των δημοσίων υπηρεσιών στην γύρω από τα Ανάκτορα περιοχή, για πολλά ακόμα χρόνια όλη η εμπορική, κοινωνική και πολιτική ζωή εξακολουθεί να εκδηλώνεται γύρω από την αγορά της εποχής  της Τουρκοκρατίας. Και η έλλειψη κτηρίων για την στέγαση των διαφόρων υπηρεσιών είχε σαν επακόλουθο να σταματήσουν όλες οι απαλλοτριώσεις γύρω από την Ακρόπολη. Η ωραία ιδέα να παραμείνει ελεύθερο το τμήμα αυτό, δεν μπόρεσε να εφαρμοστεί, όχι μόνο από έλλειψη χρημάτων αλλά και για πρακτικούς λόγους. Μάλιστα, είχε επισημανθεί η δημιουργία, ολόγυρα, μιας ζώνης πρασίνου η οποία θα τόνιζε ακόμα περισσότερο την ομορφιά των αρχαίων μνημείων.

Αντίθετα από την Αθήνα, που η συνεχής ζωή, από τα πανάρχαια χρόνια, είχε επιβάλλει το σχέδιο της, στον Πειραιά, στην Ερέτρια, στην Σπάρτη και στην Ερμούπολη της Σύρου οι αρχιτέκτονες, ελεύθεροι από κάθε δέσμευση, μπόρεσαν να χαράξουν καινούργιες πόλεις με πλατείς και ίσιους δρόμους. Αυτές όμως είναι σπάνιες περιπτώσεις, γιατί όπως η Αθήνα έτσι και οι περισσότερες πόλεις της Ελλάδος διατήρησαν την παλιά τους ρυμοτομία και μόνον επεκτείνοντας τα όρια τους κατόρθωσαν να εφαρμόσουν κανονικότερο σχέδιο. Παράδειγμα η Πάτρα, όπου το νέο της ευρύχωρο και κανονικό σχέδιο το χάραξε το 1828 ο Κερκυραίος μηχανικός Σταμάτιος Βούλγαρης, ο ίδιος που σχεδίασε και την Τρίπολη.


Άποψη του Πειραιά κατά Σ. Χάμιλτον (1856)

Ανάκτορο του Πειραιά

Η ανοικοδόμηση στην Αθήνα προχωρεί τώρα με γοργό ρυθμό. Οι δρόμοι καθαρίζονται από τα ερείπια και, σύμφωνα με τις οικοδομικές γραμμές του νέου σχεδίου, χτίζονται παντού μεγάλα και ωραία σπίτια. Έτσι σε εκείνον που ξαναγυρίζει έπειτα από ένα ή δύο χρόνια, η διαφορά της πόλεως κάνει καταπληκτική εντύπωση.

Τα πρώτα δημόσια κτήρια χτίζονται το 1835 και το 1836 στην οδό Σταδίου, που τότε μόλις αρχίζει να διαμορφώνεται: Το Νομισματοκοπείο, που αφού δέχτηκε πολλές προσθήκες και μεταρρυθμίσεις κατεδαφίστηκε ύστερα από εκατό περίπου χρόνια. Οι Βασιλικοί Στάβλοι στο χώρο όπου το 1928 χτίστηκε το Μετοχικό Ταμείο Στρατού. Το Τυπογραφείο, και αυτό στην οδό Σταδίου, μεταξύ των οδών Σανταρόζα και Αρσάκη, που με πολλές αλλαγές σώζεται και σήμερα.

Παλαιό Εθνικό Τυπογραφείο

Βασιλικό Νομισματοκοπείο & Σφραγιστήριο

Αυτά όμως τα κτήρια δεν είναι από τα πιο χαρακτηριστικά της περιόδου εκείνης. Την εποχή της ανοικοδομήσεως της Αθήνας κυριαρχούσε σε ολόκληρη την Ευρώπη ο Νεοκλασσικισμός και είχε την τύχη η πρωτεύουσα της Ελλάδος στα πρώτα χρόνια της δημιουργίας της να εργαστούν για την ανάδειξη της αρχιτέκτονες από τους πιο διακεκριμένους της εποχής εκείνης: ο Schinkel, ο Klenze, ο Gaertner και οι αδελφοί Hansen. Απ' αυτούς πάλι πρέπει να ξεχωρίσουμε τους δύο πρώτους που κατόρθωσαν, μολονότι κανένα από τα σχέδια τους δεν πραγματοποιήθηκε, να δώσουν το πνεύμα και την κλίμακα για την δημιουργία μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής πόλεως.

Από τα κτήρια που σχεδίασε ο Klenze, επί παραδείγματι, και δεν εκτελέστηκαν, είναι το συγκρότημα των Ανακτόρων, που πρότεινε να χτιστούν στον Κεραμεικό, και το Παντεχνείον όπως ονόμαζε το Μουσείο, για την στέγαση των αρχαιολογικών θησαυρών. Μοναδικό δείγμα της αρχιτεκτονικής που έχουμε στην Αθήνα την εκκλησία του Αγίου Διονυσίου των Καθολικών, στην γωνία των οδών Πανεπιστημίου και Ομήρου, αλλαγμένο όμως από τον Λύσανδρο Καυταντζόγλου που ανέλαβε να το χτίσει.  

Καθολικός Ναός Αγίου Διονυσίου

Αλλά και για όλους τους αρχιτέκτονες που έρχονται να εργαστούν στην Ελλάδα, είναι μια αληθινή αποκάλυψη το αντίκρυσμα των αρχαίων μνημείων της. Έχουν την ευκαιρία να θαυμάσουν από κοντά την τελειότητα της επεξεργασίας του μαρμάρου και την καθαρότητα και τον παλμό των διαφόρων κυματίων. Η μελέτη τους αποκαλύπτει σιγά σιγά όλα τα μυστικά της αρχιτεκτονικής των αρχαίων, με τις λανθάνουσες καμπυλότητες και τις αρμονικές αναλογίες, ενώ με κατάπληξη ανακαλύπτουν την γραπτή διακόσμηση επάνω στο μάρμαρο που ως τότε πίστευαν πως παρουσίαζε γυμνή την λευκή του επιφάνεια. Είναι ακριβώς η στιγμή που η Ακρόπολη βρίσκεται στα χέρια των αρχαιολόγων.  Κατεδαφίζονται τα διάφορα μεταγενέστερα προσκτίσματα που σκέπαζαν τα μνημεία, γίνεται γενικός καθαρισμός και αρχίζουν οι πρώτες μεγάλες ανασκαφές. Οι ίδιοι οι αρχιτέκτονες παίρνουν μέρος στις αρχαιολογικές έρευνες και επιχειρούν τις πρώτες αναστηλώσεις των μνημείων. Κι αυτή η συχνή επαφή τους με τα αρχαία πρότυπα τους δίνει την χαρά να εμβαθύνουν στο μεγαλείο του κλασσικού πνεύματος.

Άποψη της Ακροπόλεως γύρω στα 1880

Η αρχιτεκτονική που εφαρμόζουν τώρα στα νέα αθηναϊκά κτήρια είναι ολοφάνερα επηρεασμένη από τα κλασσικά μνημεία. Λείπει η επίδραση και ο φόρτος της ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής. Με το ίδιο υλικό, το λευκό μάρμαρο της Πεντέλης, δημιουργούν, όλοι οι αρχιτέκτονες που πέρασαν από εδώ, έναν ελληνικό νεοκλασσικισμό, που τον εφαρμόζουν έπειτα και στα κτήρια της Ευρώπης.

Σε κάθε εποχή μπορεί να βρει κανείς την επίδραση των κλασσικών προτύπων, κυρίως όμως τρεις είναι οι μεγάλοι σταθμοί του κλασσικισμού στην ιστορία της τέχνης.

Ο πρώτος εμφανίζεται στην ρωμαϊκή εποχή και αρχίζει από τα τέλη του 2ου π. Χ. αιώνα με την συστηματική αντιγραφή αρχιτεκτονικών και γλυπτικών έργων των φημισμένων καλλιτεχνών του 5ου και 4ου π. Χ. αιώνα. Γι' αυτό ακόμα και τα πρωτότυπα έργα της εποχής αυτής στην Ελλάδα έχουν επηρεαστεί από την παρουσία των κλασσικών μνημείων και ιδίως τα κτήρια, αντίθετα με το καταθλιπτικό βάρος των μνημείων της Ρώμης, έχουν μια αττική ελαφρότητα και χάρη.

Ο δεύτερος παρουσιάζεται πολλούς αιώνες αργότερα και είναι μια μεγάλη κίνηση στην αρχιτεκτονική της Ευρώπης, που αρχίζει στην Ιταλία με τον Palladio, στα μέσα του 16ου αιώνα και από εκεί εξαπλώνεται στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Ίσως όμως η καλύτερη εκδήλωση του κλασσικισμού  στην αρχιτεκτονική είναι η τρίτη εμφάνιση του στην Ευρώπη, ανάμεσα στα 1770 και 1830. Επικρατεί και επιβάλλεται σε μια περίοδο που, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, έχει απομακρυνθεί η τέχνη από το κλασσικό πνεύμα, όταν το Rococo βρίσκεται στην ακμή του.

Η συστηματική μελέτη των μνημείων αρχίζει ακριβώς στα μέσα του 18ου αιώνα. Επιτελεία ολόκληρα από αρχαιολόγους, φιλολόγους και αρχιτέκτονες επισκέπτονται την Ελλάδα και για πολλούς μήνες μελετούν συστηματικά τους αρχαιολογικούς χώρους, κάνουν ανασκαφές και σχεδιάζουν με πολλή προσοχή τα αρχαία μνημεία. Αλλά και μεμονωμένοι ταξιδιώτες, Άγγλοι, Γάλλοι, Γερμανοί, με βαθειά μόρφωση και γνώση των αρχαίων κειμένων, περιηγούνται στην Ελλάδα και με οδηγό τους τον Παυσανία περιγράφουν, σχεδιάζουν και ταυτίζουν τα ερείπια, σε περισπούδαστες μελέτες.  Μέσα σ' αυτό το κλίμα γεννιέται ο νεοκλασσικισμός ή αρχαιολογικός κλασσικισμός, όπως λέγεται, που είναι τώρα περισσότερο αυστηρός και μεθοδικός, γιατί βάση του έχει την αρχαιολογική έρευνα.

Σύγχρονα όμως με την κίνηση αυτή εμφανίζεται και ο ρομαντισμός. Οι αρχιτέκτονες που τον ακολουθούν, υποστηρίζουν τις ιδέες τους με πάθος, πιστεύοντας πως η αρχιτεκτονική δεν πρέπει να δεσμεύεται από τους αυστηρούς κανόνες των κλασσικών αντιλήψεων, αλλά να βασίζεται στο πηγαίο αίσθημα.

Καθαρός διαχωρισμός ανάμεσα στις δύο κινήσεις δεν υπάρχει πριν από την περίοδο 1820-1830. Τότε μόνο ο ρομαντισμός αρχίζει να γίνεται ρυθμός, με πραγματικά προοδευτικές τάσεις και κυριαρχεί στην Ευρώπη ολόκληρο τον 19ο αιώνα. Η περίοδος αυτή του διαχωρισμού των δύο μεγάλων ρευμάτων, του νεοκλασσικισμού και του ρομαντισμού, συμπίπτει χρονικά με την απελευθέρωση της Ελλάδος και με την εποχή που καλούνται δικοί μας και ξένοι αρχιτέκτονες για να χτίσουν την πρωτεύουσα και τις άλλες ελληνικές πόλεις.

Από τα πιο αντιπροσωπευτικά κτήρια της πρώτης αυτής περιόδου, σε καθαρό κλασσικό ρυθμό, είναι: το Πανεπιστήμιο, που έχτισε ο Christian Hansen και τα Ανάκτορα του Friedrich von Gaertner.

Από τους Έλληνες αρχιτέκτονες που έπαιξαν μεγάλο ρόλο στην ανοικοδόμηση των Αθηνών είναι ο Σταμάτιος Κλεάνθης και ο Λύσανδρος Καυταντζόγλου, που σπούδασαν αρχιτεκτονική, ο πρώτος στο Βερολίνο και ο δεύτερος στην Ρώμη.

Ο Σταμάτιος Κλεάνθης, καθαρά ρομαντικός, εκτός από το σχέδιο της πόλεως των Αθηνών, μας άφησε και θαυμάσια δείγματα της αρχιτεκτονικής του, όπως τα Παλάτια της Δουκίσσης της Πλακεντίας, με στοιχεία βυζαντινά και γοτθικά, και το μέγαρο του Αμβροσίου Ράλλη, στην πλατεία Κλαυθμώνος, με στοιχεία κλασσικά. Αυτό χτίστηκε το 1834 και δυστυχώς κατεδαφίστηκε το 1937, όπως και τόσα άλλα αρχιτεκτονικά αριστουργήματα της οθωνικής περιόδου.

Μέγαρο της Δουκίσσης της Πλακεντίας

Ο Λύσανδρος Καυταντζόγλου φτάνει στην Αθήνα το 1838 και παρουσιάζει αμέσως σχέδια και αρχιτεκτονικές του μελέτες σε μια έκθεση που οργανώνει μέσα στο Θησείο. Οι εφημερίδες της εποχής εκφράζονται με θαυμασμό για τις σπουδές και το έργο του και περιγράφουν λεπτομερώς τα σχέδιά του. Ανάμεσα σε αυτά ήταν του μνημείου των Ηρώων του 1821, που σχεδίασε σύμφωνα με επιθυμία του κυβερνήτη Καποδίστρια. Από τα καλύτερα έργα του στην Αθήνα είναι το Αρσάκειο, το Τοσίτσειο και το Πολυτεχνείο. Έχτισε ακόμα πολλές εκκλησίες και, όπως φαίνεται από τα σχέδια του που σώθηκαν, ένα μεγάλο αριθμό σπιτιών.

Πολυτεχνείο, σε σχέδιο Λ. Καυταντζόγλου

Το μέγαρο του Αρσακείου Παρθεναγωγείου

Ένας σπουδαίος συντελεστής για την ανάδειξη της πρωτεύουσας του νεοσύστατου κράτους και την δημιουργία ενός καθαρά νεοκλασσικού ελληνικού ρυθμού είναι η παρουσία του Theophil von Hansen στην Αθήνα, όπου με μερικές διακοπές, από το 1838, εργάστηκε πενήντα ολόκληρα χρόνια. Μεγάλος καλλιτέχνης, προικισμένος με εξαιρετικά χαρίσματα, στην Βιέννη όπου εργάστηκε είχε αποκτήσει ενθουσιώδεις φίλους και θαυμαστές, και όχι μόνο οι αρχιτέκτονες, μα και οι ζωγράφοι και οι γλύπτες τον θεωρούσαν πνευματικό τους αρχηγό. Με πάθος αφοσιώθηκε στην μελέτη και σχεδίαση των αρχαίων μνημείων· οι μελέτες και οι λύσεις που έδωσε τα κτήρια του, δεν είχαν για πρότυπο τους τον απόλυτα συμμετρικό αρχαίο ναό, που συνήθως έχουν σαν μέτρο του κλασσικού ιδεώδους, αλλά τα Προπύλαια και το Ερέχθειο, έτσι όπως τα συνέλαβε και τα εξετέλεσε με πρωτότυπες και ελεύθερες λύσεις η μεγαλοφυΐα του Μνησικλή και του Καλλικράτη.

Τα Προπύλαια της Ακροπόλεως

Από τα έργα της πρώτης περιόδου του Theophil von Hansen είναι το Αστεροσκοπείο, στην κορυφή του λόφου των Μουσών, και το Μέγαρο  του Αντωνίου Δημητρίου, στην πλατεία Συντάγματος, το οποίο αφού για πολλά χρόνια χρησιμοποιήθηκε ωε ξενοδοχείο της "Μεγάλης Βρετανίας", κατεδαφίστηκε το 1958.

Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών

Μια μεγάλη αποκάλυψη για τον κλασσικιστή αρχιτέκτονα ήταν ακόμα και η βυζαντινή αρχιτεκτονική, που είχε την ευκαιρία να γνωρίσει από τα εκκλησάκια των Αθηνών και της γύρω περιοχής. Η πολύχρωμη εντύπωση αυτών των μικρών αριστουργημάτων είχε μεγάλη επίδραση στα μεταγενέστερα κτήρια του, που την βλέπουμε στο Οφθαλμιατρείο και στο "Βασιλικό Φαρμακείο", όπως ονόμαζαν τότε την Στρατιωτική Φαρμακαποθήκη.

Το Οφθαλμιατρείο, 1847

Άποψη των ανακτόρων με την Στρατιωτική Φαρμακαποθήκη

Από τα καλύτερα όμως έργα του είναι η Σιναία Ακαδημία σε ιωνικό ρυθμό και η Βαλλιάνειος Βιβλιοθήκη σε δωρικό, όπου είχε την ευκαιρία να δείξει όλες του τις ικανότητες. Τα δύο αυτά κτήρια μαζί με το Πανεπιστήμιο, που αποτελούν την "Αθηναϊκή Τριλογία", παρουσιάζουν ένα ολοκληρωμένο αρμονικό σύνολο, που είναι χωρίς αμφιβολία ένα από τα πιο επιτυχημένα δημιουργήματα όλων των περιόδων του κλασσικισμού.

Βαλλιάνειος - Εθνική Βιβλιοθήκη, 1887

Ακαδημία Αθηνών

Ο Hansen προσφέρει παντού πρόθυμα την συνεργασία του για την τελειωτική μορφή των μεγάλων κτηρίων όπως λ. χ. του Αρχαιολογικού Μουσείου, του Ζαππείου κ.α. Στο τελευταίο μάλιστα, με την προσθήκη του ωραίου κορινθιακού προπύλου και την τέλεια απόδοση των κιονοκράνων, που είναι πιστά αντίγραφα των κιονοκράνων του χορηγικού μνημείου του Λυσικράτους, είχε την ευκαιρία να δείξει με πόση ευχέρεια δούλευε όλους τους αρχαίους ρυθμούς. Από τα έργα του όμως που περισσότερο αγάπησε, αλλά είχαν την ατυχία να μην πραγματοποιηθούν, είναι το Αρχαιολογικό Μουσείο που πρότεινε να χτιστεί στη νότια πλευρά τη Ακροπόλεως, και τα Ανάκτορα του Βασιλέως Γεωργίου του Α' που τα τοποθετούσε στον Πειραιά. Οι μελέτες του αυτές ήταν και η τελευταία του προσφορά προς την αγαπημένη του Αττική, γιατί ύστερα από δύο χρόνια, το 1891, πέθανε.

Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο

Ανάκτορα του Βασιλέως Γεωργίου Α' (1889)

Ο Ernst Ziller πάλι ανήκει στους αρχιτέκτονες εκείνους που πραγματικά επέδρασαν στην κτηριολογία και στην οικοδομική, με την δημιουργία μιας αρκετά φορτωμένης νεοκλασσικής αναγεννήσεως με ρωμαϊκά στοιχεία. Στην Αθήνα ο Ziller έρχεται το 1860 ως βοηθός του Theophil von Hansen και αμέσως αναλαμβάνει την επίβλεψη των έργων του. Από το 1870 όμως παίρνει και δικές του δουλειές  και, ως τον θάνατο του, το 1923, χτίζει μια σειρά από ιδιωτικά και δημόσια κτήρια στην Αθήνα και σε πολλές επαρχιακές πόλεις: Ανάκτορα, δημαρχεία, δικαστήρια, θέατρα, μουσεία, μνημεία τάφων και έναν εκπληκτικά μεγάλο αριθμό σπιτιών. Συγχρόνως, δεν παραλείπει να ασχολείται με την αρχαιολογία, να συνεργάζεται σε ανασκαφές και να γράφει σημαντικές αρχαιολογικές μελέτες.

Το Μέγαρο Schliemann (Ιλίου Μέλαθρον), 1878

Από το έργο του, με όλο τους το διακοσμητικό φόρτο, δεν λείπει η καλαισθησία και οι ωραίες αναλογίες. Γι' αυτό κατορθώνουν να επιβληθούν και, το κυριότερο, να διατηρήσουν στην Ελλάδα ως τις αρχές του 20ου αιώνα αμείωτο το ενδιαφέρον του κλασσικισμού.

Το Μέγαρο Μελά, έργο του Ernst Ziller (1874)

Παράλληλα και οι Έλληνες αρχιτέκτονες εξακολουθούν να χτίζουν με την καθιερωμένη απλότητα του ελληνικού νεοκλασσικισμού και ρομαντισμού.

Έτσι όλα τα κτήρια της περιόδου αυτής, είτε με απλές  επιφάνειες στην πρόσοψη είτε με πλούσια διακόσμηση, διατηρούν την αληθινή τους οικοδομική έκφραση. Παντού υπάρχει η πέτρινη ή μαρμάρινη βάση του κτηρίου, τα ατόφια μαρμάρινα σκαλοπάτια και οι "πορτοσιές", όπως και τα μπαλκόνια με τα τόσο διακοσμητικά "φορούσια" Εκείνο όμως που χαρακτηρίζει τα αθηναϊκά κτήρια, ακόμα και τα πιο φτωχικά σπιτάκια, είναι οι τόσο διακοσμητικοί ανθεμωτοί  πήλινοι ακροκέραμοι, που σαν γιρλάντα στεφανώνουν την πρόσοψη τους.

Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί, ότι σ' όλο αυτό το διάστημα των εκατό περίπου χρόνων, που επικρατούσε η νεοκλασσική αρχιτεκτονική, δεν έπαψε παράλληλα και η πηγαία λαϊκή δημιουργία που συνέχισε την παράδοση του παλιού απέριττου και τόσο γραφικού αθηναϊκού σπιτιού.

Τα πολύτιμα αυτά δημιουργήματα, που αντιπροσωπεύουν την αληθινή κτηριολογία, όπως την επιβάλλουν το κλίμα και οι πρακτικές ανάγκες της ζωής των κατοίκων, κίνησαν το ενδιαφέρον του συναδέλφου του κ. Άρη Κωνσταντινίδη, που τα παρουσίασε σε μια ωραία μελέτη του το 1934 με δικά του σχέδια και φωτογραφίες.

Στην παρούσα ανάρτηση έχουμε εστιάσει στην πόλη των Αθηνών, όχι μόνο γιατί η αρχιτεκτονική στην επαρχία αντέγραφε τα αθηναϊκά πρότυπα, αλλά και γιατί οι αρχιτέκτονες που εργάστηκαν στην πρωτεύουσα είναι τις περισσότερες φορές οι δημιουργοί των επαρχιακών πόλεων. Άλλωστε η Αθήνα ήταν το μεγάλο σχολειό των μαστόρων, που έμαθαν την τέχνη τους στην αρχή δουλεύοντας κοντά σε Ιταλούς και Βαυαρούς τεχνίτες, έπειτα σε ειδικές σχολές, όπου δίδαξαν ονομαστοί Έλληνες και ξένοι αρχιτέκτονες. Εργατικοί και με έμφυτη δεξιοτεχνία και περήφανοι για τους προγόνους τους, που δημιούργησαν τόσα αριστουργήματα, έγιναν οι ίδιοι άριστοι τεχνίτες, και δούλεψαν την πέτρα, το μάρμαρο, το ξύλο και το μέταλλο με θαυμαστό τρόπο.

Η Αθήνα, με την λαμπρή ιστορία και τα αρχαία μνημεία της, είχε την τύχη να κινήσει από νωρίς το ενδιαφέρον πολλών μελετητών. Άπειρες πληροφορίες υπάρχουν στις εφημερίδες της εποχής και σε δημόσια έγγραφα, καθώς και παλιές απεικονίσεις και φωτογραφίες μαζί με περιγραφές ξένων και Ελλήνων επιστημόνων. Οι σπουδαιότερες όμως εργασίες πάνω στην πρόσφατη ιστορία της πόλεως, από την απελευθέρωση ως σήμερα, είναι οι μελέτες του αρχιτέκτονος πολεοδόμου κ. Κώστα Μπίρη, που με τις ζωντανές περιγραφές τους και την βαθειά γνώση του θέματος, εκίνησαν το γενικό ενδιαφέρον και την αγάπη του κόσμου για την Αθήνα και τα νεώτερα μνημεία της.


Πρόσοψη των Ανακτόρων πριν το 1864



Οδός Πανεπιστημίου

Οδός Ερμού, 1896

Οδός Φιλελλήνων, 1894

Οδός Κοραή, 1890

Νεοκλασική διώροφη κατοικία, 1862

Ζάππειο Μέγαρο, 1874

Το Βασιλικό Θέατρο, 1895

Άποψη των Αθηνών περί τα 1900